ΒΙΒΛΙΟ

Οι δήμιοι της παράδοσης

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΩΤΙΔΗΣ

Το κείμενο αφορά ένα συνταρακτικό γεγονός, που έλαβε χώρα σε κάποιο χωριό της Μάνης πριν από ενάμιση αιώνα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ
Μηλιά μου Αμίλητη
Ενας λόγος σε έξι φωνές
εκδ. Αγρα, σελ. 45

Ο πλούτος της παράδοσης δεν αποτελείται μόνον από θαυμαστά τεκμήρια αλλά και από στοιχεία ανατριχιαστικής και επαίσχυντης βίας. Ενα μελανό περιστατικό που ανάγεται στα ήθη της λαϊκής μας παράδοσης αναβιώνει στο νέο ποιητικό κείμενο του Παντελή Μπουκάλα. Πρόκειται, όπως γράφει, για «ποιητική αναψηλάφηση ενός συνταρακτικού συμβάντος που έλαβε χώρα σε κάποιο χωριό της Μάνης πριν από ενάμιση αιώνα. Την ιστορία μού την αφηγήθηκε η μουσικός Δήμητρα Τρυπάνη, ζητώντας μου να ετοιμάσω ένα κείμενο με το οποίο θα συλλειτουργούσε η μουσική της στην “παράσταση ήχου” που σχεδίαζε». Το συμβάν: Κόρη αγαπιέται με έναν ξένο εκτός του γάμου που αποφάσισε ερήμην της η οικογένειά της και για το «παράπτωμά» της αυτό θάβεται ζωντανή μετά από βασανιστήριο πείνας, δίψας και απομόνωσης, από τον πατέρα και τα πέντε αδέλφια της.

Ο Μπουκάλας χειρίζεται το υλικό με τρόπο αμφίδρομο: ως  άνθρωπος προσπαθεί να φανταστεί πώς ένιωθαν θύτες και θύμα. Ως ποιητικό υποκείμενο στιχουργεί με, τη γνωστή από άλλα του ποιητικά έργα, τραχιά ευαισθησία. Συγκροτεί τη σύνθεση σε εξαμερή δομή μοιράζοντας τον λόγο σε έξι φωνές (η μάνα, τα τέσσερα αδέλφια, η κόρη, ο μικρότερος αδελφός, ο πατέρας, ο ξένος). Δίνει στα πρόσωπα διαστάσεις τραγικές, τις οποίες ο αναγνώστης ίσως δυσκολευτεί να συνάψει με την πραγματικότητα με δεδομένη τη θηριωδία της θανάτωσης. Εντάσσει, επιπλέον, δύο ακέραια δημοτικά τραγούδια, ένα ροδίτικο και ένα πελοποννησιακό, σε θέσεις και με τρόπο που φορτίζουν ακόμη περισσότερο την ατμόσφαιρα τη δημιουργημένη από το δικό του ποιητικό λόγο. Τα μέρη των τεσσάρων αδελφών, του πατέρα και του εραστή είναι σε έμμετρο ποιητικό λόγο. Σε πεζό λόγο μιλούν η μάνα, ο μικρός αδελφός και η ίδια η κόρη.

Το ποίημα αρχίζει με τον μονόλογο της μάνας, ένα σκληρό κείμενο: Η μάνα περιγράφει τη δεινή θέση της γυναίκας στον κόσμο, τον προδιαγεγραμμένο βίο της, στον οποίο είναι διαρκώς μια μηχανή που κάνει τα πάντα χωρίς να ρωτιέται και χωρίς να επιτρέπεται να παραπονεθεί. Αυτά τα πάντα ξεκινάνε από την απόλυτη αδυναμία να αντιπαρατεθεί σε οτιδήποτε με τον άντρα, πατέρα ή σύζυγο. Με ενδιάμεσο στάδιο τις ανυπόφορες γενετήσιες επαφές με τον λερό ή μεθυσμένο σύζυγο, πατροπαράδοτα δοτό που δεν τον γνώριζε μέχρι τον γάμο. Και φτάνουν ώς το ακραίο όριο να της απαγορεύουν ακόμη και να κλάψει για το παιδί της που καταδικάζουν, ο άντρας της και τα αρσενικά παιδιά της, σε μαρτυρικό θάνατο για να «ξεπλύνουν την ντροπή».

Στο επόμενο μέρος, το «Τετράδερφο», τα τέσσερα από τα πέντε αδέλφια εξαπολύουν το έμμετρο μίσος τους με λόγο ωμό και απύθμενα βίαιο: «Στο χώμα/ Βαθιά./ Φυτευτή./ Το κεφάλι της έξω. / Να τη φτύνει όποιος θέλει.../Και κανένας νερό μην της πάει./ Καμία./ Το φτύσιμο μόνη δροσιά της... Μονάχη να σβύσει η σκύλα./ Μας ντρόπιασε/ Τ’ όνομά μας μαγάρισε».

Ο Μπουκάλας επιλέγει να σκιαγραφήσει τους δημίους να μιλούν όχι μόνο  σαν κατήγοροι, αλλά και σαν να απολογούνται. Να απολογούνται στην κοινωνία που ορίζει εθιμικά τον θάνατο ως τα επίχειρα της ανυπακοής κάθε γυναίκας, εκπληρώνοντας όχι απλώς οικογενειακό αλλά κοινωνικό καθήκον. Ετσι, ο ποιητής σχεδόν εκλογικεύει την πράξη τοποθετώντας τη σε περιβάλλον αίτιου και αποτελέσματος· την αιτιολογεί ως πολιτισμικό συνεπαγόμενο μιας τάξης πραγμάτων.

Η ενσυναίσθηση είναι αναμενόμενη από έναν ποιητή της ολκής του. Αλλά δεν είναι ιδιότητα μετρήσιμη, ούτε παρούσα στην ίδια ένταση  σε όλους. Υποθέτω ότι βαθιά μέσα μας υπάρχουν όρια στη δυνατότητα να βρεθούμε στη θέση του άλλου, όρια που σε όλους κάποια στιγμή γίνονται απαγορευτικά. Πώς να ένιωσε η μάνα-καταδότης; Πώς ο πατέρας-φονιάς, πώς τα αδέλφια-δήμιοι (τέσσερις αποφασισμένοι και χωριστά ο μικρότερος, ένας κακομοίρης που τη λυπάται, αλλά τη λυπάται λιγότερο από όσο φοβάται τους υπόλοιπους), η κόρη-θύμα, ο εραστής-ξένος, χωρικά κοντά, πλην τυλιγμένος στο κουκούλι της αλλοσύνης του;

Η κυριαρχία (και όχι η απλή δεξίωση) αποκλειστικά της δημόσιας κοσμοαντίληψης και του κοινωνικά εθιμικού «δικαίου» της πάνω στα υποκείμενα εξαφανίζει την ατομική τους συνείδηση. Ετσι, οι ήρωες του δράματος είναι όλοι άνθρωποι με ακρωτηριασμένη την ανθρωπιά τους. Λειψοί άνθρωποι και ανάγλυφα δείγματα των «βλαβερών συνεπειών» του πολιτισμού. Επειδή το ένστικτο της κυριαρχίας (που είναι προ-πολιτισμικό) μπορεί και να λάβει –όπως όλα τα ένστικτα– προβάδισμα έναντι των αξιών και κανόνων που καθιέρωσε ο πολιτισμός. Δεν κινητοποιεί, όμως, σε φόνο παρά μόνον ως μέσο αυτοσυντήρησης. Το δημόσιο ως ανύψωση του ατομικού είναι κατάκτηση του πολιτισμού. Εδώ βρισκόμαστε σε μιαν απόλυτη απάρνηση του ατομικού και πλήρη δεξίωση του δημόσιου στη θέση του. Το δημόσιο έθος ακυρώνει τον πατέρα, τον αδελφό, τη μάνα και τους διαστρέφει σε κοινωνία-τιμωρό. Το υποκείμενο δημεύεται.

Η τιμωρία του έρωτα με βίαιο θάνατο, όπως σημειώνει ο Μπουκάλας, είναι γνωστή από τα δημοτικά άσματα. Η παράδοση δεν έχει μονάχα το χώνεμα του ιδιωτικού στο δημόσιο. Εχει και δημίους.

Ο ποιητής, ενδεχομένως, θέλοντας να συμπεριλάβει το στοιχείο της ανθρωπιάς, ακόμη και στην ψυχρή ιταμότητα των θυτών, δίνει διαστάσεις που θα τις απαντούσαμε σε ένα κείμενο τραγωδίας:  έτσι κάνει τον πατέρα να εκφράζει σπαραχτικούς ενδοιασμούς ανάλογους του Αγαμέμνονα στην «Ιφιγένεια εν Αυλίδι». Ο μικρός αδελφός παίρνει, και αυτός, μια λιγότερο στυγνή διάσταση με την ατολμία και τις τύψεις του. Και ο ξένος παραστέκει τη νύχτα μήπως και τα αγρίμια επιτεθούν στο κεφάλι της αγαπημένης του, αλλά ούτε αυτός κάνει κάτι για να τη λυτρώσει από το προδιαγεγραμμένο τέλος της.

Το έργο είναι εκκωφαντικό στη μορφή, στο εκφραστικό περιεχόμενο και στην επαφή του με σημερινά κοινωνικά ζητήματα. Η αγριότητα κατά των γυναικών εξακολουθεί να υφίσταται και σήμερα σε αγροτικές κοινωνίες τόπων όπως το Αφγανιστάν και όχι μόνο, όπου σκοτώνουν τη γυναίκα οι δικοί της, σαν το σκυλί στ’ αμπέλι, ακόμη και αν είναι θύμα βιασμού. Δεν είναι σπάνια τέτοια περιστατικά και στις μέρες μας. Η μνημείωσή τους σε καλλιτεχνική έκφραση ελπίζει κανείς ότι είναι μια έκφραση ανθρωπισμού και σαν τέτοια πρέπει να τη δούμε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ