ΘΕΑΤΡΟ

Γ. Σκουρλέτης: Ενα καρναβάλι της ζωής μας

«Το καινούργιο σπίτι», που ανεβαίνει στο Ρεξ – Σκηνή Κοτοπούλη, θίγει επίκαιρα ζητήματα: κυριαρχία του χρήματος, κοινωνικός περίγυρος, ταξικά απωθημένα, κυνήγι της ματαιοδοξίας.

Μετά την εμπειρία της «Μήδειας» του Μποστ και του κύκλου «Operetta restart» που είχε το περασμένο καλοκαίρι στη Λυρική Σκηνή, ο Γιάννης Σκουρλέτης αποφάσισε να ερευνήσει τις περιοχές της κωμωδίας. Να ξανοιχτεί σε ένα είδος στο οποίο δεν είχε εντρυφήσει και μάλλον το αντιμετώπιζε με καχυποψία. «Δεν ήθελα να κάνω μια κωμωδία για να κάνω τον άλλο να γελάσει, είναι τρομερή ταλαιπωρία και δεν ξέρω πώς γίνεται αυτό». Και να τώρα, στην πρώτη του συνεργασία με το Εθνικό Θέατρο, καταπιάνεται με τον Γκολντόνι. 

«Οταν ρωτήθηκα από το Εθνικό Θέατρο τι θα ήθελα να κάνω, μου ήρθε στον νου “Το καινούργιο σπίτι” του Κάρλο Γκολντόνι, που είδα πριν από τριάντα χρόνια σε σκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου, στον θεατρικό οργανισμό Εποχή. Ημουν δεν ήμουν 20 χρονών, αλλά εκείνη η παράσταση ήταν από τα θεατρικά γεγονότα που έμειναν μέσα μου. Αναρωτήθηκα, πώς ακουμπάς κάτι που έκανε μια τόσο ισχυρή εγγραφή μέσα σου; Σκέφτηκα ότι, ίσως, είναι ενδιαφέρον να συναντήσω μια προσωπική θεατρική μου μνήμη».

Ανήκει στα έργα ωριμότητας του ανανεωτή της ιταλικής κωμωδίας. Κουβαλάει, όπως λέει στην «Κ», την παράδοση της κομέντια ντελ άρτε,  «κινείται ανάμεσα στις περιοχές του λαϊκού θεάτρου της καρικατούρας, αλλά και ενός θεάτρου χαρακτήρων, το οποίο ακουμπάει σε περιοχές απροσδόκητες, έχει μέχρι και τσεχοφικό απόηχο».

«Το καινούργιο σπίτι», που ανεβαίνει στις 27/11 στο Ρεξ – Σκηνή Κοτοπούλη, σε μετάφραση της Ειρήνης Μουντράκη, θίγει επίκαιρα ζητήματα: κυριαρχία του χρήματος, κοινωνικός περίγυρος, ταξικά απωθημένα, κυνήγι της ματαιοδοξίας ενός υπέρμετρου φαίνεσθαι. Ηρωες είναι ένα νέο ζευγάρι, ο Αντζολέτο και η Καικίλια, που ετοιμάζουν το καινούργιο τους σπίτι. «Νάρκισσοι και υποκριτές έως εσχάτων, περιφέρουν τις άστεγες σκιές τους στην πιο τραγική κωμωδία μοναξιάς». Εκείνη είναι ιδιότροπη, αγαπά την πολυτέλεια και την κομψότητα και ο Αντζολέτο ερωτευμένος, άφραγκος, ανήμπορος να αντισταθεί στις απαιτήσεις της. «Ενα ζευγάρι, που δεν είναι μαζί επειδή θέλει, αλλά για να εξυπηρετήσει τους ματαιόδοξους και υπερφίαλους στόχους ζωής που του επιβάλλει μια κοινωνία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, εμπλέκονται πάρα πολλοί χαρακτήρες. Προσπαθούν να φτιάξουν ένα σπίτι το οποίο δεν φτιάχνεται ποτέ, γιατί δεν μπορεί να φτιαχτεί το μαζί. Στο τέλος της κωμωδίας, όταν έχουν ξεφύγει τελείως, έρχεται ένα σύστημα –το οποίο πάντα είναι οικονομικό–, για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Βρήκα ότι έχει ενδιαφέρον να μιλήσει κανείς σήμερα γι’ αυτό, όμως δεν ήθελα να το πω επικαιροποιημένα.  Ηθελα να χρησιμοποιήσω τα εργαλεία που μου δίνει ο 18ος αιώνας. Γι’ αυτό μας ενδιέφερε η μπαρόκ μουσική και η ανάλογη ατμόσφαιρα».


Ο σκηνοθέτης Γιάννης Σκουρλέτης.

Ως «ένα καρναβάλι της ζωής μας» περιγράφει το έργο του Γκολντόνι.  Ποιοι θα μπορούσαν να είναι σήμερα ο Αντζολέτο και η Καικίλια; «Τα σύγχρονα παιδιά που βγάζουν σέλφι προβάλλοντας μια εικόνα που δεν είναι. Δείχνοντας τα φρεσκοβαμμένα τους νύχια τους, τα κορίτσια, τα εμφυτεύματα και τα πειραγμένα πρόσωπα. Οσο περισσότερες σέλφι βγάζουν, τόσο μεγαλύτερη μοναξιά δείχνουν. Υπάρχουν και εταιρείες που για να ανεβάσεις τις φωτογραφίες αυτές στο ίνσταγκραμ ή σε άλλα μέσα, αναλαμβάνουν να τις φτιάξουν καλύτερες. Με τρομάζει όλο αυτό».

Οι δουλειές του Γιάννη Σκουρλέτη είναι ιδιαίτερες, με έντονη εικαστική ματιά. «Μία χοάνη που συσσωρεύονται πολλές αισθητικές, εγγραφές, προσωπικά βιώματα και ιδέες», λέει ο εικαστικός, σκηνοθέτης και ιδρυτής της ομάδας Bijou de Kant. «Εδώ, αφορμή παίρνουμε από τον 18ο αιώνα αλλά δεν είναι ένας μασίφ κόσμος. Η ηρωίδα Καικίλια, για παράδειγμα, εμφανίζεται με μπαρόκ φόρεμα του 18ου αι. και η υπηρέτριά της, με φόρεμα εμπνευσμένο από γιαπωνέζικο κόμικς». Τα κοστούμια και τα σκηνικά της παράστασης έκανε ο γιος του, Κωνσταντίνος Σκουρλέτης, ενώ την  πρωτότυπη μουσική έγραψε ο Πάνος Ηλιόπουλος και παίζεται ζωντανά με ένα τσέμπαλο και μπαρόκ βιολί.

2.000 παραστάσεις

«Προσπαθώ να καταλάβω τι συμβαίνει γύρω μου και τι σε μένα», απαντά στην ερώτηση σε τι σημείο βρίσκονται οι τέχνες σήμερα; «Από το τοπίο παίρνω αρνητικά μηνύματα. Η κοινωνία γίνεται πιο συντηρητική και η τέχνη στέκει αμήχανη μπροστά σ’ αυτό που συμβαίνει διεθνώς. Ο,τι μας συμβαίνει το καταγράφει επιφανειακά. Το θέατρο αναπτύσσεται επειδή είναι φτηνή λαϊκή τέχνη. Για να επικοινωνήσουν οι άνθρωποι μεταξύ τους, φτιάχνουν ομάδες και ανεβάζουν 2.000 παραστάσεις στην Αθήνα, όπως λένε ότι θα έχουμε φέτος. Κάνουμε παραστάσεις με ρακοσυλλεκτική και εθελοντισμό, γιατί το αίτημα είναι να βρεθούμε μεταξύ μας». Ο αριθμός τον τρομάζει, «αλλά είναι η ανάγκη». Δείχνει όμως και την έλλειψη διάθεσης για συνεργασία των δυνάμεων. «Μα το σύστημα είναι όλο σε κρίση. Ο εικαστικός χώρος είναι σε μεγάλη πτώση γιατί δεν υπάρχουν κεφάλαια. Ο χορός, παρότι έζησε μια σημαντική άνοδο στις αρχές του 2000, διανύει κατηφορική πορεία, ενώ η μουσική είναι στα τάρταρα. Δεν πληρώνονται οι άνθρωποι. Και εγώ που τα τελευταία χρόνια είχα μια άνοδο ως καλλιτέχνης, με πολλές παραστάσεις, δυσκολεύομαι να επιβιώσω. Σκεφτείτε το νέο παιδί που ξεκινάει σήμερα». Και η ελπίδα; «Τα συστήματα τελείωσαν, οι ιδεολογίες ξόφλησαν, νομίζω ότι ελπίδα υπάρχει μόνο να δούμε τον διπλανό μας, και μέσα μας».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ