Ρίτα Ουίλσον: «Σπίτι» μου είναι ο άνθρωπος  που θέλω να είμαι»

Η Ελληνίδα μητέρα της, η περιπέτεια της υγείας της, η γνώμη του συζύγου της Τομ Χανκς για τα τραγούδια της, ο ορισμός της ευτυχίας, ο Καβάφης, ο... Παντελίδης: όσα χώρεσαν σε μια συνομιλία με αφορμή τη συνεργασία της με τον Χρήστο Μάστορα στο ντουέτο «Let Me Be».

Ένας τηλεφωνικός αριθμός, ένας κωδικός πρόσβασης, μια κουβέντα διάρκειας μισής ώρας, τρεις συνομιλητές και δύο... επιτηρητές (εκπρόσωπος του ατζέντη και της δισκογραφικής εταιρείας). Πέντε άτομα, δηλαδή, στο ίδιο τηλεφώνημα. Σας μπέρδεψα μάλλον. Ας πάρουμε λοιπόν τα πράγματα με τη σειρά. Η αεικίνητη Ρίτα Γουίλσον –ηθοποιός, συγγραφέας και παραγωγός κινηματογραφικών επιτυχιών (όπως «My Big Fat Greek Wedding» και «Mamma Mia») και σύζυγος του Τομ Χανκς– τα τελευταία χρόνια έχει αφιερώσει σημαντικό μέρος από τον χρόνο και την ενέργειά της στο μεγαλύτερο ίσως πάθος της, τη μουσική, ως ερμηνεύτρια και στιχουργός. Τραγούδια από το νέο της άλμπουμ, «Halfway to Home», που κυκλοφόρησε τον περασμένο Μάρτιο, παρουσίασε στο αθηναϊκό κοινό τον Ιούνιο, στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, στο πλαίσιο του Summer Nostos Festival. Εκείνη η συναυλία όμως είχε και μια έκπληξη: το ντουέτο της ελληνικής καταγωγής σταρ με τον Χρήστο Μάστορα, frontman του συγκροτήματος MEΛISSES. Το «Let Me Be», όπως τιτλοφορείται το αγγλόφωνο ερωτικό τραγούδι το οποίο συνυπογράφουν, γράφτηκε μέσω Skype(!) και κυκλοφορεί από την Panik Records σε όλο τον κόσμο. Με αυτή την αφορμή, οι δύο δημιουργοί μίλησαν στο «Κ». Η «χημεία» ανάμεσά τους ήταν εμφανής. Δεν τους ενώνει, άλλωστε, μόνο η αγάπη τους για τη μουσική, αλλά και οι κοινές τους ρίζες: η μητέρα της Ρίτα Γουίλσον, Δωροθέα, γεννήθηκε στο χωριό Σωτήρα Δρόπολης της Βορείου Ηπείρου. Από την ίδια περιοχή κατάγεται ο Χρήστος Μάστορας.

 

 

Πώς ήταν η εμπειρία τού να γράψετε ένα τραγούδι μέσω Skype;

Πολύ ενδιαφέρουσα. Άλλωστε, αυτός ήταν ο μοναδικός τρόπος να γίνει. Ο Χρήστος βρισκόταν στην Ελλάδα, εγώ στο Λος Άντζελες, και μολονότι αρχικά ίσως φαινόταν ανόητη η ιδέα, τελικά λειτούργησε. Δεν είχαμε συναντηθεί ποτέ, ήξερα όμως τη δουλειά του, είχα ερωτευτεί τη φωνή και τα τραγούδια του. Έχει πολλή πλάκα αυτή η διαδικασία! Χρειάζεσαι λίγο χρόνο στην αρχή να συνηθίσεις και να μην αποσπάται η προσοχή σου από το περιβάλλον, όμως κάποια στιγμή ξεχνάς την απόσταση και νομίζεις ότι ο άλλος είναι μαζί σου, στο ίδιο δωμάτιο. 

Τι σας έκανε να επιλέξετε τον Χρήστο Μάστορα;

Όποτε σκέφτομαι τη συνεργασία με άλλους μουσικούς, αναζητώ ανθρώπους που να έχουν την ίδια ευαισθησία μ’ εμένα και φωνές που να ταιριάζουν όχι μόνο με την εξωτερική μου φωνή, με τον τρόπο δηλαδή που τραγουδώ, αλλά και με την εσωτερική, με αυτά που θέλω κάθε φορά να πω, με την ουσία του τραγουδιού. Από τη στιγμή που άκουσα τον Χρήστο είπα: Θεέ μου, αυτός είναι! Θα ήταν μεγάλος σταρ και στην Αμερική, αν ζούσε εδώ. Γιατί γράφει και ερμηνεύει με την καρδιά του, και αυτό πάντα με συγκινεί. («Τώρα έχω κοκκινίσει, αλλά ευτυχώς δεν με βλέπετε», παρεμβαίνει ο Χρήστος Μάστορας.) 

Γνωρίζατε ότι κατάγεται από την περιοχή της Βορείου Ηπείρου, στην οποία είχε γεννηθεί και η μητέρα σας;

Όχι, και ήταν μεγάλη η έκπληξη και η συγκίνησή μου όταν το έμαθα. Ίσως η μητέρα μου, από τον ουρανό όπου πλέον βρίσκεται, κίνησε τα νήματα και θέλησε να συναντηθούμε. Μάλλον θα θεωρήσετε ότι μεροληπτώ, αλλά όσοι κατάγονται από τη Βόρεια  Ήπειρο είναι απίστευτα καλοί άνθρωποι. 

Στο σπίτι σας, όταν ήσασταν μικρή, ακούγατε ελληνική μουσική;

Φυσικά! Κυρίως Ντέμη Ρούσσο, Γιάννη Πάριο και Γιώργο Νταλάρα. Τα τελευταία χρόνια μού άρεσαν τα τραγούδια του Παντελή Παντελίδη. Ένιωθα ότι τραγουδούσε την αλήθεια του και ειλικρινά στενοχωρήθηκα που έχασε τη ζωή του τόσο νωρίς.

Οι φωνές που σας έχουν επηρεάσει ποιες είναι;

Όταν ήμουν νεότερη, λάτρευα την Τζόνι Μίτσελ, την Μπόνι Ρέιτ και τη Λίντα Ρόνσταντ. Αργότερα αγάπησα τα τραγούδια της Μπάρμπρα Στρέιζαντ, της Σελίν Ντιόν και της Αντέλ. Ξέρω ότι ποτέ δεν θα μπορέσω να αγγίξω, έστω, τις τεράστιες δυνατότητες που έχουν οι φωνές τους, αλλά δεν τις θαυμάζω μόνο γι’ αυτό. Τις εκτιμώ και για το τι επιλέγουν να τραγουδούν, καθώς και για τον υπέροχο, ολοκληρωμένο τρόπο με τον οποίο αφηγούνται μια ιστορία σε κάθε τραγούδι τους.

Στο «Let Me Be» υπάρχει η φράση «σαν πουλί στο κλουβί». Έχετε αισθανθεί πολλές φορές έτσι;

Αρκετές, γιατί, ξέρετε, συχνά εμείς οι ίδιοι θέτουμε όρια στον εαυτό μας, εμείς τον κλείνουμε σε κλουβί. Και με την αγάπη συμβαίνει, μέσα στο πλαίσιο μιας σχέσης δηλαδή. Kι άλλες φορές, τους περιορισμούς τούς θέτει το περιβάλλον μας. Σε ό,τι με αφορά, ως γυναίκα στη βιομηχανία του θεάματος, ανέκαθεν προσπαθούσα να ορθώνω το ανάστημά μου, να είναι η φωνή μου αυθεντική και να ακούγεται δυνατά. Kαι, παρ’ όλα αυτά, έχω αντιμετωπίσει και προσπάθειες φίμωσης, και επικρίσεις. 

Όταν γράφετε ένα τραγούδι, όταν έχετε απλώς τη μελωδία ή κάποιους στίχους, με ποιους τα μοιράζεστε; Ζητάτε τη γνώμη του συζύγου σας, Τομ Χανκς;

Ποτέ! Η δημιουργία ενός τραγουδιού είναι μια απολύτως μοναχική διαδικασία και δεν αισθάνομαι καθόλου την ανάγκη να τη μοιραστώ με άλλους όσο βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη· δεν θέλω να επηρεαστεί από εξωτερικά ερεθίσματα. Όταν ολοκληρώνεται, όμως, το πράγμα αλλάζει: τότε χρειάζομαι τη γνώμη και του Τομ, και των υπόλοιπων ανθρώπων που αγαπώ και εμπιστεύομαι. 

Την αγωνία σας, όταν διαγνωστήκατε με καρκίνο του μαστού, την «καταγράψατε» με το τραγούδι «Throw Me a Party»... 

Ναι, είναι αλήθεια. Νομίζεις ότι ξέρεις ποιος είσαι, τι κάνεις και πού κατευθύνεσαι, και ξαφνικά έρχεται κάτι αναπάντεχο, που ταρακουνά συθέμελα τις βεβαιότητές σου. Και ξεκινάς από την αρχή. Ο στόχος όμως παραμένει ο ίδιος: να γίνεις καλύτερος άνθρωπος, να κατανοήσεις βαθύτερα τον εαυτό σου και να δεις με διαύγεια τη θέση σου στον κόσμο. Όποτε αρχίζω να γράφω ένα καινούργιο τραγούδι, μια ερώτηση κάνω στον εαυτό μου: «Τι θέλεις να πεις, Ρίτα; Τι έχεις μέσα στην καρδιά σου και θέλεις να το εξωτερικεύσεις;». Το συγκεκριμένο τραγούδι ήταν ένα μήνυμα προς την οικογένειά μου, τον Τομ και τους γιους μας, για το τι θα ήθελα να γίνει σε περίπτωση που τα πράγματα δεν εξελίσσονταν καλά με το πρόβλημα της υγείας μου: να κάνουν ένα πάρτι για μένα, να γιορτάσουν την ίδια τη ζωή. Ευτυχώς όλα πήγαν καλά.

Το τελευταίο σας άλμπουμ έχει τίτλο «Halfway to Home». Τι είναι για σας «σπίτι»;

«Σπίτι» μου είναι ο άνθρωπος που θέλω να είμαι και το να αγωνίζομαι για να γίνω αυτός ο άνθρωπος. Είναι ένα ταξίδι όπως το περιγράφει ο Καβάφης στην «Ιθάκη» του. Θεέ μου, ας το συνειδητοποιήσουμε: από τους Έλληνες άρχισαν όλα – η καλύτερη ποίηση, η καλύτερη μουσική, η καλύτερη φιλοσοφία! (Γελάει)

Μουσική ή ηθοποιία; Σε ποιο περιβάλλον νιώθετε πιο ελεύθερη;

Στη σκηνή του θεάτρου ή μπροστά στην κάμερα, δημιουργείς μεν έναν χαρακτήρα –και είναι συχνά διασκεδαστικό και απελευθερωτικό να μη χρειάζεται να είσαι ο εαυτός σου–, αλλά το τελικό αποτέλεσμα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από εσένα. Παρεμβαίνουν κι άλλοι, κυρίως ο σκηνοθέτης. Με το τραγούδι, η ουσιαστική επικοινωνία με το κοινό επιτυγχάνεται μόνο όταν έχεις μια δυνατή προσωπική ιστορία και καταφέρεις να την εκφράσεις με ειλικρίνεια και αμεσότητα. Στη μουσική, δηλαδή, η ελευθερία σού προσφέρεται σε βαθμό εκατό τοις εκατό!

Να κλείσουμε με τον δικό σας ορισμό για την ευτυχία, κυρία Γουίλσον;

Η ευτυχία για μένα είναι προσπάθεια που δεν σταματά ποτέ. Δεν είναι κάτι αφηρημένο, αλλά απτό. Βρίσκεται ακόμα και στις μικρές λεπτομέρειες της καθημερινότητας. Δεν είναι τυχαίο ότι, σύμφωνα με μια επιστημονική έρευνα, οι άνθρωποι που στρώνουν κάθε πρωί το κρεβάτι τους συνήθως είναι πιο ευτυχισμένοι. Ξέρω ότι υπάρχουν πολλά πράγματα που δεν μπορώ να ελέγξω. Μπορώ όμως να ελέγξω τη σκέψη μου. Κι έχω καταλήξει στο συμπέρασμα πως όποιος ζει στο παρόν –και δεν βασανίζεται με εκατοντάδες σενάρια συμφορών που πιθανόν να τον βρουν– αποκλείεται να είναι δυστυχισμένος... ■

 

 

Χρήστος Μάστορας: «Ο Τομ Χανκς είναι το πειραχτήρι της παρέας!»

Χρήστος Μάστορας, Κώστας Μαυρογένης και Θάνος Λαΐτσας: οι ΜΕΛΙSSES. Η διαδρομή τους μετράει ήδη δέκα χρόνια. Και ο απολογισμός είναι εντυπωσιακός: έχουν πραγματοποιήσει 1.000 και πλέον live εμφανίσεις, 10 τραγούδια τους έχουν ανεβεί στο ΤΟP 10 του ραδιοφωνικού chart, 12 singles τους έχουν παραμείνει 35 εβδομάδες στο No 1, ενώ συνολικά τα βίντεό τους έχουν περισσότερα από 270.000.000 views στο YouTube. Αν αναζητήσει κανείς τα «συστατικά» αυτής της επιτυχίας, θα βρει αγάπη για τη μουσική, αλλά και πολλή δουλειά, καθώς και τη συνειδητοποίηση ότι τίποτα δεν πρέπει να αφήνεται στην τύχη. «Το ξεκίνημά μας ήταν γεμάτο ενθουσιασμό», θυμάται ο Χρήστος Μάστορας. «Δεν γνωρίζαμε καθόλου τη δισκογραφία και, διαισθανόμενοι ότι πρέπει να είμαστε έτοιμοι πριν χτυπήσουμε πόρτες, είχαμε γράψει τα πρώτα τραγούδια μας και είχαμε κάνει φωτογραφίσεις. Δεν φτιάχναμε μόνο τη μουσική μας, αλλά και την εικόνα μας. Με δικά μας χρήματα εννοείται. Εγώ έκανα διάφορες δουλειές στον χώρο της εστίασης και όλα τα χρήματα εκεί τα... έσπρωχνα. Δεν είμαστε από τις μπάντες που απλώς έπαιζαν καλά διασκευές σε μπαρ και κάποιος τυχαία τις ανακάλυψε. Είχαμε από την αρχή στόχο και όραμα. Στη συνέχεια βρέθηκε στον δρόμο μας ο Γιάννης Κουτράκης, ο μάνατζέρ μας, και τα υπόλοιπα είναι ιστορία... Ο δρόμος είναι από τότε ανοδικός και ελπίζω να συνεχίσει να είναι: χωρίς σκαμπανεβάσματα, χωρίς να αλλάξουμε. Γιατί κάθε φορά που γίνεται μια επιτυχί,α σκεφτόμαστε το επόμενο βήμα, αυτό μας κινητοποιεί». 

Δεν είχε τύχει να συναντήσω έως τώρα τον 32χρονο frontman του συγκροτήματος. Η συνεργασία με τη Ρίτα Γουίλσον στάθηκε αφορμή να βρεθούμε. Με εντυπωσίασε, δεν θα το κρύψω. Ευπροσήγορος, απροσποίητα ευγενής, χαμηλών τόνων, δείχνει να πατάει γερά στη γη. 

«Είστε τρεις, αλλά το κοινό γνωρίζει κυρίως εσένα. Ενοχλεί αυτό τους υπολοίπους;» τον ρώτησα. «Σε επίπεδο αναγνωρισιμότητας ίσως ισχύει αυτό, όμως και οι τρεις ξέρουμε πως, ό,τι και να γίνει, πάνω από όλους μας ήταν, είναι και θα είναι οι ΜΕΛΙSSES. Δεν το αναφέρω γιατί θεωρώ ότι πρέπει, αλλά, όποτε χρειάστηκε να κάνω κάτι μόνος μου, αισθάνθηκα ανασφάλεια...»

Από το ΚΠΙΣΝ στην Αντίπαρο

Ο ίδιος, γεννημένος στο Βοδίνο Δρόπολης, στη Βόρειο Ήπειρο, ήρθε με την οικογένειά του στην Αθήνα λίγο πριν κλείσει τα τέσσερά του χρόνια. Μεγάλωσε ακούγοντας «μπλουζιές και ροκιές», από Deep Purple και Animals μέχρι Β.Β. King. Ποτέ δεν σκέφτηκε να ασχοληθεί με κάτι άλλο. Μόνο για τη μουσική χτυπούσε δυνατά η καρδιά του. 

«Όταν ήμουν μαθητής του δημοτικού, ο πατέρας μου είχε αγοράσει ένα ηχοσύστημα στο οποίο μπορούσες να τραγουδήσεις καραόκε πάνω σε διάφορες μελωδίες και να καταγράψεις σε κασέτα το αποτέλεσμα. Με έναν φίλο μου ηχογραφήσαμε, λοιπόν, με τις φωνές μας το “Senor” των Πυξ Λαξ –του Μπομπ Ντίλαν, για την ακρίβεια, μια και ήταν διασκευή–, και το παρουσιάσαμε στους συμμαθητές μας σαν δικό μας τραγούδι! Τα κορίτσια μάς πίστεψαν και για δυο τρεις ημέρες ήμασταν οι ήρωες του σχολείου. Μετά όμως η “απάτη” αποκαλύφθηκε, κι έτσι αναγκάστηκα να κάνω πραγματική μουσική, μόνος μου», λέει γελώντας.

Η συνεργασία του με τη Ρίτα Γουίλσον προέκυψε με πρωτοβουλία της δισκογραφικής του εταιρείας, Panik Records. Ο ίδιος τη δέχτηκε με ευγνωμοσύνη και χαρά – σαν ένα δώρο που έρχεται εκεί που δεν το περιμένεις. «Ειλικρινά, δεν πίστευα ότι θα μπορούσε να γίνει. Όμως έγινε! Και, γνωρίζοντας τη Ρίτα, “λύθηκα”. Για να με έχει επιλέξει, σκέφτηκα, κάτι θα αξίζω κι εγώ. Η συνεργασία κύλησε ομαλά, με τον καλύτερο τρόπο, χωρίς ποτέ να συγκρίνονται τα μεγέθη μας. Δεν αισθάνθηκα ούτε μία στιγμή σε μειονεκτική θέση, ούτε εκείνη με αντιμετώπισε ποτέ αφ’ υψηλού».

Εμφανίστηκαν μαζί στη σκηνή του ΚΠΙΣΝ και μετά ο Χρήστος βρέθηκε στην Αντίπαρο, στο σπίτι του ζεύγους Γουίλσον-Χανκς. «Με εντυπωσίασαν ως οικογένεια, είναι πολύ δεμένοι. Η Ρίτα είναι κλασική Ελληνίδα στο θέμα της φιλοξενίας: να περιποιηθεί τους καλεσμένους τους, να φροντίσει να φάνε καλά, να νιώσουν άνετα. Βέβαια, στην αρχή, βλέποντας από κοντά τον Τομ Χανκς, ένιωσα αμήχανα. Δεν είναι λογικό; Είχα μπροστά μου έναν από τους μεγαλύτερους σταρ του πλανήτη! Αλλά ο ίδιος είναι τόσο κουλ, που με έκανε αμέσως να χαλαρώσω. Κι έχει απίστευτο χιούμορ, είναι το πειραχτήρι της παρέας!» ■

Το «Let Me Be» κυκλοφορεί σε όλα τα ψηφιακά καταστήματα από την Panik Records. Μέσα στον Νοέμβριο οι ΜΕΛΙSSES θα ξεκινήσουν τις εμφανίσεις τους στο ΒΟΧ για πέμπτη συνεχή χρονιά, ενώ στις 11/11 θα τραγουδήσουν στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης για τα 50 χρόνια της ΕΛΕΠΑΠ Θεσσαλονίκης. (Τα εισιτήρια είναι ήδη εξαντλημένα).

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ