ΔΗΜΗΤΡΗΣ Α. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ*

Πανεπιστήμια και βία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οι βανδαλισμοί των πανεπιστημίων από ακραίες ομάδες και εξωπανεπιστημιακά στοιχεία είναι συχνό φαινόμενο. ΑΠΕ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στα επεισόδια έξω από το κτίριο του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, στις 30 Οκτωβρίου 2019, ομάδες κουκουλοφόρων χρησιμοποίησαν το κτίριο ως ορμητήριο για βανδαλισμούς επί της οδού Πατησίων, προτού επιστρέψουν σε αυτό. Η αστυνομία δεν τους καταδίωξε μέσα στο κτίριο, καθώς την ώρα εκείνη το πανεπιστήμιο βρισκόταν σε πλήρη λειτουργία με εκατοντάδες φοιτητές και καθηγητές στους χώρους του. Τα γεγονότα αυτά υπογραμμίζουν τα όρια της νομοθεσίας για το άσυλο: ανεξάρτητα από το τι προβλέπει ο νόμος ως προς τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων μέσα στο πανεπιστήμιο, η πολιτεία δεν μπορεί να εφαρμόσει τον νόμο λόγω του οργανωσιακού περιβάλλοντος στο οποίο τελούνται τα αδικήματα και της μεγάλης κλίμακας που έχει αποκτήσει το πρόβλημα.

Αφενός, είναι προφανώς αδύνατο να συγκρούονται βίαιοι παραβάτες με ΜΑΤ στους διαδρόμους των πανεπιστημίων. Επίσης και σε άλλες έννομες τάξεις η παρέμβαση της αστυνομίας γίνεται με φειδώ. Στα δημόσια πανεπιστήμια της Ισπανίας η είσοδος της αστυνομίας επιτρέπεται μόνο με άδεια του πρύτανη και σε αυτά της Ιταλίας μάλλον ακόμα σπανιότερα (π.χ., με αφορμή τη δολοφονία φοιτήτριας στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης το 1997). Σε εκείνα της Γαλλίας, η αστυνομία μπορεί να παρέμβει σε περίπτωση κακουργήματος ή καταστροφής (π.χ., φωτιά), ενώ σε άλλες περιστάσεις (π.χ., για να εκκενωθεί κατειλημμένο αμφιθέατρο) απαιτείται άδεια δικαστή, ύστερα από αίτημα του προέδρου του ιδρύματος.

Αφετέρου, όμως, η κρίσιμη διαφορά της Ελλάδας με τις ανωτέρω χώρες είναι διαφορά κλίμακας. Στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου τον Μάρτιο του 2018 έγινε βίαιη εκκένωση των καταληψιών ύστερα από εβδομάδες δισταγμών, ενώ οι καταλήψεις είχαν αποτελέσει είδηση στη Γαλλία. Σε μας, αντιθέτως, οι καταλήψεις κτιρίων ή οι εισβολές σε συνεδριάσεις της Συγκλήτου δεν αποτελούν είδηση. Δηλαδή, οι αντίστοιχες περιστάσεις στα πανεπιστήμιά μας είναι πολλές, συχνές και αφορούν πολλούς φοιτητές και εξωπανεπιστημιακά στοιχεία (τάξης μεγέθους από αρκετές δεκάδες έως μερικές εκατοντάδες άτομα ανά ίδρυμα).

Στην Ελλάδα, με τη λεγόμενη «κατάργηση του ασύλου», δεν τίθεται θέμα περιορισμού της ακαδημαϊκής ελευθερίας στην έρευνα και στη διδασκαλία, καθώς και ελεύθερης έκφρασης και διακίνησης των ιδεών. Αυτό που καταργήθηκε ήταν οι περιορισμοί του «νόμου Γαβρόγλου» (ν. 4485/2017). Εκείνος ο νόμος προσδιόριζε ποιες αξιόποινες πράξεις επέσυραν την επέμβαση της αστυνομίας αυτεπαγγέλτως και ποιες άλλες ύστερα από άδεια των πρυτανικών αρχών. Πλέον οι δημόσιες αρχές μπορούν να επέμβουν στα πανεπιστήμια αν τελούνται εκεί οποιεσδήποτε αξιόποινες πράξεις (άρθρο 64 του ν. 4623/2019 που ψηφίστηκε τον Αύγουστο και επανέφερε ρύθμιση του παλαιότερου ν. 4009/2011). Το θέμα είναι ότι ούτε η νέα νομοθεσία αντιμετωπίζει τα πραγματικά ζητήματα.

Πρώτον, στον χώρο του πανεπιστημίου οι Αρχές πρακτικά έχουν παραχωρήσει το μονοπώλιο της άσκησης φυσικής βίας σε ομάδες φοιτητών και μελών κινημάτων ξένων προς τα ΑΕΙ. Με όρους πολιτικής επιστήμης, στα πανεπιστήμια κυριαρχία, έστω μη νόμιμη αλλά πάντως φανερή, δεν ασκούν οι δημόσιες ούτε οι εκλεγμένες πανεπιστημιακές αρχές.

Ανάλογα με το ίδρυμα, η πρόσβαση σε αίθουσες και η διεξαγωγή ή όχι μαθημάτων εξαρτώνται από αποφάσεις συνελεύσεων των μελών διαφόρων, συνήθως εξωκοινοβουλευτικών, ομάδων. Αυτές έχουν εδώ και χρόνια καταλάβει μονίμως διάφορους πανεπιστημιακούς χώρους και –ενδυόμενες τον μανδύα της «γενικής συνέλευσης φοιτητών»– αποφασίζουν αν θα πραγματοποιηθούν τα προγραμματισμένα μαθήματα. Αν το πανεπιστήμιο ήταν επικράτεια, θα λέγαμε ότι ένα μέρος της κυριαρχείται από τις επίσημες αρχές της και ένα άλλο μέρος από τρίτους που εγείρουν αξιώσεις κυριαρχίας και κατά τόπους τις πραγματοποιούν επιτυχώς.

Δεύτερον, εξαιτίας αυτής της χρόνιας κολοβής κυριαρχίας των δημόσιων αρχών πάνω στο δημόσιο πανεπιστήμιο, ορισμένες από τις παραπάνω ομάδες έχουν προσπεράσει τον νέο νόμο για το άσυλο στον οποίο είχαν επικεντρωθεί κυβέρνηση και αντιπολίτευση. Με αφορμή τον νέο νόμο, είχε δοθεί έμφαση στο υπαρκτό, αλλά όχι τόσο εκτεταμένο, παράνομο εμπόριο ναρκωτικών ουσιών ή καταναλωτικών ειδών στα πανεπιστήμια. Με ανακοίνωσή τους οι αναρχικές ομάδες που προκάλεσαν τα επεισόδια στην οδό Πατησίων στις 30 Οκτωβρίου έθεσαν το ζήτημα στην πραγματική του βάση: «Αντιλαμβανόμαστε τα πανεπιστημιακά ιδρύματα όχι σαν ακαδημαϊκά άσυλα αλλά σαν καταφύγια κάθε λογής καταπιεσμένων, πεδίο οργάνωσης εξεγερμένων και ορμητήριο επιθετικών ενεργειών». Δηλαδή, τέτοιες και άλλες κυρίαρχες στα πανεπιστήμια ομάδες αντιμετωπίζουν τη δράση τους ως μέρος ευρύτερης πολιτικής στρατηγικής, ενώ οι Αρχές την αντιμετωπίζουν ως περιστασιακή παραβατικότητα.

Δεν είναι παντού οι ίδιες ομάδες κυρίαρχες. Σε ορισμένα ιδρύματα δεν ηγεμονεύουν όσοι αντιλαμβάνονται το πανεπιστήμιο ως ορμητήριο, αλλά κάποιοι που το χρησιμοποιούν ως οργανωσιακό πόρο ενός αγώνα κατά των μεγαλύτερων κοινοβουλευτικών κομμάτων ή ακόμα και εναντίον των κομμάτων της Αριστεράς, καθώς και άλλοι που το βλέπουν ως θύλακο αντίστασης κατά της ελεύθερης αγοράς και του κοινοβουλευτισμού. Υπάρχει επίσης ακόμα εύλογη διάχυτη οργή, που συνδέεται με την οικονομική κρίση. Λέγεται συχνά ότι αν μετείχαν στις γενικές συνελεύσεις πολύ περισσότεροι, ανένταχτοι φοιτητές, τότε δεν θα ηγεμόνευε η αντίληψη του δημόσιου πανεπιστήμιου ως τέτοιου ορμητήριου, πόρου ή θυλάκου. Και αυτή η ιδέα, παρότι σωστά αντιλαμβάνεται το πρόβλημα ως πολιτικό, δεν έχει καρποφορήσει, γιατί οι κυρίαρχες ομάδες διοργανώνουν επαναλαμβανόμενες γενικές συνελεύσεις και συνεχίζουν μέχρι να κερδίσουν μία από αυτές. Αρα, πέρα από την πολιτική, υπάρχει και μια επιχειρησιακή διάσταση στο πρόβλημα.

Συνοπτικά, όπως θα φανεί και στις επερχόμενες κινητοποιήσεις για την επέτειο του Πολυτεχνείου και για τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου, η λογική της πολιτείας είναι ατελέσφορη γιατί αφορά μεμονωμένα περιστατικά, όχι διαρκή και μαζικά φαινόμενα. Το δημόσιο πανεπιστήμιο έχει περάσει σε μη δημόσια χέρια. Αρα η δημοκρατικά συντεταγμένη πολιτεία, τηρώντας πάντοτε το Σύνταγμα και τις δημοκρατικές ελευθερίες, θα έπρεπε να δει το ζήτημα στις πραγματικές του διαστάσεις.

* Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ