ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΚΟΥΡΑΚΗΣ*

O μεγάλος δάσκαλος του Ποινικού Δικαίου

ΕΛΛΑΔΑ

Ανθρωπος πράος, αλλά με τσαγανό, ο Νίκος Ανδρουλάκης (1933-2019) ήταν για δεκαετίες ηγετική μορφή στον κλάδο των ποινικών επιστημών.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΣ

Ανθρωπος χαμηλών τόνων, αλλά με μεγάλα πνευματικά προσόντα, βαθύτατη καλλιέργεια και έμφυτη προσήνεια, ο καθηγητής και ακαδημαϊκός Νικόλαος Ανδρουλάκης, μια κορυφαία προσωπικότητα στον χώρο των ποινικών επιστημών, άφησε την τελευταία του πνοή έπειτα από σύντομη ασθένεια στις 2 Νοεμβρίου.

Ολοι εμείς που ευτυχήσαμε να υπάρξουμε μαθητές του θα θυμόμαστε τον Νικόλαο Ανδρουλάκη για κυρίως τρεις ειδικότερους λόγους, που έχουν όμως και γενικότερη ισχύ, καθώς συνδέονται με τα συστατικά στοιχεία προσωπικότητας ενός άξιου πανεπιστημιακού διδασκάλου.

Εν πρώτοις, ο Ανδρουλάκης είχε το χάρισμα να μη δογματίζει, αλλά να συζητεί και να ερευνά με διαλεκτικό τρόπο τα βαθύτερα νοήματα ενός ζητήματος. Εδινε δηλαδή στους φοιτητές του τα εναύσματα να ερευνούν μόνοι τους την ουσία ενός νομικού ζητήματος και τις πιθανές λύσεις που προκύπτουν μέσα από τις αντιπαρατιθέμενες απόψεις. Ετσι μάθαιναν τον τρόπο του νομικώς σκέπτεσθαι, να αναπτύσσουν την κριτική τους σκέψη και να θεμελιώνουν την όποια γνώμη τους σε μια στέρεη επιχειρηματολογία, πράγμα το οποίο θεωρεί ο Μοντέν στα «Δοκίμιά» του (Βιβλ. Ι, 25ο Δοκίμιο) ως το ύψιστο έργο ενός παιδαγωγού.

Χαρακτηριστικές αυτής της παιδαγωγικής μεθόδου του είναι οι αναπτύξεις του στο θεμελιώδες έργο του «Ποινικό Δίκαιο. Γενικό Μέρος», όπου αναλύει τις βασικές έννοιες του εγκλήματος και της ποινής και μάλιστα επιχειρεί να συναγάγει με εξαίρετη συλλογιστική μέθοδο την έννοια του εγκλήματος από αυτήν της ποινής.

Στο άλλο σημαντικό έργο γενικού χαρακτήρα που συνέγραψε, τις «Θεμελιώδεις Εννοιες της Ποινικής Δίκης», ο Ανδρουλάκης επιχειρεί πρωτίστως να αναδείξει τις βασικές (και συχνά αντίρροπες) αρχές της ποινικής δικονομίας, όπως π.χ. τις αρχές της νομιμότητας και της σκοπιμότητας, εφαρμόζοντας και εδώ τη διαλογική μέθοδο.

Μέσα όμως από την ανάλυση αυτών των αρχών επιδιώκει και κάτι ακόμη: να καταδείξει ότι η ποινική δικονομία δεν είναι ένα συνονθύλευμα διατάξεων φορμαλιστικού τύπου για αρμοδιότητες και προθεσμίες, αλλά ένα σύνολο κανόνων που διασφαλίζουν τα δικαιώματα του κατηγορουμένου και που αποτελούν έτσι, όπως το αποκαλεί ο ίδιος, ένα είδος «εφαρμοσμένου συνταγματικού δικαίου». Στο πλαίσιο αυτό, συνεχής υπήρξε και η ενασχόληση του εκλιπόντος με την αιτιολόγηση των ποινικών δικαστικών αποφάσεων.

Οπως τόνισε και η ακαδημαϊκός Αννα Μπενάκη κατά την υποδοχή του Νικόλαου Ανδρουλάκη στην Ακαδημία Αθηνών στις 5.11.2013, ο τελευταίος «επικρίνει έντονα την επιχωριάζουσα πρακτική οι μεν αποφάσεις της ουσίας κατά κανόνα να μην εξηγούν στο αιτιολογικό τα περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα και τους συλλογισμούς βάσει των οποίων το δικαστήριο σχημάτισε δικανική πεποίθηση για την ενοχή (ή και την αθωότητα) του κατηγορουμένου, και περαιτέρω να μην αιτιολογούν το πώς επιμετρείται η ποινή. Η βολική αυτή πρακτική […] αντιστρατεύεται τη συνταγματική επιταγή της πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας…» (Πρακτικά Ακαδημίας Αθηνών, τ. 88: 2013, σελ. 70).

Κατά δεύτερον, ο Ανδρουλάκης, με τα συγγράμματα, τις μελέτες, τα σχόλιά του επί δικαστικών αποφάσεων και τη διδασκαλία του, συνέβαλε αποφασιστικά στην ανανέωση του ποινικού δικαίου και της ποινικής δικονομίας στη χώρα μας, συνδυάζοντας αρμονικά τη θεωρητική προσέγγιση με τη δικηγορική πρακτική. Εστίασε έτσι ιδιαίτερα στην επεξεργασία και εμβάθυνση κομβικών νομικών εννοιών, όπως το έννομο αγαθό, τα εγκλήματα παραλείψεως, η συρροή εγκλημάτων κ.λπ., χωρίς όμως να παραβλέπει και ζητήματα νομικής επικαιρότητας, όπως η αντιδιαστολή επανάστασης και πραξικοπήματος από τη σκοπιά του ποινικού δικαίου (1975) και το πρόβλημα της λεγόμενης «κρυπτοαμνηστίας» (1982). Επίσης, αξιοσημείωτες είναι και οι αναπτύξεις του σε θέματα φιλοσοφίας και ιστορίας των ποινικών θεσμών, όπως και της σχέσης του ποινικού δόγματος με την εγκληματολογική επιστήμη. Σε όλες αυτές τις εργασίες διαπιστώνει κανείς την πρωτοτυπία και διεισδυτικότητα των ιδεών του, αλλά συχνά και τον ρηξικέλευθο χαρακτήρα τους. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ιδέες του αυτές, που άνοιξαν νέους δρόμους στα ζητήματα με τα οποία ασχολήθηκε ο Ανδρουλάκης, όχι μόνον έτυχαν αναγνώρισης στην ελληνική επιστήμη και νομολογία, αλλά και μνημονεύθηκαν κατ’ επανάληψη σε αποφάσεις ανώτατων δικαστηρίων της Γερμανίας. Αλλωστε ο Ανδρουλάκης είχε συγγράψει τη διδακτορική του διατριβή και σειρά μονογραφιών και μελετών στα γερμανικά, ενώ είχε διδάξει επί διετία στο Πανεπιστήμιο του Saarbrücken και έχαιρε γενικότερης αποδοχής στις γερμανόφωνες χώρες.

Ανθρωπος πράος, αλλά με «τσαγανό», ηγετικά προσόντα και καθολική αποδοχή από τους συναδέλφους του, διετέλεσε επί δεκαετίες διευθυντής του Τομέα Ποινικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος της εμβληματικής Ελληνικής Εταιρείας Ποινικού Δικαίου (με καίριες εισηγήσεις σε όλα τα συνέδριά της). Υπήρξε επίσης κοσμήτορας της Νομικής Σχολής Αθηνών και πρώτος πρόεδρος της επιτροπής για την αναθεώρηση του Ποινικού Κώδικα, το 2005.

Παράλληλα, από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και έως την αφυπηρέτησή του το 2000, μύησε στο Ποινικό Δίκαιο και στην Ποινική Δικονομία εκατοντάδες φοιτητών. Εμφύσησε έτσι σ’ αυτούς την αγάπη προς την έρευνα και ενθάρρυνε με αξιοκρατικά κριτήρια τους ικανότερους από αυτούς, ως μέντορας, να προχωρήσουν σε μεταπτυχιακές σπουδές και να κατακτήσουν σημαντικές θέσεις στα πανεπιστήμια, στη Δικαιοσύνη και στη διοίκηση της χώρας.

Η έκδοση ενός υψηλής επιστημονικής στάθμης τόμου προς τιμήν του το 2003, με αφορμή τα εβδομηκοστά γενέθλιά του, και η εκλογή του ως τακτικού μέλους της Ακαδημίας Αθηνών το 2012, αποτέλεσαν, ίσως, τις κορυφαίες στιγμές της επιστημονικής του καταξίωσης.

* Ο κ. Νέστωρ Κουράκης είναι τακτικό μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών, πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Εγκληματολογίας και καθηγητής Ποινικών Επιστημών στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ