ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Οι πρόσφατες ευρωεκλογές που διεξήχθησαν στη Γερμανία ήταν ορόσημο για το παλαιότερο εν ζωή «Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας» (SPD). Αν το μετριοπαθές πρόγραμμα που υιοθετήθηκε στο συνέδριο του Bad Godesberg τον Νοέμβριο του 1959 σήμαινε και τυπικά την αμετάκλητη εγκατάλειψη των επαναστατικών κηρυγμάτων του μαρξισμού, με αποτέλεσμα την ειλικρινή αποδοχή της αστικής δημοκρατίας και την οικοδόμηση του κοινωνικού κράτους πρόνοιας, οι τελευταίες ευρωεκλογές κατέδειξαν τη ρήξη των παραδοσιακών δεσμών της σοσιαλδημοκρατίας με την εργατική τάξη και τα φτωχότερα στρώματα του πληθυσμού. Επίσης, φανέρωσαν το έλλειμμα ηγεσίας που ταλάνιζε το κόμμα μετά την αποχώρηση του τελευταίου σοσιαλδημοκράτη καγκελάριου Γκέρχαρντ Σρέντερ. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το SPD – το μοναδικό, ας σημειωθεί, κόμμα που είχε το θάρρος να καταψηφίσει τον λεγόμενο «Εξουσιοδοτικό Νόμο» (Ermächtigungsgesetz) τον Μάρτιο του 1933 στο Ράιχσταγκ και να διασώσει την τιμή του γερμανικού κοινοβουλευτισμού, αρνούμενο να δώσει γη και ύδωρ στον επερχόμενο εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς – μαστίζεται από βαθύτατη εσωτερική κρίση.

Αφησαν αποτύπωμα στη διεθνή πολιτική

Δεν αποκλείεται, τις ημέρες αυτές, να ανατρέχουν μέλη και φίλοι του SPD στο παρελθόν, αναπολώντας ένδοξες στιγμές στη μεταπολεμική ιστορία του κόμματος. Σίγουρα, η κορυφαία περίοδος της γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας ήταν το χρονικό διάστημα μεταξύ 1969 και 1982, όταν και άσκησε την πολιτική εξουσία σε συνεργασία με τους Ελεύθερους Δημοκράτες (FDP). Η περίοδος αυτή ταυτίστηκε στη συλλογική μνήμη των μελών του κόμματος με δύο πρόσωπα: τον Βίλι Μπραντ (1913-1992) και τον Χέλμουτ Σμιτ (1918-2015).

Ο πρώτος ήταν καγκελάριος από το 1969 ώς το 1974, ο δεύτερος από το 1974 μέχρι το 1982. Και οι δύο άφησαν το προσωπικό τους αποτύπωμα όχι μόνο στη (δυτικο)γερμανική αλλά και στη διεθνή πολιτική σκηνή, αποτελώντας πρότυπα πολιτικών για τις επόμενες γενιές. Ο μεν Μπραντ με τη γονυκλισία του μπροστά στο μνημείο πεσόντων του γκέτο της Βαρσοβίας και την προώθηση και εφαρμογή της «Νέας Ανατολικής Πολιτικής» (Neue Ostpolitik), που του απέφερε το βραβείο Νομπέλ Ειρήνης το 1971, ο δε Σμιτ με την προσήλωσή του στο ιδεώδες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και της γαλλογερμανικής φιλίας. Δύο υπέρμαχοι του κοινωνικού κράτους και της ειρηνικής διευθέτησης των διαφορών του «ελεύθερου κόσμου» με το ανατολικό μπλοκ, με αξιοζήλευτη επιρροή σε τμήματα της δυτικογερμανικής νεολαίας.


Ο Βίλι Μπραντ γονατιστός στο εβραϊκό γκέτο της Βαρσοβίας.

Και οι δύο Σοσιαλδημοκράτες καγκελάριοι είχαν προσωπικά βιώματα στην εποχή του εθνικοσοσιαλισμού (1933-1945). Μάλιστα, ο Μπραντ ήταν μέλος του SPD και ριζοσπαστικότερων αριστερών κομμάτων ήδη στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Το όνομά του, άλλωστε, ήταν το αγωνιστικό του ψευδώνυμο κατά τη διάρκεια της εθνικοσοσιαλιστικής περιόδου. Το πραγματικό του όνομα ήταν Χέρμπερτ Φραμ. Στην εξορία, αρχικά στη Νορβηγία και έπειτα στη Σουηδία, ανέπτυξε έντονη αντιστασιακή δημοσιογραφική δραστηριότητα. Μετά την κατάρρευση του Γ΄ Ράιχ επέστρεψε στη Δυτική Γερμανία. Πριν από την είσοδό του στην κυβέρνηση του «μεγάλου συνασπισμού» (1966-1969) και την αναρρίχησή του στην καγκελαρία, ο Μπραντ θήτευσε, από το 1957, στο δύσκολο αξίωμα του δημάρχου στο Δυτικό Βερολίνο. Η θητεία του αυτή συνέπεσε χρονικά με την ανέγερση του Τείχους, στις 13 Αυγούστου 1961. Τότε αναδείχθηκαν οι ηγετικές ικανότητες του «οραματιστή» Μπραντ και έγιναν ευρύτερα γνωστές στην κοινή γνώμη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας. Ετσι, το Δυτικό Βερολίνο αποδείχθηκε το εφαλτήριό του για την κεντρική πολιτική σκηνή. Από το 1964 ώς το 1987 διετέλεσε πρόεδρος του SPD και από το 1976 μέχρι το 1992 πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς.

Ο Σμιτ, αντιθέτως, μέλος της χιτλερικής νεολαίας στα παιδικά του χρόνια, είχε το θλιβερό «προνόμιο» να παρευρεθεί ως αξιωματικός-παρατηρητής σε μία από τις δίκες-παρωδία του «Λαϊκού Δικαστηρίου» κατά των μελών της συνωμοσίας της 20ής Ιουλίου 1944 – γεγονός που του «προσήψε» μερικές δεκαετίες αργότερα την κατηγορία ότι συμπαθούσε τον ναζισμό. Μετά τον πόλεμο και την απελευθέρωσή του από τη βρετανική αιχμαλωσία προσχώρησε στο SPD. Στο Αμβούργο, όπου ανήλθε στο αξίωμα του υπουργού Εσωτερικών της χανσεατικής πόλης, έλαβε το πρώτο «βάπτισμα του πυρός». Χάρη στα μέτρα που πήρε για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της πλημμύρας τον Φεβρουάριο του 1962 έγινε γνωστός σε πανεθνική κλίμακα. Από το 1967 ώς το 1969 είχε την προεδρία της κοινοβουλευτικής ομάδας του SPD. Κατά την περίοδο της καγκελαρίας Μπραντ υπήρξε υπουργός Αμυνας (1969-1972) και υπουργός Οικονομικών (1972-1974). Το 1974 διαδέχθηκε τον Μπραντ μετά την παραίτηση του τελευταίου. Το σημαντικότερο ίσως εσωτερικό ζήτημα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει ήταν η αιματηρή τρομοκρατική δράση της ακροαριστερής οργάνωσης «Φράξια Κόκκινος Στρατός» (RAF). Από το 1983 ήταν συνεκδότης της έγκριτης εβδομαδιαίας εφημερίδας Die Zeit. Η σειρά συνεντεύξεων που παραχώρησε στην ίδια εφημερίδα υπό τον τίτλο «Για ένα τσιγάρο με τον Χέλμουτ Σμιτ» έχαιρε εξαιρετικής δημοφιλίας στο αναγνωστικό κοινό.

Οι συνέπειες μιας υπόθεσης κατασκοπείας

Τι συνέβη, όμως, και επήλθε «αλλαγή φρουράς» στην καγκελαρία; Στις 5 Μαΐου 1974 ο Μπραντ ανακοίνωσε την απόφαση της παραίτησής του. Η αφορμή δόθηκε από την αποκάλυψη πως ένας στενός συνεργάτης του ήταν πράκτορας του υπουργείου Κρατικής Ασφάλειας (Στάζι) της Ανατολικής Γερμανίας. Στην πραγματικότητα, η ηγεσία του SPD φοβόταν ότι μέσω αυτής της ιστορίας θα διαχέονταν από τα μέσα ενημέρωσης –ενόψει των εκλογών του 1976– και άλλες «αποκαλύψεις» σχετικά με τις προτιμήσεις του Μπραντ στο αλκοόλ και σε εξωσυζυγικές περιπέτειες. Επίσης, ελλόχευε ο κίνδυνος να καταστεί η δυτικογερμανική κυβέρνηση θύμα εκβιασμών της Στάζι, μολονότι η Ανατολική Γερμανία δεν είχε τότε κανένα συμφέρον να πληγεί το κύρος του θεμελιωτή της Οστπολιτίκ. Εικάζεται ακόμη ότι στελέχη του SPD κινήθηκαν παρασκηνιακά με σκοπό την αντικατάσταση του Μπραντ από ένα καταλληλότερο για να κερδίσει τις επερχόμενες εκλογές πρόσωπο.


Ο Βίλι Μπραντ στη γερμανική Βουλή. Σε όλη τη θητεία του ως καγκελάριος προώθησε τη βελτίωση των σχέσεων με την Ανατολική Γερμανία.

Ο Σμιτ, πάντως, τάχθηκε κατά της παραίτησης Μπραντ, αφού εκτιμούσε ότι οι «αποκαλύψεις» τόσο για τον συνεργάτη όσο και για την ιδιωτική ζωή του καγκελαρίου δεν συνιστούσαν σοβαρούς λόγους παραίτησης. Ο Μπραντ, ωστόσο, είχε πάρει τις αποφάσεις του, και ο Σμιτ ανέλαβε –αιφνιδίως, σύμφωνα με τη δική του εκδοχή– τα ηνία της κυβέρνησης του «μικρού συνασπισμού» με τους Φιλελεύθερους, έχοντας σαφή επίγνωση των υψηλών προσδοκιών που είχε καλλιεργήσει ο Μπραντ στην κοινή γνώμη και διαισθανόμενος το πολιτικό βάρος του εγχειρήματος.

Αν και ο Σμιτ διαφώνησε με την παραίτηση του Μπραντ, οι σχέσεις ανάμεσά τους δεν ήταν ποτέ αρμονικές, αν εξαιρέσει κανείς την περίοδο μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60. Η ιδιοσυγκρασία και το πολιτικό στυλ τους διέφεραν σημαντικά, ενώ σε μία σειρά από κεντρικά θέματα (π.χ. για την εγκατάσταση αμερικανικών πυραύλων μέσου βεληνεκούς στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, την αποστολή πολεμικού υλικού στην Ελλάδα των συνταγματαρχών και τη στάση του SPD απέναντι στις διαδηλώσεις του φιλειρηνικού κινήματος στις αρχές της δεκαετίας του ’80) είχαν διαφορετικές προσεγγίσεις.

Η ιστορία μιας δύσκολης πολιτικής σχέσης

Στο βιβλίο «Βίλι Μπραντ και Χέλμουτ Σμιτ. Ιστορία μιας δύσκολης φιλίας» (Willy Brandt und Helmut Schmidt. Geschichte einer schwierigen Freundschaft)», που εξέδωσε το 2012 ο ανταποκριτής της εφημερίδας Die Zeit Γκούντερ Χόφμαν, αναλύεται η προσωπική σχέση ανάμεσα στους δύο κορυφαίους σοσιαλδημοκράτες.

Οι δυσκολίες της πολιτικής συμβίωσης των δύο ανδρών περιγράφονται στην (περισσότερο υπηρεσιακού χαρακτήρα) αλληλογραφία τους, που εξέδωσε το 2015 ο Μάικ Βόικε υπό τον χαρακτηριστικό τίτλο «Βίλι Μπραντ – Χέλμουτ Σμιτ. Εταίροι και αντίζηλοι. Η αλληλογραφία 1958-1992» (Willy Brandt – Helmuth Schmidt. Partnerund Rivalen. Der Briefwechsel 1958-1992). Στο επίκεντρο των συνολικά 717 επιστολών που εντοπίστηκαν, βρίσκεται, για ευνόητους λόγους, η περίοδος 1966-1982. Από το 1974, όπως προκύπτει από την ανάγνωση των σχετικών επιστολών, ο Σμιτ φαίνεται να απέκλεισε τον Μπραντ από το «κλειστό κέντρο» λήψης αποφάσεων.


Ο Χέλμουτ Σμιτ (δεξιά) με τον Γάλλο πρόεδρο Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν. Αμεση προτεραιότητα η γαλλογερμανική φιλία.

Πάντως, η «αλλαγή φρουράς» στην καγκελαρία δεν σηματοδότησε και αλλαγή πολιτικής από την πλευρά του Σμιτ και του SPD. Ο νέος καγκελάριος συνέχισε την πολιτική του προκατόχου του, ο οποίος είχε βάλει ισχυρά θεμέλια και παρακολουθούσε μάλλον διακριτικά –τουλάχιστον μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’80– τις εξελίξεις ως πρόεδρος του κόμματος. Η «δυαρχία» αυτή, αποφάνθηκε αργότερα ο Σμιτ, δεν έκανε καλό στην κυβέρνηση αλλά ούτε και στο κόμμα. Μάλιστα, μετά την πτώση του το 1982, ο Σμιτ εξέφρασε τη δυσφορία του για την έλλειψη στήριξης από την πλευρά του Μπραντ και τη σταδιακή απομόνωση του SPD από παραδοσιακούς ψηφοφόρους του εξαιτίας της συμπόρευσης του κόμματος με νέα κοινωνικά κινήματα. Στις 3 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους ο Μπραντ απάντησε, μέσω επιστολής του στον Σμιτ, πως «συμφωνούμε ότι διαφωνούμε», επιβεβαιώνοντας τη διάσταση απόψεων που επικρατούσε ανάμεσά τους.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και ενώπιον κοσμοϊστορικών εξελίξεων ο «οραματιστής» Μπραντ και ο «πραγματιστής» Σμιτ αποκατέστησαν κάπως την ταραγμένη σχέση τους, αναγνωρίζοντας ο ένας την πολιτική προσφορά του άλλου. Ο κύκλος της «δύσκολης φιλίας» είχε πια ολοκληρωθεί, όχι όμως και η επιστημονική μελέτη του.

* Ο κ. Βάιος Καλογρηάς είναι διδάκτωρ Ιστορίας, επιστημονικός συνεργάτης του Πανεπιστημίου Μάιντς.

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΕΥΑΝΘΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ