ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Πριν από πέντε χρόνια, εξοπλισμένοι με μια υγιή δόση υπέρμετρης αισιοδοξίας, ιδρύσαμε το ReGeneration, με όραμα να αλλάξουμε όχι μόνο τη ζωή των νέων αποφοίτων, αλλά ταυτοχρόνως και την τροχιά της σύγχρονης Ελλάδας». Η δήλωση του συνιδρυτή του ReGeneration, Παναγιώτη Μαδαμόπουλου-Μοράρη, με αφορμή τη συμπλήρωση της πρώτης πενταετίας του καινοτόμου οργανισμού, βρίθει από αισιοδοξία και όρεξη για περαιτέρω αντίκτυπο. Από το 2014 μέχρι σήμερα, το μεγαλύτερο και πιο πολυσυμμετοχικό πρόγραμμα απασχόλησης και εκπαίδευσης στην Ελλάδα δραστηριοποιείται ασταμάτητα, με στόχο, όπως αναφέρει ο συνιδρυτής του, «τον εκδημοκρατισμό της πρόσβασης των νέων στις ευκαιρίες, τη δημιουργία παραγόντων αλλαγής εκ των έσω και την οικοδόμηση ενός οικοσυστήματος που γεφυρώνει την εκπαίδευση με τον τομέα της απασχόλησης». Την εποχή της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης, όπου οι ευκαιρίες και οι απαιτούμενες δεξιότητες αλλάζουν ραγδαία, το έργο της πρωτοβουλίας είναι σημαντικότερο από ποτέ άλλοτε.

Οσο μεγάλος έχει ήδη υπάρξει ο αντίκτυπος της νέας πρωτοβουλίας, τόσο γιγάντιες είναι και οι προκλήσεις που αφορούν την απασχόληση των νέων Ελλήνων. Η δεκαετία της κρίσης, που έπληξε τη χώρα μας, εξακολουθεί να στιγματίζει τη συμμετοχή της νέας γενιάς στην οικονομία, όπως αποδεικνύει περίτρανα το πολυσέλιδο Impact Report, που δημοσίευσε το ReGeneration για να χαρτογραφήσει τα προβλήματα αλλά και τον αντίκτυπο των λύσεων που προσφέρει εδώ και πέντε χρόνια.


Ο οργανισμός μετράει πέντε χρόνια συνεχόμενης ανάπτυξης, συμβάλλοντας με ουσιαστικό έργο στην καταπολέμηση του φαινομένου του brain drain, με εκατοντάδες προσλήψεις σε 400 εταιρείες και ποσοστό ανανέωσης συμβολαίων 90%.

Η Ελλάδα παραμένει πρώτη σε σύνολο 119 χωρών στα ποσοστά εγγραφής της νέας γενιάς στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ωστόσο βρίσκεται στην 97η θέση όσον αφορά την εναρμόνιση του εκπαιδευτικού συστήματος με τις ανάγκες της οικονομίας. Η ανεργία των νέων μπορεί να έχει μειωθεί από το τρομακτικό ζενίθ στο οποίο βρέθηκε το 2014, ωστόσο το ποσοστό του 36% που σημειώθηκε το 2018 είναι κάθε άλλο παρά καθησυχαστικό. Παράλληλα, η μάστιγα της «φυγής των εγκεφάλων» επιμένει –το κόστος του φαινομένου του brain drain υπολογίζεται πως αγγίζει τα 15 δισ. ευρώ για τη χώρα μας–, ενώ λόγω της χαμηλής οικονομικής ανεξαρτησίας, τα δύο τρίτα των νέων Ελλήνων εξακολουθούν να συγκατοικούν με τους γονείς τους.

Πλάι στα ανησυχητικά στοιχεία χαρτογράφησης των προκλήσεων, το Impact Report του ReGeneration προσφέρει και μια ανάσα αισιοδοξίας, χάρη στην αναλυτική ποσοτικοποίηση των δράσεων και των αποτελεσμάτων του οργανισμού. Στα πέντε χρόνια δραστηριοτήτων του –που περιλαμβάνουν εκπαιδευτικές ακαδημίες, mentoring και αμειβόμενες πρακτικές ασκήσεις– το πρόγραμμα έχει καταφέρει να τοποθετήσει περισσότερους από 1.100 ταλαντούχους νέους σε οργανικές θέσεις εργασίας, γεφυρώνοντάς τους με περισσότερες από 400 εταιρείες πανελλαδικώς. Από τις προσλήψεις αυτές, μάλιστα, οι 600 πραγματοποιήθηκαν κατά το διάστημα του Ιανουαρίου 2018 έως σήμερα. Με ρυθμούς ανάπτυξης που αγγίζουν το 230%, το πρόγραμμα αναπτύσσεται εκθετικά – όπως ακριβώς και οι τεχνολογίες που θα διαμορφώσουν την οικονομία του μέλλοντος.

Το νέο «νόμισμα»

Πέρα από την άμεση γεφύρωση των νέων με την αγορά εργασίας, ίσως ο σημαντικότερος αντίκτυπος του ReGeneration αφορά την ανάπτυξη δεξιοτήτων, η οποία θα αποτελέσει και την πυξίδα του οργανισμού, ενώ συνεχίζει με φιλοδοξία τις δράσεις του. «Καθώς οι δεξιότητες γίνονται το νέο “νόμισμα” στη διαρκώς εξελισσόμενη και διεθνοποιημένη αγορά εργασίας, δημιουργούμε και στην Ελλάδα μια πολυσυμμετοχική πλατφόρμα για ενίσχυση δεξιοτήτων και επανεκπαίδευση των νέων πτυχιούχων», αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Μαδαμόπουλος-Μοράρης, τονίζοντας πως στόχος είναι να μπορεί η νέα γενιά να εκμεταλλεύεται τις δυνατότητες που προσφέρει η συνεχώς μεταβαλλόμενη πραγματικότητα της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης. Πράγματι, ήδη μέσω του προγράμματος έχουν συμπληρωθεί 170.000 ώρες εκπαίδευσης σε soft και hard skills και πλάι στις πρακτικές ασκήσεις έχουν προσφερθεί 16.000 ώρες εθελοντικής εργασίας.

Στα πέντε χρόνια λειτουργίας του, το ReGeneration μπορεί να υπερηφανεύεται όχι μόνο για τις άμεσες ευκαιρίες που έχει προσφέρει σε χιλιάδες Ελληνες νέους, αλλά και για τη βιωσιμότητα των πρωτοβουλιών του και την οικοδόμηση υγιών και μακροχρόνιων ευκαιριών. Μια αναλυτική ματιά στους αριθμούς του Impact Report το αποδεικνύει περίτρανα: το ποσοστό ανανέωσης συνεργασίας των εταιρειών με τους υποψηφίους του προγράμματος ανέρχεται στο 90%, οδηγώντας ουσιαστικά στη δημιουργία και διατήρηση οργανικών θέσεων εργασίας, αυξάνοντας την απασχολησιμότητα και μειώνοντας σημαντικά την υποαπασχόληση. Υπολογίζεται, μάλιστα, ότι έχουν ήδη δοθεί περίπου 7,7 εκατ. ευρώ σε μισθούς νέων που έχουν προσληφθεί μέσω του προγράμματος.

Οπως αποδεικνύει και το «λογοπαίγνιο» της ονομασίας του οργανισμού, ο αντίκτυπος των προσπαθειών του ReGeneration είναι διττός. Εξοπλίζοντας τη νέα γενιά με χρήσιμες δεξιότητες και εντάσσοντάς τη στην αγορά εργασίας, το πολυσυμμετοχικό πρόγραμμα απασχόλησης και εκπαίδευσης αλλάζει ριζικά και την ίδια την Ελλάδα, αναγκάζοντάς την να αφουγκραστεί τις νέες τεχνολογίες και να επενδύσει στους εργαζομένους που τις κατανοούν.

Με τη γέννηση ενός οικοσυστήματος όπου εκπαίδευση και αγορά εργασίας συμβαδίζουν, χτίζονται οι βάσεις για την αναγέννηση της χώρας μας και των δυνατοτήτων της οικονομίας της.

«Θέλουμε υγιείς καριέρες, όχι απλώς ένα διάλειμμα στην ανεργία»

Εχοντας χαρτογραφήσει αναλυτικά τόσο τις προκλήσεις που μαστίζουν τη συμμετοχικότητα των νέων στην αγορά εργασίας όσο και τον αντίκτυπο των δράσεων του ίδιου του οργανισμού, το ReGeneration ατενίζει πλέον το μέλλον με ανανεωμένη στρατηγική. «Παρότι το κοινωνικό μας αποτύπωμα είναι ήδη εξαιρετικά σημαντικό, οι στόχοι μας παραμένουν φιλόδοξοι και γνωρίζουμε ότι γι’ αυτό χρειάζεται ακόμη σκληρή δουλειά, αλλά και υποστήριξη», αναφέρει ο κ. Μαδαμόπουλος-Μοράρης.

Πράγματι, η εξελισσόμενη φιλοσοφία του οργανισμού ισορροπεί εξαιρετικά μεταξύ των ρεαλιστικών συμπερασμάτων του Impact Report και της φαντασίας που απαιτείται για να προβλέψει κανείς τις εργασιακές ανάγκες του μέλλοντος, στον θαυμαστό καινούργιο κόσμο της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης. «Η λεγόμενη “βιομηχανία 4.0” και ο ραγδαίος ψηφιακός μετασχηματισμός είναι οι βασικοί άξονες της σκέψης μας», δηλώνει στην «Κ» ο Κωνσταντίνος Κίντζιος, διευθυντής επιχειρησιακής ανάπτυξης του ReGeneration, προσθέτοντας πως αυτό καθιστά τη διαδικασία του reskilling σημείο-κλειδί για το μέλλον του οργανισμού. «Πρέπει να δοθεί έμφαση τόσο στα soft skills, όπως η δημιουργικότητα, η συλλογικότητα και η εργασιακή αυτοπεποίθηση, όσο και στα hard skills του μέλλοντος, τα οποία αλλάζουν συνεχώς και ίσως να μην έχουν καμία σχέση με αυτά που φανταζόμαστε σήμερα», συμπληρώνει.

Για να εναρμονιστούν τα ακαδημαϊκά προγράμματα του οργανισμού με τις αχαλίνωτες εξελίξεις, το ReGeneration χρησιμοποιεί μια συνδυαστική προσέγγιση. «Από τη μία, κοιτάζουμε συνεχώς κορυφαίους παγκόσμιους δείκτες, όπως οι έρευνες του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, οι οποίες μας δίνουν μια καλή αίσθηση των τάσεων. Από την άλλη, “τρέχουμε” έρευνες στις οποίες συμμετέχουν εκατοντάδες εταιρείες πανελλαδικώς και οι οποίες χαρτογραφούν τις μεσοπρόθεσμες ανάγκες της ελληνικής αγοράς εργασίας», δηλώνει ο κ. Κίντζιος.


Τα σεμινάρια του ReGeneration καλλιεργούν τις δεξιότητες του αύριο.

Η ξεχωριστή έμφαση που δίνεται στις ανάγκες του ελληνικού οικοσυστήματος είναι απαραίτητο στοιχείο για την επιτυχία του ReGeneration – άλλωστε, ένα από τα πιο επίμονα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας είναι η αναντιστοιχία των κορυφαίων βιομηχανιών της χώρας με τα προγράμματα σπουδών της.

Πλάι στην έμφαση στην εκπαίδευση και ανάπτυξη δεξιοτήτων, το ReGeneration εστιάζει και στην αλλαγή νοοτροπίας του εργασιακού περιβάλλοντος, το οποίο για μεγάλο χρονικό διάστημα υπήρξε αρκετά διστακτικό στο άνοιγμα προς τους νέους Ελληνες. «Ξεκινάμε με μια πραγματικότητα όπου δεν υπάρχει κανένα δομημένο πρόγραμμα πρακτικής άσκησης, πέρα από τα ΤΕΙ», αναφέρει ο κ. Κίντζιος, για να  προσθέσει ότι ο αντίκτυπος του ReGeneration έφερε ανέλπιστα αποτελέσματα και αγκαλιάστηκε από τον ελληνικό επιχειρηματικό κόσμο. «Υπήρξε ένα τρομερό domino effect, τόσο στις προσλήψεις όσο και στην αποζημίωση», συμπληρώνει.

«Πράγματι, αυτό που βλέπουμε είναι πως οι εταιρείες θέλουν να επενδύσουν σε νέους ανθρώπους, με νέες δεξιότητες», αναφέρει με τη σειρά της η κ. Κατερίνα Κυπραίου, senior project manager, υπογραμμίζοντας ότι το ποσοστό διατήρησης του 92%, το οποίο χαρακτηρίζει τις πρακτικές ασκήσεις του οργανισμού, είναι ίσως η μεγαλύτερη επιτυχία του. «Θα συμφωνήσω. Αυτό είναι τελικά και το όραμα του ReGeneration», συμπληρώνει με πηγαίο ενθουσιασμό ο κ. Κίντζιος. «Να δημιουργεί υγιείς καριέρες, όχι απλώς ένα διάλειμμα στην ανεργία των νέων».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ