Νίκος Κωνσταντάρας ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Λίγα λόγια ακόμα περί ρατσισμού

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το άρθρο μου «Περί ρατσισμού», που δημοσιεύθηκε στο φύλλο της προηγούμενης Κυριακής, προκάλεσε ζωηρή συζήτηση στην ιστοσελίδα της «Κ», με δεκάδες σχόλια να απαντούν είτε στο κείμενο είτε σε σχόλια αναγνωστών. Θέλω να συνεχίσω τη συζήτηση, όχι για να συμφωνήσω ή να διαφωνήσω, να δώσω εύσημα ή να απαντήσω, αλλά για να μοιραστώ κάποιες σκέψεις ακόμα, πάνω σε ένα θέμα που δικαίως και αναπόφευκτα μας απασχολεί. Η συνύπαρξη ανθρώπων διαφορετικών φυλών και πολιτισμών είναι πάντα δύσκολη, προκαλεί ισχυρές αντιδράσεις, είτε οι αντιδρώντες βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, με τους ξένους στη γειτονιά τους, είτε συμμετέχουν στη ζύμωση εξ αποστάσεως, όπως ο πολιτικός που καλλιεργεί τον φόβο και την οργή για προσωπικό όφελος, όπως οι χώρες που βρίσκονται μακριά από τους δρόμους των προσφύγων και μεταναστών, αλλά αντιδρούν σαν να κατακλύζονται απ’ αυτούς.

Το ζήτημα δεν είναι τόσο εάν μας αρέσει ή δεν μας αρέσει να βρίσκονται άνθρωποι στην ανάγκη για την αλληλεγγύη και τη στήριξή μας, όσο το τι κάνουμε όταν αυτοί βρίσκονται εδώ. Ούτε αυτοί επέλεξαν να βρίσκονται εδώ ούτε εμείς τους καλέσαμε. Το πώς ο καθένας θα χειριστεί την υπόθεση είναι θέμα προσωπικό, που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πώς μεγάλωσε ο ίδιος, ποιες αρχές πήρε από την οικογένειά του, το σχολείο και το γενικό περιβάλλον (εκκλησία, μέσα ενημέρωσης, παρέες κ.ά.), αλλά και από τη συγκυρία: Εχει τα περιθώρια να βοηθήσει ή θα βουλιάξει κι αυτός μαζί με τον ικέτη; Εδώ χρειάζεται να σημειώσουμε πως η θεωρία ότι η χώρα μας –η Ευρώπη όλη– είναι θύμα συνωμοσίας που στοχεύει στην «αντικατάσταση» του πληθυσμού από μουσουλμάνους εισβολείς προκαλεί το αναμενόμενο πάθος και μας τυφλώνει στα πραγματικά προβλήματα που πρέπει να διαχειριστούμε. Απαιτείται διεθνής, αποφασιστική προσπάθεια να εξαλειφθούν οι αιτίες της προσφυγιάς ή μετανάστευσης προς την περιοχή μας. Εως ότου επιτευχθεί αυτό, απαιτείται και η σωστή διαχείριση των ανθρώπων που φθάνουν στη χώρα μας. Ασφαλώς θα υπάρχουν επικίνδυνα άτομα –και ομάδες– μέσα στη ροή, αλλά οι περισσότεροι κάνουν το ταξίδι επειδή δεν μπορούσαν να το αποφύγουν, όχι επειδή ήθελαν να βρίσκονται εδώ. Το πώς αντιμετωπίζονται οι επικίνδυνοι και όσοι δεν δικαιούνται ασύλου είναι θέμα θεσμικό, κρατικό και διακρατικό και οφείλει να γίνεται γρήγορα και αποτελεσματικά, χωρίς τις καθυστερήσεις που βλέπουμε έως τώρα.

Προσωπική υπόθεση, όμως, είναι το πώς ο καθένας μας βλέπει τον άλλο. Επειδή οι σχέσεις και μεταξύ δύο ατόμων της ίδιας φυλής, έως και της ίδιας οικογένειας, μπορεί να είναι πολύ δύσκολες, είναι φυσικό η ξαφνική συνύπαρξη ανθρώπων από διαφορετικούς κόσμους να προκαλεί ταραχή και προβλήματα. Είναι επιτακτική ανάγκη ο ντόπιος πληθυσμός να μην αισθάνεται ότι απειλείται, καθώς ακόμα και ανάμεσα στους πιο καλοπροαίρετους ανθρώπους ο φόβος τρέφει την οργή. Εδώ είναι αξιοσημείωτη μια λεπτομέρεια από την Τουρκία: ενώ για χρόνια οι περίπου 4 εκατ. πρόσφυγες από τη Συρία αντιμετωπίζονταν ως αδέλφια μουσουλμάνοι, η κοινή γνώμη άρχισε να στρέφεται εναντίον τους όταν με τον καιρό, και με την επιδείνωση του οικονομικού κλίματος, φάνηκαν οι διαφορές μεταξύ των δύο λαών· όμως, αυτό συνέβη σε ακόμη πιο βαθύ επίπεδο όταν έγινε γνωστό ότι αρκετοί Τούρκοι άνδρες βρήκαν ευκαιρία να εκμεταλλευθούν την ανάγκη κάποιων γυναικών προσφύγων για στέγη και στήριξη. Μπορεί οι αιτίες να μην είχαν «ρατσιστικό» κίνητρο, μπορεί και να ήταν ελάχιστες σε αριθμό, αλλά συνέβαλαν στη γενική δηλητηρίαση των σχέσεων μεταξύ ντόπιων - προσφύγων και στην πίεση της τουρκικής κυβέρνησης να προωθήσει πρόσφυγες προς την Ελλάδα ή πίσω στη Συρία. (Ας μην ξεχνάμε και την αντιμετώπιση Ελλήνων προσφύγων στην Ελλάδα παλαιότερα...) Ο ρατσισμός δεν χρειάζεται να είναι θεσμοθετημένος για να υπάρξει, η φλόγα στο ανθρώπινο στήθος ανάβει εύκολα. Ομως, χρειάζονται θεσμοί και μεγάλη κοινωνική και προσωπική προσπάθεια για να αποτραπεί η εξάπλωση της φωτιάς.

Γι’ αυτό είναι προτεραιότητα η αποτελεσματική κρατική και διακρατική αντιμετώπιση της πρόκλησης. Πρέπει να φανεί ότι το πρόβλημα ελέγχεται, ότι δεν είναι κατακλυσμιαίο, ότι δεν εγκαταλείπεται ο ντόπιος πληθυσμός στην τύχη του. Η σωστή κρατική διαχείριση επιτρέπει και στις τοπικές κοινωνίες να προσφέρουν, να συμμετάσχουν, χωρίς να αισθάνονται ότι απειλούνται. Δεν είναι, όμως, μόνο ο φόβος και η οργή που προκαλούν αντιδράσεις, είναι και η συνειδητή «δραματοποίηση» της κατάστασης από κάποιους, όπως και η πρόσκληση για συμμετοχή σε ξενοφοβικές εκδηλώσεις, που διευρύνουν ρήγματα, παγιώνουν νοοτροπίες, οδηγούν σε γκέτο (πραγματικά και νοητικά) και δυσχεραίνουν τη διαχείριση της κατάστασης. Τα χλευαστικά ανέκδοτα, οι θεαματικές εκδηλώσεις «αντίστασης», η συνωμοσιολογία, η οργή –«ρίξτε τους στη θάλασσα», «πάρ’ τους σπίτι σου»– δεν αγγίζουν τόσο αυτούς που ήδη βρίσκονται σε ανάγκη, όσο δηλητηριάζουν όσους κομπάζουν για την αναμφισβήτητη ανωτερότητά τους. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ