Στο τέλος του προηγούμενου αιώνα, είκοσι χρόνια πίσω, ο  Έντουαρντ Νόρτον, τριαντάρης ακόμη, είχε ήδη κερδίσει τη φήμη του πιο ταλαντούχου ηθοποιού της γενιάς του – «Fight Club», «Μαθήματα αμερικανικής ιστορίας», «Φόβος ενστίκτου» κ.ά. Φορτισμένος με την αυτοπεποίθηση αυτού του στάτους και με το μυαλό του σε διαρκή δημιουργική ανησυχία, αγόρασε τα δικαιώματα ενός μυθιστορήματος που τότε είχε μόλις κυκλοφορήσει, σκοπεύοντας να το μεταφέρει άμεσα στη μεγάλη οθόνη. Ήταν το «Σκιές του Μπρούκλιν» («Motherless Brooklyn») του Νεοϋορκέζου πεζογράφου Τζόναθαμ Λέθεμ, ένα βιβλίο που τελικά εξελίχθηκε σε μπεστ σέλερ και χάρισε στον συγγραφέα μια θέση στην ελίτ της νέας γενιάς των λογοτεχνών των Ηνωμένων Πολιτειών. 

Το μυθιστόρημα του Λέθεμ έχει ένα πολύ ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: ο πρωταγωνιστής και αφηγητής της ιστορίας, ένας (ας πούμε) ιδιωτικός ντετέκτιβ, ο Λάιονελ Έσρογκ, πάσχει από το σύνδρομο Τουρέτ. «Το στόμα μου δεν σταματά», λέει, «αν και κυρίως ψιθυρίζω ή ψελλίζω, σαν να διαβάζω κάτι φωναχτά, το μήλο του Αδάμ μου ανεβοκατεβαίνει, οι μύες του σαγονιού μου χτυπούν σαν μικροσκοπική καρδιά μέσα στα μάγουλά μου, ο ήχος είναι σε καταστολή, οι λέξεις δραπετεύουν ήσυχα, φαντάσματα του εαυτού τους, κελύφη άδεια από ανάσα και τόνο». Ο Λέθεμ εξερεύνησε όσα μπορεί να συμβαίνουν μέσα σε ένα τέτοιο μυαλό, προσεγγίζοντας με ωριμότητα και επιστημονική λεπτομέρεια αυτό το σύνδρομο, που συχνά αντιμετωπίζεται με φαιδρότητα, εξαιτίας των έντονων τικ ή της τάσης για βωμολοχία που παρουσιάζουν όσοι πάσχουν από αυτό. 

Η μεταφορά της συγκεκριμένης ιστορίας στη μεγάλη οθόνη δεν θα ήταν εύκολη υπόθεση, ειδικά για έναν άνθρωπο τελειομανή όπως ο Νόρτον (ένα χαρακτηριστικό που τον έκανε να μοιάζει δύσκολος στις συνεργασίες του στο Χόλιγουντ τα τελευταία χρόνια), που χρειάστηκε τελικά δύο δεκαετίες μέχρι να βρει τον τρόπο να αποδώσει τη μαγεία του μυθιστορήματος σε ένα κινηματογραφικό σενάριο. Τα κατάφερε μεταφέροντας την ιστορία από τη σύγχρονη εποχή στη νουάρ ατμόσφαιρα της Νέας Υόρκης της δεκαετίας του ’50. Περισσότερα για το πρότζεκτ που ο Νόρτον (εκτός από τη συγγραφή του σεναρίου) σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί εξηγεί ο ίδιος στις απαντήσεις που ακολουθούν και εξασφάλισε αποκλειστικά το «Κ».

 

 

Τι ήταν αυτό που σας τράβηξε αρχικά στη συγκεκριμένη ιστορία;

Μετακόμισα στη Νέα Υόρκη δύο εβδομάδες μετά το κολέγιο και έχω ζήσει στην πόλη σχεδόν τριάντα χρόνια. Όσο περισσότερο ζεις στη Νέα Υόρκη, τόσο περισσότερα επίπεδά της ανακαλύπτεις. Απλώς συνεχίζεις να μαθαίνεις όλο και περισσότερα. Η ιστορία της είναι τόσο μεγάλη και πολύπλοκη. Αλλά πάντα με εντυπωσίαζε αυτό που συνέβη στην πόλη τη δεκαετία του 1950. Ακούς ξανά και ξανά διάσημα ονόματα – για τον δήμαρχο Φιορέλο Λα Γκουάρντια, τον κυβερνήτη Αλ Σμιθ, τον πολιτικό και επιχειρηματία Νέλσον Ροκφέλερ. Αλλά υπάρχει και αυτή η απίστευτη σκοτεινή ιστορία της Νέας Υόρκης για τη μαφία, για τους ανθρώπους που πραγματικά κινούσαν τα νήματα. Οι περισσότεροι Νεοϋορκέζοι, ίσως και οι περισσότεροι Αμερικανοί, γνωρίζουν μια συγκεκριμένη αφήγηση για το πώς τα πράγματα έγιναν όπως έγιναν, ενώ στην πραγματικότητα πολλά πράγματα που συνέβησαν ήταν στον αντίποδα αυτού που πιστεύουμε ότι συμβολίζει την Αμερική. Ορισμένοι ήταν αντιδημοκράτες, άλλοι ρατσιστές. Γνωρίζουμε ότι η μεταμόρφωση της παλιάς πόλης σε σύγχρονη –οι δρόμοι, οι γέφυρες, οι στοές, τα κτίρια κατοικιών– είναι μια σκοτεινή ιστορία. Παρόλο που έχουν γραφτεί πολλά σπουδαία βιβλία για όλο αυτό, νιώθω ότι εξακολουθεί να είναι μια δύσκολη ιστορία. Ο χαρακτήρας του Λάιονελ και οι «Σκιές του Μπρούκλιν» ήταν για μένα ένα καταπληκτικό όχημα για να προσεγγίσω αυτή την περίοδο.  

Είναι αλήθεια ότι κάποια θέματα που πραγματεύεται η ταινία σχετίζονται με την ιστορία της οικογένειάς σας; 

Ναι. Ο παππούς μου από τη μεριά της μητέρας μου ήταν ο Τζέιμς Ρους, ένας άνθρωπος προοδευτικός, δημιουργικός και φιλάνθρωπος, από τους πρώτους φιλοσόφους της αστικής αναγέννησης. Δημιούργησε το πρώτο εμπορικό κέντρο, αλλά κυρίως σχεδίασε και έχτισε την πόλη της Κολούμπια, στο Μέριλαντ. Ό,τι έκανε το έκανε βασιζόμενος στις ιδέες του σχετικά με τη δημιουργία κοινοτήτων και στη βαθιά πίστη του ότι οι κοινότητες πρέπει να είναι καλαίσθητες, βιώσιμες και να  ενθαρρύνουν την οικονομική, φυλετική και πολιτισμική αρμονία. Και μετά άρχισε να χτίζει! Αργότερα ίδρυσε το Enterprise Foundation (νυν Enterprise Community Partners), έναν μη κερδοσκοπικό οργανισμό που από το 1982 υποστηρίζει την οικονομικά προσιτή στέγη σε διαφορετικές γειτονιές, για οικογένειες χαμηλού και μέτριου εισοδήματος. Μεγάλωσα στην Κολούμπια, τον τόπο που ο παππούς μου σχεδίασε και έχτισε. Αυτό είχε τεράστιο αντίκτυπο στη ζωή μου. Σπούδασα ιστορία στο Γέιλ και πέρασα αρκετά χρόνια δουλεύοντας στην ανάπτυξη οικονομικά προσιτών κατοικιών, αλλά και στο γραφείο της Enterprise Foundation στη Νέα Υόρκη, τον οργανισμό που ίδρυσε ο παππούς μου. Από το 1998 είμαι υπεύθυνος εκεί.

 


Στιγμιότυπο από τα γυρίσματα της ταινίας: ο Νόρτον φοράει ρούχα εποχής, ενώ παράλληλα σκηνοθετεί, δίνοντας οδηγίες στον Γουίλεμ Νταφόε.  

 

Ο Λάιονελ τοποθετήθηκε για τις ανάγκες της ταινίας σε ένα διαφορετικό σύμπαν από αυτό του βιβλίου. Τι αντίκτυπο είχε αυτό στον χαρακτήρα;

Το δυνατό σημείο του βιβλίου είναι η συναισθηματική εμπειρία της ταύτισης με τον χαρακτήρα του Λάιονελ. Αυτό για μένα είναι ο πυρήνας. Με την άδεια του Τζόναθαν Λέθεμ τοποθετήσαμε τον Λάιονελ σε μια διαφορετική εποχή, αλλά διατηρήσαμε τον εσωτερικό μονόλογό του (που υπάρχει και στο βιβλίο) και τον αξιοποιήσαμε ως voice over, ως τη φωνή του ντετέκτιβ. Δημιουργείται αμέσως μια οικειότητα, στο άκουσμα αυτής της εσωτερικής φωνής, από την αρχή κιόλας της ταινίας, και διατηρείται και αργότερα, όσο παρακολουθείς τον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος αλληλεπιδρά μαζί του και παρατηρεί τις εντυπωσιακές εξάρσεις της οδύνης του.
Υπάρχει αυτή η πραγματικά όμορφη σκηνή όπου ένας τρομπετίστας –που ερμηνεύει ο Μάικλ Κένεθ Γουίλιαμς– λέει στον Λάιονελ: «Το μυαλό σου μοιάζει με το δικό μου. Είναι σε συνεχή αναβρασμό... Αλλά αυτή είναι η μουσική. Από τη στιγμή που μπαίνει μέσα σου, σε ελέγχει περισσότερο από ό,τι την ελέγχεις εσύ. Μερικοί άνθρωποι αυτό το ονομάζουν δώρο, αλλά την ίδια στιγμή είναι και μια εγκεφαλική οδύνη». Νομίζω ότι αυτή η περιγραφή ταιριάζει πολύ στην κατάσταση που βιώνει ο Λάιονελ. Έχει απίστευτη μνήμη και αναπτύσσει εμμονές με συγκεκριμένα πράγματα. Σε ένα σημείο της ταινίας αναφέρει: «Ένα παζλ που δεν ολοκληρώνεται ποτέ κάνει το μυαλό μου να πονά περισσότερο από ό,τι των άλλων ανθρώπων». Δεν μπορεί να αφήνει τα πράγματα απλώς να συμβαίνουν. Έχει την ανάγκη να βρίσκει συνεχώς την άκρη του νήματος. Όντας ντετέκτιβ, αυτό τον εξωθεί σε έναν συνεχή ψυχαναγκασμό, να ανακαλύπτει τι συμβαίνει πραγματικά.

Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίσατε;

Μέρος αυτού που πραγματικά μου τράβηξε το ενδιαφέρον στον Λάιονελ και στο υλικό που είχα στα χέρια μου ήταν ότι πάντα ένιωθα πως, αν μερικοί νευρώνες στον εγκέφαλό μου συνδέονταν ελαφρώς διαφορετικά, θα μπορούσα να είμαι κι εγώ ένας τέτοιος τύπος. Αισθάνομαι ότι είμαι επικίνδυνα κοντά σε αυτόν τον χαρακτήρα. Οι άνθρωποι πάντα με ρωτούν σε ποιο βαθμό ταυτίζομαι με έναν ρόλο. Ως ηθοποιός, είναι λίγες οι φορές που αισθάνομαι ότι μπορώ να ταυτιστώ. Σε αυτή την περίπτωση, όμως, συμβαίνει το αντίθετο. Υπάρχουν πολλά στοιχεία του Λάιονελ με τα οποία ταυτίζομαι. Το θέμα με το σύνδρομο Τουρέτ –που είναι άγριο, όμορφο και συναρπαστικό, υπό μία έννοια– είναι ότι δεν εκδηλώνεται πάντα με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους ανθρώπους. Πρόκειται για μια εξαιρετικά δημιουργική κατάσταση, καθώς εκδηλώνεται με πολύ πρωτότυπους τρόπους. Μερικοί έχουν φυσικές συσπάσεις –σε κάποιους είναι τόσο ανεπαίσθητες, που δεν τις προσέχεις–, ορισμένοι έχουν λεκτικά τικ. Βλέποντας ντοκιμαντέρ, μιλώντας σε ανθρώπους, διαβάζοντας για το θέμα, διαπίστωσα ότι δεν υπάρχει κυριολεκτικά καμία συνέπεια. Μιλώντας σε άτομα με σύνδρομο Τουρέτ, συνειδητοποίησα ότι έχουν τρόπους να το διαχειρίζονται. Μερικοί μουσικοί, όταν τραγουδούν ή παίζουν μουσική, τους προκαλεί ηρεμία. Είδα μια συνέντευξη με τον μπασκετμπολίστα Μαχμούντ Αμπντούλ Ραούφ, ο οποίος ενσωμάτωσε το σύνδρομο Τουρέτ στην αμυντική τεχνική του. Ένιωθε την ανάγκη να χτυπά τους ανθρώπους στον ώμο, και αυτό το χρησιμοποίησε για να προστατεύσει τον παίκτη που κάλυπτε. Αυτό το ενσωμάτωσα στον χαρακτήρα του Λάιονελ, αυτή την ανάγκη για άγγιγμα. Αλλά αυτή η ταινία έχει να κάνει και με έναν αουτσάιντερ, ο οποίος χάνει τον μοναδικό του φίλο στον κόσμο. Μέσα στη μοναξιά και στην απομόνωσή του, πρέπει να εξιχνιάσει ένα μεγάλο μυστήριο και να συνδεθεί με ένα άλλο μοναχικό άτομο. Πρόκειται για μια ιστορία ντετέκτιβ, ένα θρίλερ μυστηρίου, που έχει στο επίκεντρό της αυτόν τον μοναδικό χαρακτήρα, ο οποίος διαθέτει αυτόν τον εκπληκτικό αλλά και ψυχαναγκαστικό εγκέφαλο. ■

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ