Αθανάσιος Έλλις ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΕΛΛΙΣ

Η κακή εικόνα Ερντογάν στην Αμερική

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Με αφορμή την επίσκεψη του Ταγίπ Ερντογάν στην Ουάσιγκτον, πολιτικοί και αναλυτές εστιάζουν στις ευθείες επιθέσεις του Τούρκου προέδρου κατά της Αμερικής και της Ευρώπης, και σε γεωπολιτικό επίπεδο στην προκλητική συμπεριφορά και αναθεωρητική πολιτική του στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή με αποκορύφωμα τη στρατιωτική εισβολή στη βόρεια Συρία.

Στο πλαίσιο αυτό, έρχονται στο προσκήνιο ζητήματα όπως ο αποκλεισμός της Τουρκίας από το πρόγραμμα παραγωγής και την προμήθεια αμερικανικών μαχητικών F-35 (λόγω της απόφασης του Ερντογάν να αγοράσει το ρωσικό αντιπυραυλικό σύστημα S-400) και κατ’ επέκταση η προοπτική επιβολής οικονομικών κυρώσεων από τις ΗΠΑ.

Ωστόσο, έχει σημασία να επισημανθεί μια διάσταση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων, που συχνά επισκιάζεται από άλλες πτυχές –από την αμυντική συνεργασία μέχρι τις διμερείς εμπορικές συναλλαγές– και αυτή αφορά την εικόνα της Τουρκίας στην αμερικανική κοινή γνώμη. Τα τελευταία χρόνια έχει επιδεινωθεί δραματικά και σήμερα είναι κάκιστη.

Την προηγούμενη φορά που ο Ταγίπ Ερντογάν επισκέφθηκε τον Λευκό Οίκο, πριν από δύο χρόνια, οι σωματοφύλακές του είχαν επιτεθεί σε Κούρδους που διαδήλωναν ειρηνικά εναντίον του έξω από την τουρκική πρεσβεία στην Ουάσιγκτον. Οπως ήταν φυσικό, τα έκτροπα και η απαράδεκτη συμπεριφορά των Τούρκων αξιωματούχων είχαν αναδειχθεί από τα μέσα ενημέρωσης. Είχαν καταδικαστεί ομόφωνα από το Κογκρέσο και είχαν προκαλέσει εντονότατες αντιδράσεις από σοβαρούς νομοθέτες, με πιο ηχηρή αυτή του σημαντικού γερουσιαστή και υποψηφίου των Ρεπουμπλικανών για την προεδρία το 2008, Τζον Μακέιν, ο οποίος έφυγε από τη ζωή πριν από ένα χρόνο.

Οι Αμερικανοί δημοσιογράφοι δεν μένουν ανεπηρέαστοι ούτε από τη χρήση αντιδημοκρατικών μέσων από τον Ερντογάν στο εσωτερικό της Τουρκίας για την υλοποίηση των αποφάσεών του, την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τους διωγμούς και τις φυλακίσεις Τούρκων συναδέλφων τους. Αναδεικνύουν στα ρεπορτάζ και στα σχόλιά τους τον αυταρχισμό του καθεστώτος, ενημερώνοντας την αμερικανική κοινή γνώμη –σε σημαντικό βαθμό και τη διεθνή– για το τι συμβαίνει στο εσωτερικό της Τουρκίας.

Ανάλογο πνεύμα διαπερνά όλο και περισσότερες αναλύσεις και εκθέσεις δεξαμενών σκέψης που ασκούν δριμεία κριτική στην πολιτική του Ερντογάν, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, με πιο πρόσφατο παράδειγμα τις στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά των Κούρδων. Παράλληλα, είναι σαφές πως ο αντισημιτισμός του Ερντογάν έχει αποξενώσει, και στην πορεία εξοργίσει, την πολιτικά και οικονομικά ισχυρή αμερικανοεβραϊκή κοινότητα.

Η εικόνα του δεν είναι καλή ούτε στην πολυπληθή χριστιανική κοινότητα όλων των δογμάτων, που αποτελεί και την πλειονότητα του αμερικανικού λαού, αλλά ούτε και στους μουσουλμάνους της Αμερικής.

Ο αυταρχισμός του Ερντογάν και η αντιαμερικανική ρητορική του έχουν πλήξει –ανεπανόρθωτα– όχι μόνο την προσωπική του εικόνα, αλλά και της χώρας του. Τα γκρίζα σύννεφα δεν θα διαλυθούν εύκολα, ούτε όταν ο απρόβλεπτος ηγεμόνας δεν θα βρίσκεται πλέον στο προσκήνιο.

Η ισοπεδωτική παντοκρατορία του επί σχεδόν δύο δεκαετίες έχει επιφέρει μια μεταστροφή στον τρόπο που η πλειονότητα της τουρκικής κοινωνίας βλέπει την Αμερική και τη Δύση γενικότερα.

Το αποδεικνύουν η σχεδόν πλήρης ταύτιση του λαού, ακόμη και αντιπολιτευόμενων πολιτικών και κομμάτων, με την εισβολή στη Συρία και τα φαινόμενα λατρείας στο πρόσωπο του Ερντογάν, οι στρατιωτικοί χαιρετισμοί μαθητών, αθλητών κ.ά. που ακολούθησαν. Ο,τι και αν θα συμβαίνει περιστασιακά σε επίπεδο ηγεσιών, τη σχέση θα διαπερνά μια αμοιβαία καχυποψία.

Τη βαθιά δυσφορία που επικρατεί πλέον στην Αμερική για τον Ερντογάν επιβεβαιώνει όχι μόνον ο πολλαπλασιασμός των προσωπικοτήτων και των οργανώσεων που τον επικρίνουν ή καταγγέλλουν την Τουρκία, αλλά και η όλο και αυστηρότερη ρητορική που χρησιμοποιούν.

Είναι χαρακτηριστική η δήλωση της Δημοκρατικής γερουσιαστού, Τζιν Σαχίν, η οποία, αναφερόμενη στη χθεσινή επίσκεψη Ερντογάν στην Ουάσιγκτον, τόνισε ότι αυτή «δεν είναι η κατάλληλη στιγμή ή τοποθεσία να προσφέρουμε φιλοξενία και να ανταλλάσσουμε καλοσύνες με ένα δικτάτορα».

Αυτά για τον ηγέτη μιας χώρας η οποία, προς το παρόν, είναι σύμμαχος των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ