ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Κάποτε τους βλέπαμε μόνο στη σκηνή ως πρίγκιπες της νεανικής αμφισβήτησης και της ηλεκτρικής έντασης και μας ήταν αρκετό. Ηταν, εξάλλου, και στους ίδιους αρκετό. Τώρα, όμως, αρκετοί τροβαδούροι του ροκ που επέζησαν από τους κινδύνους του επαγγέλματος, βρίσκονται λίγο πριν ή λίγο μετά τα 70. Και απ’ ό,τι φαίνεται, όλο και περισσότεροι νιώθουν την ανάγκη να γράψουν για ό,τι και όπως το έζησαν. Και κάποτε, άλλοι γράφουν για εκείνους. Ο Μπρους Σπρίνγκστιν, ο Ελτον Τζον, ο Νιλ Γιανγκ, η Πάτι Σμιθ είναι μερικοί από τους σημαντικούς ρόκερ των οποίων τα ονόματα βρίσκονται τελευταία στις προθήκες, όχι των δισκοπωλείων –ποιων δισκοπωλείων, άλλωστε;– αλλά των βιβλιοπωλείων.

Δεν είναι οι πρώτοι αυτής της γενιάς, ασφαλώς. Πριν από περίπου δέκα χρόνια, η αυτοβιογραφία του Κιθ Ρίτσαρντς («Life - Ζωή», εκδ. Ροδακιό), όπου με γλαφυρό και αφοπλιστικό τρόπο ξεδιπλώνει μια ζωή γεμάτη σεξ, ναρκωτικά και ροκ εντ ρολ, έγινε μπεστ σέλερ. Ενώ υπάρχουν και τροβαδούροι, όπως ο νεότερος βέβαια Νικ Κέιβ, των οποίων η σχέση με τον έντυπο λόγο είναι τακτική. Ομως, το τελευταίο του βιβλίο, «The sick bag song», που οι New York Times χαρακτήρισαν ένα «επικό, αφηγηματικό ποίημα», κυκλοφόρησε πριν από τέσσερα χρόνια.

Ο Ελτον Τζον


 

Τώρα, πολύ περισσότεροι ασχολούνται με την αυτοβιογραφία του Ελτον Τζον, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Macmillan με τίτλο –τι άλλο– «Me». Ο Βρετανός τραγουδοποιός μιλάει βεβαίως για τις δυσκολίες των παιδικών του χρόνων, όμως πώς να αντισταθείς στον πειρασμό να σταθείς στους βιτριολικούς χαρακτηρισμούς για τον Κιθ Ρίτσαρντς («μαϊμού με αρθριτικά») και τη Μαντόνα («στριπτιζέζ πανηγυριού») και στις ιστορίες όπως αυτή όπου ο Σιλβέστερ Σταλόνε εξοργίστηκε διότι σε ένα πάρτι η πριγκίπισσα Νταϊάνα τον αγνόησε, καθώς είχε γοητευτεί από τον Ρίτσαρντ Γκιρ. Ή εκείνη, όπου ο σερ Ελτον και ο Τζον Λένον αρνήθηκαν να ανοίξουν την πόρτα στον Αντι Γουόρχολ, γιατί, όπως είπε ο πρώην Μπιτλ, «θέλεις να έρθει εδώ και ν’ αρχίσει να παίρνει φωτογραφίες, καθώς ίχνη από κόκα κρέμονται από τη μύτη σου;». Κάποιος που έχει επιτρέψει στον σύζυγό του να κάνει για εκείνον ένα ντοκιμαντέρ με τίτλο «Νευράκια και τιάρες», δεν θα μπορούσε παρά να έχει και την ικανότητα να παρωδεί την ίδια τη μεγαλομανία και τον ναρκισσισμό του.

Μάλιστα ο Ελτον Τζον κάπου γράφει «Αυτή, προφανώς, είναι η ιδανική στιγμή για να δηλώσω μια και καλή ότι αυτή η ιστορία είναι ένας αστικός μύθος. Δυστυχώς, δεν μπορώ να σας το πω αυτό, διότι η ιστορία είναι απολύτως αληθινή».

Εξομολογητικό είναι και το νέο βιβλίο της Πάτι Σμιθ, «Year of the Monkey» (εκδ. Bloomsbury). Ομως, πρόκειται για μια εξομολόγηση τελείως διαφορετική. Εδώ, η «ποιήτρια του ροκ» ξεδιπλώνει τα συναισθήματά της μετά την απώλεια παλιών φίλων και εραστών, όπως αντίστοιχα ο επί δεκαετίες μάνατζέρ της Σάντι Πέρλμαν και ο θεατρικός συγγραφέας και ηθοποιός Σαμ Σέπαρντ. Πρόσωπα και ιστορίες εναλλάσσονται σε μια αχλύ μαγικού ρεαλισμού, χωρίς όμως να λείπουν και καθημερινές λεπτομέρειες, όπως η αναφορά στα περιεχόμενα της βαλίτσας της Σμιθ στη διάρκεια μιας περιοδείας, μεταξύ των οποίων έξι T-shirts, έξι ζεύγη εσωρούχων, έξι ζευγάρια κάλτσες, βότανα για τον βήχα, η φωτογραφική της μηχανή, ένα ληγμένο φιλμ Polaroid και ένα βιβλίο. Αν και ένα άλλο βιβλίο της, το βραβευμένο «Just kids», αναφερόταν επίσης στη σχέση της με έναν χαμένο πλέον φίλο, τον φωτογράφο Ρόμπερτ Μέιπλθορπ, φαίνεται ότι αυτό, το καινούργιο, είναι αρκετά διαφορετικό.

Στο δικό του νέο βιβλίο, «Το feel the music» (εκδ. Ben Bella Books), που συνέγραψε με τον Φιλ Μπέικερ, ο Νιλ Γιανγκ αναφέρεται επίσης στην απώλεια – όμως όχι ενός ανθρώπου. Ο Καναδός τροβαδούρος μιλάει για τη συμπίεση και την έκπτωση του φυσικού ήχου στη μουσική για την οποία είναι υπεύθυνα τα ψηφιακά μέσα που συνήθως χρησιμοποιούνται σήμερα για την εμπορευματοποίησή της. «Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν η μουσική άρχισε να διατίθεται ψηφιακά σε cd, ενθουσιάστηκα», γράφει ο Γιανγκ. «Σκέφτηκα, τέρμα επιτέλους τα χρατς και όλοι αυτοί οι θόρυβοι των δίσκων βινυλίου. Οταν πήγα στο στούντιο μετά το τέλος της ηχογράφησής μου, έκανα ό,τι έκανα συνήθως: ρύθμισα τον ήχο και άρχισα να μιξάρω, ακούγοντας σε ποιότητα cd από τα καινούργια μηχανήματά μου. Μετά από τρεις ώρες, τα αυτιά μου πονούσαν! Κουδούνιζαν και πραγματικά με πονούσαν πολύ. Τότε συνειδητοποίησα για πρώτη φορά ότι κάτι πήγαινε στραβά».

Ο Γιανγκ δεν αρκέστηκε στις διαπιστώσεις. Δημιούργησε μια εταιρεία ψηφιακής μουσικής, την Pono, καθώς και την ιστοσελίδα «https://neilyoungarchives.com/», όπου μπορεί κανείς να αγοράσει ή, μέσω streaming, να «νοικιάσει» μουσική σε υψηλή πιστότητα, πολύ υψηλότερη από εκείνη στην οποία αρκούνται οι γνωστές πλατφόρμες. Πρόκειται απλώς για μια ιδιοτροπία του 74χρονου ρόκερ; Οχι ακριβώς: «Η αποδοχή της φτωχής ποιότητας ήχου διαχέεται σε όλη τη βιομηχανία και καθιστά ακόμα δυσκολότερη την αλλαγή κατεύθυνσης», εξηγεί. «Ο κόσμος συνηθίζει σ’ αυτόν τον κακό ήχο και πολλοί δεν δοκιμάζουν ποτέ την εμπειρία της αληθινής μουσικής. Καθώς οι απαιτήσεις για υψηλή πιστότητα μειώνονται, οι αντίστοιχες εταιρείες αγωνίζονται να επιβιώσουν και οι καλλιτέχνες ηχογραφούν σε χαμηλότερη ποιότητα. Οταν αυτές οι εταιρείες πεθάνουν, δεν θα υπάρχει τίποτα για να παίζει τον ήχο υψηλής πιστότητας».

Διαφορετικό είναι το νέο βιβλίο που επικεντρώνεται στον Μπρους Σπρίνγκστιν. Οπως φανερώνει και ο τίτλος του, «Long Walk Home: Reflections on Bruce Springsteen» (εκδ. Rutgers University Press), δεν αποτελεί προσωπική καταγραφή του «αφεντικού» του αμερικανικού ροκ, αλλά μια ανθολογία κειμένων που γράφτηκαν για τον τροβαδούρο της μοναξιάς, αλλά και των ανθρώπινων σχέσεων, του μόχθου και της εργασίας, και των εμποδίων που όλα αυτά αντιμετωπίζουν για να ανθήσουν στη σύγχρονη κοινωνία των ΗΠΑ. Και αν αυτό το βιβλίο μπορεί κανείς εύκολα να το παραγγείλει, μέχρι τώρα δεν συνέβαινε το ίδιο με το επόμενο.

Ο Λου Ριντ

Εξαντλημένο για χρόνια, το «I’ll Be Your Mirror: Collected Lyrics» (εκδ. Faber & Faber) επανεκδίδεται και θα κυκλοφορήσει στις 7 Νοεμβρίου ξεδιπλώνοντας τραγούδια, στίχους και ιστορίες του Λου Ριντ. Εξι χρόνια μετά τον θάνατο του τροβαδούρου της Νέας Υόρκης, το βιβλίο ξανακυκλοφορεί με την επιμέλεια και εισαγωγή της χήρας του, επίσης σημαντικής φυσιογνωμίας της αμερικανικής πρωτοπορίας, Λόρι Αντερσον, καθώς και με κείμενο του Μάρτιν Σκορσέζε. Θα περιλαμβάνει δε και τους στίχους του «Lulu», του τελευταίου άλμπουμ που ο Ριντ είχε κυκλοφορήσει με τους Metallica το 2011 και είχε γενναιόδωρα επαινέσει ένας άλλος μεγάλος απών του ροκ, ο Ντέιβιντ Μπόουι.

Πολύ νεότερος, μόλις 51, αριστοτέχνης ενός εντελώς διαφορετικού είδους, του τριπ χοπ, ο Τρίκι απέχει αρκετά από την ηλικία που συνήθως οι τραγουδοποιοί γράφουν βιβλία. Φαίνεται, όμως, ότι το προσωπικό του δράμα, ο θάνατος της κόρης του μόλις στα 24 χρόνια της, έκανε πιο επείγουσα την ανάγκη του να γράψει την αυτοβιογραφία του με τίτλο «Hell is round the corner».

Υπάρχει, ευτυχώς, και πιο αισιόδοξη ματιά. Αυτή που εκπροσωπεί ο Ντέιβιντ Μπερν. Ο ιθύνων νους και η καρδιά των Talking Heads επίσης ασκείται στον γραπτό λόγο, αλλά αυτή τη φορά μέσω της ιστοσελίδας «https://reasonstobecheerful.world», η οποία, όπως λέει και το όνομά της, προσφέρει λόγους για να είμαστε χαρούμενοι. Μα υπάρχουν τόσοι; Και όμως, ο Μπερν και οι εκλεκτοί φίλοι του, μεταξύ των οποίων ο Μπράιαν Ινο, βρίσκουν αρκετούς και μάλιστα στην υπηρεσία της περιβαλλοντικής συνείδησης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ