Γιάννης Παλαιολόγος ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Βέλτιστες πρακτικές made in Greece

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σύμφωνα με την έκθεση Doing Business της Παγκόσμιας Τράπεζας για το 2020, η Ελλάδα εξακολούθησε για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά να κατρακυλάει στους δείκτες διευκόλυνσης της επιχειρηματικότητας: από 58η το 2015 και το 2016, διολίσθησε φέτος στην 79η θέση μεταξύ 190 χωρών. 

Τα ευρήματα των εκθέσεων αυτών, που συχνά γίνονται αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης για τα σήματα που στέλνουν σχετικά με τη μεταρρυθμιστική αποτελεσματικότητα της κυβερνητικής πολιτικής, βασίζονται στην περίπτωση της Ελλάδας σε δεδομένα που αντλούνται από την Αθήνα. Στα χρόνια των μνημονίων, αναζητώντας απεγνωσμένα καλά παραδείγματα που θα βοηθούσαν την Ελλάδα να ορθοποδήσει, οι μετέχοντες στη δημόσια συζήτηση έγραφαν και μιλούσαν για τα επιτεύγματα της Εσθονίας στον ψηφιακό μετασχηματισμό του κράτους και της οικονομίας, για το δυναμικό startup οικοσύστημα της Ολλανδίας, το εκπαιδευτικό σύστημα της Φινλανδίας κ.ο.κ. Μεγάλο βάρος δόθηκε επίσης «στη σκιά ανάμεσα στην ιδέα και στο γεγονός» της μεταρρύθμισης – στον τρόπο με τον οποίο, μεταξύ νομοθέτησης και πρακτικής εφαρμογής, οι διαρθρωτικές αλλαγές έδειχναν μια δυσάρεστη τάση να πέφτουν στο κενό.

Προχθές, η Παγκόσμια Τράπεζα, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δημοσίευσε μια διαφορετικού τύπου έρευνα σχετικά με το επιχειρηματικό κλίμα: εστιάζοντας σε τρεις χώρες (Ελλάδα, Ιταλία, Ιρλανδία), εξέτασε τις επιδόσεις συγκεκριμένων πόλεων στις χώρες σε πέντε από τις 11 κατηγορίες της έκθεσης Doing Business. Στην Ελλάδα, πλην της Αθήνας, διερεύνησε τη φιλικότητα προς την επιχειρηματική δράση της Θεσσαλονίκης, της Αλεξανδρούπολης, της Λάρισας, της Πάτρας και του Ηρακλείου.

Τα ευρήματα είναι αποκαλυπτικά. Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι αν η Αθήνα υιοθετούσε τις πρακτικές των καλύτερων από τις πέντε άλλες ελληνικές πόλεις στις πέντε κατηγορίες της έρευνας (έναρξη επιχειρήσεων, σύνδεση με δίκτυο ηλεκτροδότησης, απόκτηση οικοδομικών αδειών, επικύρωση συμβολαίων, εγγραφή ιδιοκτησίας), η Ελλάδα θα ανέβαινε στην κατάταξη του Doing Business από την 79η στην 61η θέση.

Στην ευκολία έναρξης ίδρυσης μιας επιχείρησης, η χώρα μας πλέον συγκαταλέγεται στην ευρωπαϊκή ελίτ (και έχει αναρριχηθεί στην 11η θέση στη διεθνή κατάταξη): απαιτούνται μόνο τρεις διαδικασίες και τέσσερις εργάσιμες ημέρες, ενώ το κόστος είναι από τα χαμηλότερα στην Ε.Ε.

Στην Αλεξανδρούπολη, την πρωταθλήτρια στην κατηγορία αυτή, χρειάζονται μόνο τρεις ημέρες, αλλά οι επιδόσεις όλων των πόλεων είναι παρεμφερώς καλές. Υπενθυμίζεται ότι, προ κρίσης, απαιτούνταν 15 διαδικασίες, χρειαζόταν πάνω από ένας μήνας για να ολοκληρωθούν και το κόστος ήταν σχεδόν 15 φορές υψηλότερο.

Στις υπόλοιπες κατηγορίες, οι αποκλίσεις μεταξύ διαφορετικών πόλεων είναι μεγάλες. Για το κρίσιμο ζήτημα της δικαστικής επικύρωσης συμβολαίων, όπου η μέση διάρκεια για την επίλυση μιας εμπορικής διαφοράς σε πρώτο βαθμό παραμένει 15 μήνες μεγαλύτερη από τον μέσο όρο της Ε.Ε., η Θεσσαλονίκη έχει επιδόσεις εντυπωσιακά καλύτερες από της Αθήνας: 935 ημέρες έναντι 1.711. Σύμφωνα με τους συντάκτες της έρευνας, σημαντικό ρόλο σε αυτό έχει παίξει η ενεργή διαχείριση των εκκρεμών υποθέσεων από το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με τον πρόεδρό του να δημοσιεύει μάλιστα συγκεκριμένες οδηγίες επ’ αυτού στις αρχές του 2018.

Οι οδηγίες αυτές, μεταξύ άλλων, θέτοντας όρια στον αριθμό υποθέσεων που μπορεί να χειριστεί ένας δικαστής ετησίως, αλλά και πιο φιλόδοξους χρονικούς στόχους εκδίκασης από τα εθνικά πρότυπα, αναρτήθηκαν στον ιστότοπο του δικαστηρίου, διευκολύνοντας τους επίδοξους μιμητές. (Η Λάρισα πετυχαίνει ακόμα ταχύτερη εκδίκαση υποθέσεων, αλλά είναι μια σημαντικά μικρότερη πόλη.)

Στην έκδοση οικοδομικών αδειών, η Λάρισα απαιτεί τον μικρότερο αριθμό αδειών πριν από την έναρξη της οικοδομικής δραστηριότητας, έχοντας ορίσει εκ των προτέρων μόνο το κέντρο της πόλης ως αρχαιολογικό χώρο και άρα απαλλάσσοντας περιοχές εκτός του κέντρου από την ανάγκη εγκρίσεων από τις αρχαιολογικές υπηρεσίες.

Στην πρόσβαση στο δίκτυο ηλεκτροδότησης, η Πάτρα είναι η δεύτερη ταχύτερη (μετά την Αλεξανδρούπολη) και παρέχει τις πιο αξιόπιστες υπηρεσίες. Το μεγαλύτερο μέρος της αργοπορίας στις νέες συνδέσεις στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, που έχουν τις χειρότερες επιδόσεις, οφείλεται στις καθυστερήσεις έκδοσης των σχετικών αδειών από τις τοπικές υπηρεσίες.

Οι διαφορετικές επιδόσεις των έξι πόλεων δείχνουν πόσο μπορεί η ελληνική οικονομία να ωφεληθεί από επιτυχημένα παραδείγματα εντός της χώρας, που είναι πιο σίγουρο ότι μπορούν να αναπαραχθούν (δεν υπάρχουν ζητήματα διαφορετικής κουλτούρας, θεσμικής αναντιστοιχίας κ.ά.). Δείχνουν επίσης πώς η υιοθέτηση του πνεύματος των μεταρρυθμίσεων με συγκεκριμένα συμπληρωματικά μέτρα οδηγεί σε πολύ καλύτερα αποτελέσματα στην πράξη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ