ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΤΟΜΑΣ ΜΠΕΡΝΧΑΡΝΤ
Αυτοβιογραφία
εκδ. Εξάντας, μτφρ. Βασίλης Τομανάς, σελ. 745

ΓΙΟΖΕΦ ΡΟΤ
Τα χρόνια των ξενοδοχείων
εκδ. Αγρα, μτφρ. Μαρία Αγγελίδου, σελ. 378


«Πικρόχολος, δύστροπος και σκυθρωπός, έκρυβε τη δειλία του πίσω από μια ευέξαπτη ντροπαλοσύνη, μια ταπεινότητα η οποία στην πραγματικότητα ήταν υπεροψία. Δεν ήταν ο αξιαγάπητος Αυστριακός, ήταν μάλλον το αντίθετο: ένας δυσάρεστος, σκοτεινός άνθρωπος». Ειπώθηκε πως καλύτερη περιγραφή για τον Αυστριακό συγγραφέα Τόμας Μπέρνχαρντ (1931-1989) δεν θα μπορούσε να έχει γραφτεί. Κι όμως, τα παραπάνω λόγια δεν γράφτηκαν γι’ αυτόν, αλλά για τον επίσης συγγραφέα Φραντς Γκρίλπαρτσερ (1791-1872), από τον διάσημο συμπατριώτη τους Γιόζεφ Ροτ (1894-1939).

Η επανέκδοση από τον «Εξάντα» της εξαντλημένης εδώ και χρόνια εμβληματικής «Αυτοβιογραφίας» του Μπέρνχαρντ συμπληρώνει, θα λέγαμε κατά τρόπο ιδανικό, την πρόσφατη κυκλοφορία των δημοσιογραφικών κειμένων του Γιόζεφ Ροτ, «Τα χρόνια των ξενοδοχείων», βοηθώντας τον επαρκή αναγνώστη να μυηθεί στην μεγάλη παράδοση της αυστριακής λογοτεχνίας, που αν και αναπτύχθηκε ως παρακλάδι της γερμανικής, έδωσε τους δικούς της εύχυμους καρπούς κατά τον 20ό αιώνα. (Να υπενθυμίσουμε ότι σε αυτή την παράδοση εντάσσεται και ο Πέτερ Χάντκε, που πρόσφατα τιμήθηκε με το Νομπέλ Λογοτεχνίας).

Το ελληνικό αναγνωστικό κοινό γνώρισε τον πεζογράφο Γιόζεφ Ροτ από τα ευπώλητα μυθιστορήματά του «Το εμβατήριο Ραντέτσκυ», «Η κρύπτη των Καπουτσίνων», «Ιώβ», κ.ά. Χάρη στον επιμελητή και ανθολόγο του έργου του Μάικλ Χόφμαν, τώρα γνωρίζει και τον επιφυλλιδογράφο-αρθρογράφο Ροτ, συνεργάτη των μεγαλύτερων σε κυκλοφορία γερμανόφωνων εφημερίδων του Μεσοπολέμου. Για πολλούς κριτικούς, τα αιχμηρά άρθρα του για τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, το προσφυγικό κύμα εξ Ανατολών, τη διάλυση της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, τη βίαιη άνοδο των ναζιστών στην εξουσία, θα πρέπει σήμερα να διδάσκονται, όχι μονάχα στις σχολές δημοσιογραφίας, αλλά και στις σχολές των πολιτικών επιστημών. Παράδειγμα, το προφητικό κείμενό του στην «Pariser Tageblatt», δημοσιευμένο στις 6.7.1934, με τον αξιομνημόνευτο τίτλο: «Το Τρίτο Ράιχ, η θυγατρική της Κόλασης στη Γη». Ενα σήμα κινδύνου για το «απόλυτο κακό», μια εξαιρετική περιγραφή του επερχόμενου ολέθρου, που η ανθρωπότητα μπορούσε, έστω και την ύστατη στιγμή, να αποφύγει.

Στην παρούσα έκδοση, «Τα χρόνια των ξενοδοχείων», ο ανθολόγος επικεντρώνεται στις διαδρομές του Ροτ εκτός Γερμανίας, στις εκτενείς ανταποκρίσεις του από γειτονικές χώρες που ταξιδεύει με διάφορες αφορμές, καταγράφοντας με το απαράμιλλο στυλ του, λεπτομέρειες από τη ζωή των μποέμ καλλιτεχνών, των ανέστιων και απάτριδων που δημιούργησε η συνθήκη των Βερσαλλιών. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την κατάρρευση των Αυτοκρατοριών, η Ευρώπη, για τον συγγραφέα, είναι ένα απέραντο ξενοδοχείο, όπου νικητές και ηττημένοι αναπαύονται, φαινομενικά αδελφωμένοι, πριν από την επόμενη σύρραξη.

Ο Τόμας Μπέρνχαρντ ξεκινά ουσιαστικά από εκεί όπου σταματά ο Ροτ. Οταν ο τελευταίος πεθαίνει το 1939 εξόριστος στο Παρίσι, ο Μπέρνχαρντ είναι μόλις οκτώ ετών. Τι μπορεί, άραγε, να περιμένει ένας οκτάχρονος από τη χώρα του, όταν αυτή προσαρτάται εκείνη την εποχή τόσο άκομψα στο Γ΄ Ράιχ και η πλειονότητα των κατοίκων της αντί να αντιδρά πανηγυρίζει;

Περιγράφοντας με ανατριχιαστική καθαρότητα τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, από το Ανσλους (1938) ώς την αποχώρηση των τεσσάρων νικητών του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1955) και την πλήρη ανεξαρτησία της Αυστρίας, ο συγγραφέας αυτοβιογραφείται και ταυτόχρονα ξαναγράφει την ιστορία της χώρας του, γιατί η Αυστρία της οπερέτας, του βαλς και των μουσείων, δεν είναι η Αυστρία του Μπέρνχαρντ και των μεταπολεμικών συνοδοιπόρων του. Η μεγάλη εικόνα που διασώζεται στη μνήμη του, είναι αυτή της συνεργασίας, του δωσιλογισμού, του εθνικιστικού πυρετού, που τροφοδότησε τις καταστροφικές αυταπάτες ενός ολόκληρου λαού.

Η αυτοβιογραφία του Μπέρνχαρντ χωρίζεται σε πέντε εκτενή κεφάλαια ή αλλιώς σε πέντε αυτόνομα βιβλία, που γράφτηκαν μεταξύ του 1975 και του 1982. Κάθε κεφάλαιο είναι και ένα σκαλί της καθόδου του προς την κόλαση, την κόλαση του πολέμου, της ασθένειας, της πείνας. Τελείως σχηματικά, θα λέγαμε, πως τα χρόνια του εγκλεισμού του στο Καθολικό οικοτροφείο, με τους ναζιστές δασκάλους και ιερωμένους είναι το πρώτο σκαλί, το δεύτερο είναι τα χρόνια της μαθητείας του σε μια αποθήκη, το τρίτο η νοσηλεία του ως φυματικού, το τέταρτο η αποθεραπεία στο επαρχιακό σανατόριο, το πέμπτο η επιστροφή του στο παιδικό λίκνο, στην οικογένεια του παππού του. Ο Γιόζεφ Ροτ θα μας δώσει μέσα από τα γραπτά του τον τρόμο και την αθλιότητα που βασιλεύει στις γερμανόφωνες περιοχές μετά τον Α΄ Πόλεμο, ο Μπέρνχαρτ μετά τον Δεύτερο. Και οι δύο γράφουν για τη μοίρα των ηττημένων, την καταστροφή που βιώνουν, τα αισθήματα πένθους και ενοχής, τις κυρώσεις που υφίστανται από τους νικητές. Η Αυστρία και τις δύο φορές βρέθηκε στο στρατόπεδο των χαμένων, είχε το δικό της «Ετος Μηδέν», τις δικές της απώλειες, μα συνάμα και τις παρηγορητικές φωνές δύο μεγάλων δημιουργών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ