Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Γιάννα Αγγελοπούλου: Δύο αιώνες αυτολύπησης

Λένε ότι ο Μητσοτάκης το συνηθίζει. Οταν έχει μια περίεργη ιδέα, την πετάει στο τραπέζι και μετά απολαμβάνει σιωπηλός τις αντιδράσεις. Ετσι ξαφνικά, τον περασμένο Ιούλιο, εξαπέλυσε στους συνεργάτες του την απόφασή του για ανάκληση της Γιάννας Αγγελοπούλου από την αποστρατεία. 

Και όμως, η επιλογή του πρωθυπουργού μόνο αντισυμβατική δεν ήταν. Οι κυβερνήσεις πέφτουνε. Η αγάπη για τη Γιάννα μένει. Ακριβώς αυτή η διακομματική της προσαρμοστικότητα ήταν ένα από τα προσόντα που την καθιστούσαν κατάλληλη για το πρότζεκτ της επετείου του 1821.

Οσοι είχαν βιαστεί να προεξοφλήσουν ότι το 2021 θα γινόταν παρανάλωμα πυροτεχνημάτων διαψεύδονται. Η σύνθεση της επιτροπής σχεδόν αποκλείει να εξελιχθεί ο εορτασμός σε φιέστα εθνικιστικού μπαρόκ. Πρόκειται για επίλεκτους διανοούμενους, οι οποίοι στο σύνολό τους έχουν εργαστεί για να αποδομήσουν, ορισμένοι με προσωπικό κόστος, τα απλουστευτικά σχήματα της εθνικής αυταρέσκειας. 

Η καχυποψία δεν ήταν, πάντως, εντελώς αδικαιολόγητη. Η Αγγελοπούλου έχει ταυτιστεί με μια κορύφωση της συλλογικής αυτοπεποίθησης από την οποία απέμειναν άχρηστα τα «έργα», σαν άδεια μπουκάλια μιας δαπανηρής παραφοράς. Ακόμη κι αν η ίδια δεν φέρει την ευθύνη για τη μεταολυμπιακή εγκατάλειψη, η σύναψη λειτουργεί. Και λειτουργεί οξύτερα μετά την αναθεώρηση της εμπειρίας των Αγώνων, την οποία επέβαλε η κρίση.

Η επέτειος δεν κινδυνεύει να εξελιχθεί σε ακριβό πρότζεκτ. Δεν θα πέσουν μπετά. Και φαίνεται ότι υπάρχει επίγνωση ότι η σκηνική λιτότητα θα εξυπηρετήσει καλύτερα τον σκοπό. Ποιον σκοπό, όμως; Τι ζητάμε από την αναψηλάφηση δύο αιώνων εθνικής ύπαρξης;

Ισως το πιο ενδιαφέρον από τη σπαρτιατική πρεμιέρα της διοργάνωσης είναι ότι ανάμεσα στα ονόματα συγκαταλέγονται και τρεις ξένοι ιστορικοί –Μαζάουερ, Μπίτον, Κλογκ– που, περιέργως, έχουν εντρυφήσει στη σύγχρονη Ελλάδα. Δεν αγάπησαν τη χώρα μόνο σαν ευήλιο πάρκο περικαλλών ερειπιώνων. Δεν τη μελέτησαν γι’ αυτό που κάποτε ήταν, αλλά γι’ αυτό που έγινε.

Αυτό είναι, χονδρικά, και το πόρισμα της ιστορικής έρευνας για το εγχείρημα που ξεκίνησε το 1821: παρά τις χρεοκοπίες, τους πολέμους και τους διχασμούς κατάφερε να εξελιχθεί στο πιο επιτυχημένο έθνος-κράτος της νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Το παράδοξο είναι ότι τα επιτεύγματα της σύγχρονης Ελλάδας, που αναγνωρίζονται από την επιστήμη, δεν έχουν βρει έδαφος στη συλλογική συνείδηση. Ο εθνικός εαυτός αναζητεί τις πηγές του στο αρχαίο παρελθόν, αποκηρύσσοντας το παρόν του ως προϊόν μιας παρακμιακής αλυσίδας.

Η επέτειος μπορεί να μας βοηθήσει να ξαναγνωριστούμε με τον ζωντανό εαυτό μας.

Κωνσταντίνος Κυρανάκης: Μέρκελ ή Αυστραλία;

Να πουλάς σουβλάκια για πατριωτισμό είναι φθηνή πολιτική. Το ότι είναι φθηνή, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν πουλάει. Το αντίθετο.

Πολιτευτής που πρόλαβε να δοκιμαστεί μόνο στο να σηκώνει το φρύδι του εις βάρος των ήδη απονομιμοποιημένων συριζαίων, ο Κυρανάκης «πούλησε» εντυπωσιακά καλά στις κάλπες του Ιουλίου – με πάνω από 42.000 σταυρούς στη νότια Αθήνα. Η επιτυχία του στο αντισυριζαϊκό θέαμα τον καταδικάζει να αναπαράγει τώρα τα ευπώλητα νούμερα της αντιπολιτευτικής του περσόνας. Στους ίδιους αυτοματισμούς έχουν εγκλωβιστεί και άλλοι της σειράς του Κυρανάκη: Εξακολουθούν να αντιπολιτεύονται την αντιπολίτευση.

Αυτά τα προσωπικά ρεπερτόρια εκτελούνται εις βάρος του κεντρικού κυβερνητικού μηνύματος, το οποίο ενίοτε καταλήγουν να ενταφιάσουν – όπως συνέβη με τον σάλο των χοιρόφιλων.

Η κακοφωνία, όμως, δεν είναι πρόβλημα «επικοινωνιακού» συντονισμού. Απηχεί τον δισταγμό της κυβέρνησης στο μεταναστευτικό – τη σχεδόν εμφανή αμφιταλάντευσή της μεταξύ του σχεδίου οργανωμένης υποδοχής, που ήδη εκτυλίσσεται, και άλλων, πολύ πιο ριζοσπαστικών εισηγήσεων. Και ο δισταγμός, με τη σειρά του, δεν είναι συγκυριακό βραχυκύκλωμα της Νέας Δημοκρατίας. Είναι υπαρξιακό πρόβλημα της Δεξιάς παντού στον δυτικό κόσμο.

Ποιο μοντέλο πρέπει να ακολουθήσει η Ν.Δ.; Το δύσπεπτο από την κοινωνία υπόδειγμα της Μέρκελ – που συνδυάζει την αντιρατσιστική, αφομοιωτική ατζέντα με ένα σύστημα ελέγχου των αφίξεων; Ή μήπως αυτό είναι ανέφικτο για μια μεθοριακή χώρα όπως η Ελλάδα; Μήπως χρειάζεται ριζικότερη αντιμετώπιση, όπως, ας πούμε, ένα «αυστραλιανό» νησί-στρατόπεδο στο Αιγαίο;

Το δεύτερο μπορεί και να αποδεικνυόταν πιο δημοφιλές στο κοινό της Ν.Δ. Η πείρα όμως από ομόλογα κόμματα έχει δείξει ότι ακόμη κι αν μια κυβέρνηση συντονιστεί με την κυρίαρχη ξενοφοβική ορμή, εντέλει δεν κερδίζει η ίδια την πλειοψηφία. Το πρόβλημα δεν λύνεται μέσα σε μία τετραετία. Στο τέλος της τετραετίας, οι παρορμήσεις, δικαιωμένες και αποχαλινωμένες, τείνουν να διοχετεύονται σε κόμματα πούρου λαϊκισμού, που δεν έχουν χρεία συστημικού αυτοπεριορισμού.

Η άλλη –η δύσκολη– επιλογή σκοπεύει να εξοπλίσει τη Δεξιά που κυβερνά και τη βάση της με ένα νέο σύστημα αξιών. Με μια νέα πυξίδα – συστατικά της οποίας έχουμε ακούσει τον τελευταίο καιρό από τα χείλη του Μητσοτάκη. Η αυστραλιανή φόρμουλα είναι φαντεζί – ό,τι πρέπει για την όρεξη των σουβλακιστών. Η ηθικοπολιτική δίαιτα στο κόμμα είναι ο δύσκολος τρόπος, που, αν πετύχει, δεν θα αλλάξει μόνο το κόμμα. Θα σταθεροποιήσει το πολιτικό σύστημα στο χαμένο του κέντρο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ