Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΡΟΣΩΠΑ

Μητροπολίτης Ηλείας Γερμανός: Ανθρωποι και μοναστήρια

Τι είναι τα κλειστά μοναστήρια; «Αδειανά πράματα». Ετσι τα όρισε ο μητροπολίτης Ηλείας Γερμανός, προσπαθώντας να πείσει το ποίμνιό του για το χριστιανικώς αυτονόητο: τα μοναστήρια που είναι κλειστά –ένα εκ των οποίων, όπως είπε, είναι είκοσι χρόνια κλειστό– να παραχωρηθούν ως χώροι φιλοξενίας αιτούντων άσυλο.

Ο μητροπολίτης Ηλείας δεν είναι μόνος. Το ίδιο μήνυμα υπέρ της φιλοξενίας έχουν στείλει και άλλοι –όχι πολλοί– ιεράρχες, όπως ο Δημητριάδος Ιγνάτιος («όποιος αρνείται προσφορά στους πρόσφυγες δεν είναι ούτε Ελληνας ούτε ορθόδοξος») και ο Αργολίδος Νεκτάριος («άνθρωποι ξένοι, φοβισμένοι ήρθαν στην πόρτα μας· ως χριστιανός και ως επίσκοπος δεν μπορώ να κλείσω τα μάτια μου»).

Τα μηνύματα αυτά, ακόμη κι αν δεν είναι πλειοψηφικά στην ιεραρχία, έχουν ξεχωριστή σημασία γιατί σπάνε τις εύκολες ταξινομήσεις. Σπάνε το στερεότυπο ότι υπάρχει τάχα ένα αρραγές συντηρητικό μπλοκ που δεν μπορεί να πειστεί με κανέναν τρόπο· ότι η προσαρμογή της μεταναστευτικής πολιτικής στις φοβίες, που φαίνονται κυρίαρχες, είναι μονόδρομος.

Οι φωνές των μητροπολιτών δείχνουν ότι δεν ισχύει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Δείχνουν κυρίως ότι θα ήταν λάθος να παραιτηθεί κανείς εκ των προτέρων από την προσπάθεια να πείσει, θεωρώντας το ευρύ ακροατήριο ανεπίδεκτο πειθούς. Αντιθέτως, οι ιεράρχες απευθύνονται ακριβώς σε εκείνο το μέρος της κοινής γνώμης που είναι περισσότερο ευάλωτο στον ηθικό πανικό κατά των προσφύγων και των μεταναστών· που είναι περισσότερο έτοιμο να ακούσει το κήρυγμα ότι απειλείται η πίστη του και ο τρόπος ζωής του.

Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η κατάληξη του εγχειρήματος της Ηλείας δεν είναι ενθαρρυντική. Τα μοναστήρια αποδείχθηκαν ανέτοιμα να φιλοξενήσουν τους πρόσφυγες. Στη Μονή Δίβρης, ένας διερμηνέας του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης κατέληξε στο νοσοκομείο ύστερα από επίθεση «αγανακτισμένου πολίτη» που φώναζε «έξω οι μουσουλμάνοι από τα μοναστήρια».

Ωστόσο, αν κάτι έχει φανεί τις τελευταίες εβδομάδες, είναι ότι ο νόμος του θεάματος διογκώνει αυτά τα επεισόδια – παρουσιάζοντάς τα σαν «κοινωνικές» αντιδράσεις που στην πραγματικότητα είναι περιθωριακές. Ενας φανατικός ίσον κανένας.

Το ίδιο και στα Διαβατά: οι κάμερες ήταν περισσότερες από τα σουβλάκια στην πατριωτική σχάρα. Διατυπωμένο με χριστιανικούς όρους, το μίσος πουλάει περισσότερο από την αγάπη.

Γι’ αυτό ακριβώς είναι αναγκαία στον δημόσιο λόγο τα αντίβαρα. Και ο Χριστός, είπε ο Ηλείας Γερμανός, βρέθηκε πρόσφυγας στην Αίγυπτο. Και στην απογραφή, στη Βηθλεέμ, δεν βρήκε ούτε ξενοδοχείο για να μείνει.

Κώστας Μάρκου: Οι μάσκες της γιορτής

«Χρυσοχοΐδη μασκαρά» έγραφε με κόκκινη μπογιά το χάρτινο πανό που κόλλησαν νεολαίοι του ΣΥΡΙΖΑ την Πέμπτη σε ένα τρόλεϊ. Ολα καλά. Αλλά «μασκαρά»; Ποιος λέει πια «μασκαρά»; Πόσων χρόνων ήταν αυτοί οι νεολαίοι για να έχουν φυλάξει στο υβρεολόγιό τους τέτοιο γλωσσικό κειμήλιο;

Τελικά, επρόκειτο όντως για κειμήλιο. Επρόκειτο για μίμηση του συνθήματος της εξέγερσης του 1973. Στις φωτογραφίες της εποχής φαίνεται ακόμη εκείνο το «Μαρκεζίνη μασκαρά» που είχαν γράψει οι φοιτητές σε έναν τοίχο του Πολυτεχνείου.

Η απόπειρα μεταγραφής του παλιού συνθήματος δείχνει και την ανάγκη που καλύπτει η ιδεολογική χρήση της επετείου. Τα «παιδιά», 46 χρόνια μετά, φαίνονται να λαχταράνε μια αναπαράσταση του μύθου. Λαχταράνε αυτό που έλεγε ο Λακάν στους φοιτητές του 1968: έναν αφέντη· έστω κάποιον μασκαρεμένο σαν αφέντη, απέναντι στον οποίο θα μπορέσουν οι ίδιοι να μασκαρευτούν σαν επαναστάτες.

Σε αυτή την έλλειψη αφέντη μπορεί κανείς να αποδώσει και τη χουντολογία των τελευταίων ημερών. Η επίκληση μιας «απειλής για τη δημοκρατία» είχε να ακουστεί τόσο έντονα από την εποχή του αντιμνημονίου. Αν δεν υπάρχει απειλή, τότε πώς θα δικαιολογηθούν τα κράνη και τα κοντάρια «αυτοάμυνας»; Πώς θα δικαιολογηθούν τα αλυσοπρίονα – χάρη στα οποία ο βουλευτής Αχαΐας του ΣΥΡΙΖΑ Κώστας Μάρκου δραπέτευσε από την ανυπαρξία του;

Για να ερμηνεύσουμε τον υποτροπιάζοντα ΣΥΡΙΖΑ, στον οποίο έδωσε φωνή όχι μόνο ο Μάρκου, αλλά και επιφανή του στελέχη, χρησιμοποιούμε αυτούς τους παρεξηγήσιμους ιατροβιολογικούς όρους. Μιλάμε για το DNΑ του κόμματος, στο οποίο, μετεκλογικά, επιστρέφει.

Η μεταφορά αυτή είναι παραπειστική. Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να ιδρύθηκε ως κινηματική μετάλλαξη του Συνασπισμού, από έναν πρωταγωνιστή του Πολυτεχνείου, τον Αλέκο Αλαβάνο, που δεν απέβαλε ποτέ τη λαχτάρα της αναπαράστασης· μπορεί ο αρχηγός που τον οδήγησε στην εξουσία να μπήκε στην ΚΝΕ τη χρονιά που κατέρρεε ο κομμουνισμός – μασκαρεύτηκε, όταν η Ιστορία έριχνε τις μάσκες. Ομως αυτές οι καταβολές δεν εξηγούν αυτομάτως και την εικόνα του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ.

Το κόμμα θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί. Και κάποιοι πιστεύουν ότι μπορεί ακόμη, αφού ξεπεράσει το σοκ της εκλογικής του ήττας, να αναζητήσει αλλού τον χώρο του – και όχι στη μειοψηφία από την οποία κατάγεται. Το οξύμωρο είναι ότι κάποιοι στον ΣΥΡΙΖΑ δείχνουν να επιθυμούν ακριβώς αυτή την επιστροφή – τη συρρίκνωση στο όνομα της καθαρότητας. Γι’ αυτούς η σχεδόν πενταετία στην εξουσία ήταν παρένθεση. Νοσταλγούν τη θαλπωρή του μύθου. Μόνο που οι ίδιοι καταχράστηκαν τον μύθο μέχρι εξαντλήσεως.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ