ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μήπως ήρθε η ώρα της αποκαθήλωσης για τη Μόνα Λίζα; Ο τεχνοκριτικός των New York Times Τζέισον Φάραγκο πιστεύει πως το Λούβρο είναι όμηρος της Τζοκόντα και πως το παρισινό υπερ-μουσείο πρέπει να αποχωριστεί την Ιταλίδα σταρ και να τη στεγάσει σε ένα δικό της σπίτι.

Ο Φάραγκο στο άρθρο του, που δημοσιεύθηκε πριν από μερικές μέρες, περιγράφει τις ορδές τουριστών που συνωστίζονται για μια φωτογραφία σε απόσταση περίπου δύο μέτρων από τον πίνακα. Οπως επισημαίνει, η Μόνα Λίζα δεν είναι και το καλύτερο έργο του Λεονάρντο ντα Βίντσι, ενώ το ίδιο το μουσείο –όπως και η αίθουσα που φιλοξενεί τον πίνακα– έχει να επιδείξει πολύ πιο σημαντικά έργα τέχνης. Αυτό που προτείνει και μάλλον προκάλεσε απανωτά εγκεφαλικά στους Γάλλους επιμελητές, είναι η δημιουργία ενός αυτόνομου περιπτέρου αφιερωμένο αποκλειστικά στη Μόνα Λίζα και εξοπλισμένο με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας που θα ικανοποιήσει το νεανικό κοινό.

Στην Ελλάδα, με το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης ακόμα κλειστό και την Εθνική Πινακοθήκη σε φάση ανακαίνισης, ίσως φαντάζει πολυτέλεια η συζήτηση για το αν θα πρέπει να μείνει ή να φύγει η Ιταλίδα του Λεονάρντο. Αυτό όμως που έχει σημασία είναι να δούμε πως το Λούβρο κατάφερε και έχτισε τον μύθο ενός πίνακα που τώρα έχει ξεπεράσει το ίδιο το μουσείο. Ασφυκτικά αλλά σταθερά οι επισκέπτες συρρέουν για να τη δουν και να τη φωτογραφήσουν. Αρκεί ένα έργο τέχνης για να φτιάξει έναν μύθο; Απαντούν οι ιστορικοί Τέχνης Μαριλένα Κασιμάτη και Λουίζα Καραπιδάκη.


Η λατρεία προς τη Μόνα Λίζα έχει φτάσει στο απροχώρητο, λένε οι κριτικοί, αν και το Λούβρο βλέπει την επισκεψιμότητά του να ανεβαίνει.

Η νέα «Τζοκοντολατρία»
Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη, Ιστορικός τέχνης, τ. επιμελήτρια Εθνικής Πινακοθήκης - Μουσείου Αλ. Σούτσου

Δεν μπορεί να μιλάει κανείς για τη Μόνα Λίζα χωρίς να αναφέρεται στη μυθική διάσταση, που άθελά του έχει πάρει το έργο.

Οταν μετακόμισε στο Λούβρο, δεν ήταν παρά μοναχά ένα πορτρέτο, αντιπροσώπευε, δηλαδή, ένα χαμηλότερο είδος τέχνης. Aλλαξε όταν στο προσκήνιο των εικαστικών εμφανίστηκαν λογοτέχνες όπως ο Θεόφιλος Γκοτιέ, που από το τίποτα ίδρυσε το 1850 τη νέα «Τζοκοντολατρία»: αμέτρητοι θαυμαστές πέρασαν από τότε μπροστά από το είδωλο της «θεϊκής Μόνα Λίζα». Η εικόνα της αναβαπτίστηκε από τον Φρόιντ, ο οποίος είδε στη μορφή της τη μητέρα: ενδιαφερόταν για την ομοφυλοφιλία του Λεονάρντο, την οποία απέδιδε στο μητρικό σύμπλεγμα.

Οι ιστορικοί της τέχνης δεν την αγάπησαν ποτέ, επειδή η φήμη της δεν αφορούσε την τέχνη του Ντα Βίντσι. Eφτασαν μάλιστα στο σημείο να επιχαίρουν για την κλοπή από το Λούβρο το 1911 –ελπίζοντας να τελειώνει κάποτε αυτή η υστερία– για να μην αναφερθούμε στην «επίθεση» του Ντισάν, που πρόσθεσε πάνω σε φωτογραφία της μουστάκια και την επιγραφή: «L.H.O.O.Q.» (Elle a chaud au cul). Οι εκδηλώσεις λατρείας άγγιξαν, φευ!, νέα ρεκόρ, το έργο κέρδισε το καθεστώς του ειδώλου. Μόνο η πρωτοπορία τής κήρυξε πόλεμο: ήταν η τέχνη του χθες. Αδιάφορο για τους πολλούς.

Ο σημερινός επισκέπτης με το κινητό του θα εγγράψει τις αναμνήσεις του, ακριβώς όπως τη δεκαετία του 1970 ο αντίστοιχος Ιάπωνας με τη Minolta. Θα συμμετάσχει στις τελετουργίες του προσκυνήματος στο Παρίσι, επειδή έτσι λειτουργεί ο μαζικός τουρισμός. Η παραδοχή πως η αναποτελεσματική διαχείριση της ροής των επισκεπτών καθιστά τους θεατές δυστυχείς, είναι εύκολη αλλά όχι ανώδυνη.

Οσοι δυστυχούν εξαιτίας των δικών τους αποφάσεων να συμπλεύσουν με όρους μαζικής τελετουργίας, ευθύνονται για όσα θα υποστούν. Δεν ηττάται το μουσείο και δεν ήρθε με κανέναν τρόπο η ώρα να μετακομίσει η Μόνα Λίζα από το Λούβρο. Μόνο κυνισμό φανερώνει η πρόταση για απομάκρυνση από το Λούβρο των 10 εκατομμυρίων επισκεπτών. Με όλο και μεγαλύτερη αποκλειστικότητα, το μουσείο αναδείχθηκε ο μοναδικός χώρος για την τέχνη: Η κοινοτοπία της συχνά άθλιας καθημερινότητάς μας αναζητεί την κοσμική «ιερότητα» που αντιπροσωπεύει. Το μουσείο του Λούβρου είναι δικαιωματικά ο χώρος της Μόνα Λίζα. Oχι επειδή είναι ένα «αριστούργημα», αλλά επειδή έχει χτίσει ένα μύθο που ενδιαφέρει εκατομμύρια με κινητά στο χέρι.


Η Πυραμίδα του Λούβρου ήταν ακόμη μία επιτυχημένη κίνηση προσέλκυσης τουριστών.

Δεν αρκούν οι συλλογές
Λουίζα Καραπιδάκη, Ιστορικός τέχνης

Στις μέρες μας, η οργανωμένη πολιτιστική διαχείριση των μουσείων είναι πολύ σημαντικός παράγων για την επισκεψιμότητα και κυρίως για την επιβίωσή τους. Δεν αρκούν πια οι σημαντικές συλλογές για την αύξηση τoυ αριθμού των επισκεπτών, αλλά επιβάλλεται και ένας ενισχυμένος επικοινωνιακός ρόλος και μια στοχευμένη πολιτική.

Το Λούβρο είναι πρωτοπόρο στην επιτυχημένη μουσειακή πολιτική αναζήτησης μεγαλύτερης επισκεψιμότητας, γιατί όχι και του μαζικού τουρισμού. Πριν από 30 χρόνια οργάνωσε την εντυπωσιακή παγκόσμια καμπάνια με θέμα «Πώς θα θέλατε την είσοδο ενός μουσείου». Ο κόσμος ανταποκρίθηκε στις ερωτήσεις και ο αριθμός επισκεπτών πολλαπλασιάστηκε, γιατί όλοι ήθελαν να επισκεφθούν την πολυδημοσιευμένη πυραμίδα του Ι. Μ. Πέι. Παράλληλα, διέδωσε την ιστορία «της τετράγωνης αυλής» και έδωσε νέα ερεθίσματα, ακόμη και σε αυτούς που είχαν επισκεφθεί το Λούβρο εκατοντάδες φορές για τα δύο εκθέματα με τη μεγαλύτερη επισκεψιμότητα μέχρι τότε, την Αφροδίτη της Μήλου και τη Νίκη της Σαμοθράκης. Επειτα, επιμελώς οδήγησε τους επισκέπτες του στη Μόνα Λίζα, με επανειλημμένες ενέργειες, δημοσιεύσεις, θεματικές δράσεις, χρηστικά αντικείμενα με την απεικόνισή της και το τετράπτυχο «Découvrir le Louvre», που κυκλοφορούσε για πολλά χρόνια με εκείνη στο εξώφυλλο και μεταφρασμένο σε τέσσερις γλώσσες. Το Λούβρο δεν μπορεί να αποχωριστεί τη Μόνα Λίζα, γιατί είναι αναπόσπαστο μέρος του εκθεσιακού ιστού και της ιστορίας του.

Τα μουσεία, ακόμα και τα φημισμένα με τις σημαντικές και πλούσιες συλλογές, χρειάζεται να διευρύνουν το κοινό τους ηλικιακά και κοινωνικά. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι τα κτίρια από αυστηρά και απρόσωπα γίνονται φιλικά, τα πωλητήρια εκσυγχρονίζονται, τα εστιατόρια επεκτείνονται, τα φυλλάδιά τους τονίζουν τις υποδομές των μουσειακών χώρων, όπως το δωρεάν Wi-Fi. Επιτυχές παράδειγμα αποτελεί η εκθεσιακή πολιτική του εθνογραφικού Mucem στη Μασσαλία, το οποίο δεν οργανώνει πια μόνιμες εκθέσεις, αλλά περιοδικές, που διαρκούν 3,5 χρόνια. Θεωρώ ότι και στην Ελλάδα, την κατεξοχήν χώρα των μουσείων, πολλοί μουσειακοί χώροι, όπως τα μουσεία της Ακρόπολης και της Κυκλαδικής Τέχνης, έχουν εξαιρετικά αποτελέσματα επισκεψιμότητας, γιατί ασκούν συστηματική πολιτιστική διαχείριση, ενώ άλλα μουσεία, όπως ορισμένα κρατικά, θα πρέπει να παραδειγματιστούν από τις διεθνείς τάσεις μουσειακής πολιτικής και να εφαρμόσουν μια οργανωμένη ενημερωτική καμπάνια.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ