Κώστας Ιορδανίδης ΚΩΣΤΑΣ ΙΟΡΔΑΝΙΔΗΣ

Αναθεωρητική δυναμική

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Δεν έκρυψε τον «θαυμασμό» του ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ προς τον Τούρκο ομόλογό του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, αλλά επί της ουσίας δεν υπήρξε αξιόλογη προσέγγιση επί των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν σε διμερές επίπεδο οι δύο χώρες. Αυτό, ωστόσο, δεν μειώνει τη σημασία της συναντήσεως των δύο ηγετών, την περασμένη εβδομάδα στην Ουάσιγκτον.

Βεβαίως, στην Αθήνα, αρμόδιοι κυβερνητικοί και υπηρεσιακοί παράγοντες σταθμίζουν τις ενδεχόμενες συνέπειες του «θαυμασμού», που εξέφρασε ο κ. Τραμπ στον Τούρκο πρόεδρο, στα ελληνικά συμφέροντα. Ορθώς προβληματίζονται και ασχολούνται στην Αθήνα. Αυτή είναι η δουλειά τους, άλλωστε. Αλλά τα πράγματα ίσως να είναι πιο περίπλοκα.

Πέρα από τα ελληνοτουρκικά, λοιπόν, και τα διηνεκή προβλήματα που αντιμετωπίζει η Κύπρος μετά την τουρκική εισβολή, υπάρχει νέα κρίσιμος παράμετρος, που αφορά τον επαναπροσδιορισμό των προτεραιοτήτων οι οποίες είχαν διαμορφωθεί στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου ή μετά την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων στην Ευρώπη. Κοινό στοιχείο της αναπροσαρμογής αυτής, που κατά ορισμένους διέπεται από πνεύμα «αναθεωρητικό», είναι η πρόταξη των εθνικών συμφερόντων έναντι της αντιλήψεως περί «συλλογικότητος» που υποτίθεται ότι ίσχυε.

Η πολιτική που εφήρμοσε ο κ. Τραμπ ευθύς μετά την είσοδό του στο Λευκό Οίκο, «Πρώτα η Αμερική», και η δριμεία –αν και δικαία– κριτική του προς τη Γερμανία, αλλά και στη συντριπτική πλειονότητα των Ευρωπαίων εταίρων των ΗΠΑ, εκλόνισε την αντίληψη «συλλογικότητος» της Συμμαχίας, η οποία εστηρίζετο υλικώς πρωτίστως, εάν όχι περίπου αποκλειστικώς, στην Ουάσιγκτον.

Παράλληλα, η Τουρκία, μετά τη θηριώδη οικονομική ανάπτυξή της –αν και οι επιπτώσεις της κρίσεως έχουν αρχίσει να είναι πλέον εμφανείς–, σε συνδυασμό με την καταθλιπτική στρατιωτική υπεροχή της, διεκδικεί την αναγνώρισή της ως αδιαμφισβητήτου περιφεριακής δυνάμεως και στη θάλασσα, μετά την επίσημη διατύπωση του στρατιωτικού δόγματος από τον υπουργό Αμύνης Χουλουσί Ακάρ περί «Γαλάζιας Πατρίδος», που πέραν του Αιγαίου και της Κύπρου περιλαμβάνει την Ανατολική Μεσόγειο και επεκτείνεται έως τη Λιβύη.

Τέλος, η Ρωσία, υπό τον «διαχρονικό» της πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν, έχει επιτύχει κάθοδο θεαματική προς Νότο και εδραίωση της στρατιωτικής της παρουσίας έως τη Συρία, εν μέρει αναιρώντας στην πράξη την αναγκαστική συρρίκνωση που υπέστη μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ενώσεως.

Σε αυτές τις όντως ανατρεπτικές αλλαγές που συντελούνται και οι οποίες στηρίζονται στην προβολή στρατιωτικής ισχύος, η Ελλάς δεν έχει άλλη διέξοδο από το να αναζητεί ερείσματα σε θεσμικές «συλλογικότητες» – το διεθνές δίκαιο, τον ΟΗΕ και την Ε.Ε. Σε περιβάλλον όπου κυριαρχεί πνεύμα αναθεωρητισμού, η χώρα μας δεν έχει άλλη δυνατότητα από το να εμμένει σε μία πολιτική status quo, αν και ευρίσκεται γεωγραφικώς εγγύτατα –εάν όχι μέσα– στο μάτι ενός κυκλώνος.

Κάποιοι προβάλλουν το ενδεχόμενο θερμού επεισοδίου με την Τουρκία. Δεν πρόκειται περί αυτού. Ο κίνδυνος ευρίσκεται στην περαιτέρω φινλανδοποίηση της εξωτερικής πολιτικής της χώρας. Τίθεται ως εκ τούτου το ερώτημα εάν είναι αναστρέψιμη αυτή η δυσάρεστη προοπτική και με ποια μέσα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ