ΜΟΥΣΙΚΗ

Ρεσιτάλ ενδιαφέρον στα χαρτιά, προβληματικό στην πράξη

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Συνοδευόμενη από έξι μουσικούς και τον Σάιμον Ρατλ στο πιάνο, η Κόζενα τραγούδησε σε τέσσερις γλώσσες έργα επτά συνθετών.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μετά το ιδιαίτερα επιτυχημένο οπερατικό ρεσιτάλ της στις 11 Φεβρουαρίου, η μεσόφωνος Μαγκνταλένα Κόζενα επέστρεψε στις 22 Οκτωβρίου στην αίθουσα Σταύρος Νιάρχος για μια βραδιά με τραγούδια, ένα πρόγραμμα που αποτελεί, επίσης, την πιο πρόσφατη δισκογραφική της δουλειά. Συνοδευόμενη από μια ομάδα έξι μουσικών και τον διασημότατο σύζυγό της Σάιμον Ρατλ στο πιάνο, τραγούδησε σε τέσσερις γλώσσες έργα επτά συνθετών, από τον κεντροευρωπαϊκό ρομαντισμό ώς τον μοντερνισμό του Στραβίνσκι.

Στο χαρτί το πρόγραμμα φάνταζε ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Ομως οι συγγένειες ανάμεσα στα «Τρία τραγούδια» από τον Σαίξπηρ του Στραβίνσκι, τα «Τρία τραγούδια της Οφηλίας» του Ρίχαρντ Στράους και τα «Πέντε τραγούδια της Οφηλίας» του Μπραμς είναι μάλλον φιλολογική, παρά μουσική. Ειδικά στο πρώτο μέρος της βραδιάς, όπου την αισθησιακή μουσική του Σοσόν διαδέχτηκε η αυστηρή, δίχως χυμούς γραφή του Στραβίνσκι και αυτήν ακολούθησε ο νοσταλγικός, θεατρικός κόσμος του Ρίχαρντ Στράους, ο μουσικός διάλογος ανάμεσα στις ενότητες έμοιαζε καταναγκαστικός μάλλον παρά αυτονόητος.

Στο στούντιο της ηχογράφησης το ζήτημα της άρθρωσης ενός τραγουδιστή αντιμετωπίζεται χάρη στην τεχνολογία. Σε μία αίθουσα συναυλιών, ακόμα και όταν η ακουστική της είναι άριστη, είναι σημαντικό οι λέξεις να αρθρώνονται με σαφήνεια ώστε το κείμενο να γίνεται κατανοητό, αφού αυτό αποτελεί το ήμισυ της επιτυχημένης απόδοσης ενός τραγουδιού. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη με τα γαλλικά, τα αγγλικά και τα γερμανικά της Κόζενα. Η ερμηνεία των τραγουδιών προέκυπτε σχεδόν αποκλειστικά από την εκφραστική απόδοση του μουσικού κειμένου. Βεβαίως, η μουσικότητα παραμένει το «δυνατό χαρτί» της συγκεκριμένης τραγουδίστριας, αντισταθμίζοντας και κατά τη συγκεκριμένη βραδιά την ελλειμματική άρθρωση.

Η φωνή της Κόζενα είναι ακόμα λαμπερή, αισθησιακή, έχει πλουτίσει σε αποχρώσεις και διαθέτει ισχύ στην ψηλή περιοχή. Παραμένει όμως λιγότερο γεμάτη στη χαμηλή. Ετσι, τα έξοχα «Δύο τραγούδια» έργο 91 του Μπραμς για βιόλα, πιάνο και άλτο αποδείχτηκαν μάλλον λιγότερο επιτυχημένη επιλογή. Οχι επειδή γράφηκαν ειδικά για τη βαθιά φωνή της κοντράλτο Αμάλιε Γιόακιμ, αλλά επειδή από την ίδια τη σύνθεση γίνεται φανερό ότι το σκούρο ηχόχρωμα έρχεται σε επιτυχέστερο διάλογο με τον ήχο της βιόλας και του πιάνου.

Απολύτως στο στοιχείο της ήταν η Κόζενα στα τσεχικά τραγούδια, τα «Παιδικά» του Γιάνατσεκ και τη συλλογή από «Τσιγγάνικα» του Ντβόρζακ. Δεν ήταν τόσο το θεατρικό στοιχείο των στίχων εκείνο που την έκανε ολόκληρη να ζωντανέψει και να λάμψει, όσο η έκφραση αυτής της θεατρικότητας μέσα από τη μουσική. Σε αυτά, ακόμα και χωρίς να κατανοεί κανείς τη γλώσσα, είχε την αίσθηση ότι ο παραμικρός τονισμός συλλαβής και η ελάχιστη διακύμανση έβρισκαν το μουσικό αντίστοιχό τους. Επιπλέον, ο διάλογος με τα επτά όργανα που συνόδευαν τη μεσόφωνο ήταν απολαυστικός, καθώς η μεταγραφή των τραγουδιών ήταν ιδιαίτερα επιτυχημένη. Εκτός προγράμματος το περίφημο «Αύριο» του Στράους έκανε, όπως πάντα, το θαύμα του ενώ το «Καληνύχτα» του Ντβόρζακ έκλεισε τη βραδιά χωρίς περιθώριο παρερμηνείας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ