Νίκος Κωνσταντάρας ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Ο ΣΥΡΙΖΑ περιμένει την Κεντροαριστερά

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η ισχυρή κριτική του ΣΥΡΙΖΑ εναντίον της κυβερνητικής προσπάθειας να επιβάλει την τάξη στα πανεπιστήμια και στους δρόμους προκαλεί το ερώτημα εάν η αξιωματική αντιπολίτευση έχει επιλέξει συνειδητά να επενδύσει στη συνέχιση της προηγούμενης κατάστασης ή εάν απλώς δεν μπορεί να πράξει αλλιώς. Δηλαδή, την εποχή που η Ν.Δ. κυριαρχεί στον κεντροδεξιό χώρο και ο χώρος της Κεντροαριστεράς δεν καλύπτεται από το ΚΙΝΑΛ, είναι να απορεί κανείς πώς ο ΣΥΡΙΖΑ επιστρέφει σε εμμονές της εποχής πριν η συγκυρία τον ωθήσει στην εξουσία. Εάν πιστεύει ότι το 31,5% που έλαβε στις εκλογές του Ιουλίου ήταν ψήφος υπέρ της συνέχισης της ανοχής προς την ανομία, καλό θα είναι να θυμάται ότι η Ν.Δ., με τη σαφή δέσμευση του Κυριάκου Μητσοτάκη «ο νόμος, το καταφύγιο του αδυνάτου, να επιβάλλεται παντού», κέρδισε τις εκλογές και διαθέτει άνετη πλειοψηφία στη Βουλή.

Ο κεντρώος χώρος, που ορίζει τον νικητή εκλογών, εξ ορισμού δεν αναζητεί ούτε κυβερνητικό αυταρχισμό ούτε ανοχή στο μπάχαλο, ούτε αστυνομοκρατία αλλά ούτε ομάδες κρούσης «εξεγερμένων» νέων. Είναι ενδεικτικό της διαστρέβλωσης της δημόσιας ζωής στη χώρα μας ότι αυτονόητα πράγματα, όπως η εκδίωξη καταληψιών από δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους, γίνεται αφορμή να κατηγορηθεί η κυβέρνηση για «το δόγμα του αστυνομικού κράτους», όπως το έθεσε ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Δημήτρης Τζανακόπουλος στη Βουλή.

Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να προσπαθεί να συλλέξει τη στήριξη όλων των ομάδων που θα αντισταθούν στην κυβέρνηση, αλλά μπορεί να είναι επειδή απλώς δεν γνωρίζει τι άλλο να κάνει. Και στις δύο περιπτώσεις, το εγχείρημα είναι υψηλού ρίσκου: ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρέπει να ξεχνάει αφενός ότι τον χώρο του σκληρού ακτιβισμού τον ελέγχουν άλλες ομάδες –ομάδες που δεν σπιλώθηκαν από την άσκηση εξουσίας– και αφετέρου ότι η επιβίωσή του ως κόμμα που μπορεί να κυβερνήσει εξαρτάται από την προσέλκυση, όχι την απώλεια, ψηφοφόρων. Οσο περνάει ο καιρός, ή θα εντείνονται οι αντιδράσεις εναντίον της κυβερνητικής πολιτικής στους δρόμους, στη Βουλή και αλλού, ή αυτή θα πετύχει να επιβάλει τη σταθερότητα, να εφαρμόσει το πρόγραμμά της και να κριθεί γι’ αυτό. Και στις δύο περιπτώσεις είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν ο ΣΥΡΙΖΑ θα κερδίσει οτιδήποτε. Οσο και αν μια γενικευμένη ταραχή μπορεί να κοστίσει στη Ν.Δ., ελάχιστοι θα ευγνωμονούν τον ΣΥΡΙΖΑ εάν αυτό εμποδίσει την οικονομική ανάπτυξη. Αυτοί που προκαλούν την ταραχή δεν θα έχουν κανένα λόγο να το πιστώνουν στον ΣΥΡΙΖΑ, ενώ οι σοβαρότεροι ψηφοφόροι θα εξοργίζονται με τη συνέχιση της ζημίας στην οικονομία.

Τα πολλά χρόνια αστάθειας και ανασφάλειας οδήγησαν σε εκλογικό αποτέλεσμα που δείχνει διάθεση για σταθερότητα – με ισχυρή κυβέρνηση και ισχυρή αξιωματική αντιπολίτευση. Ούτε οι επίμονες προσπάθειες του ΣΥΡΙΖΑ να παρουσιάσει τη Ν.Δ. ως ακροδεξιά καρποφόρησαν, ούτε, όμως, «έσβησε» ο ΣΥΡΙΖΑ, ώστε η Ν.Δ. να παίζει χωρίς αντίπαλο. Επίσης, αφού το Κίνημα Αλλαγής (το ΠΑΣΟΚ) βρίσκεται σε περιδίνηση, ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να επικεντρωθεί στο να αναδεικνύει κυβερνητικά λάθη, να στηρίζει τους αδικημένους, να παρουσιάζει εναλλακτικό πρόγραμμα που θα μπορούσε να προσελκύσει ανθρώπους που τον Ιούλιο ψήφισαν ΚΙΝΑΛ ή και Ν.Δ. Ενώ, όμως, η προσπάθεια εγγραφής νέων μελών είχε πενιχρό αποτέλεσμα, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει ανήμπορη να καταλάβει ότι παραμένει εγκλωβισμένη σε μια αδιέξοδη πολιτική. Αναζητεί την ανανέωση διά της οπισθοδρόμησης, την ώρα που η κοινωνία προχωρεί.

Μετά τις εκλογές φαινόταν ότι ο κεντροαριστερός χώρος ήταν ανοικτός για επέλαση του ΣΥΡΙΖΑ, με το ΚΙΝΑΛ να έχει κερδίσει μόνο 8,1%. Ο Αλέξης Τσίπρας έχει στόχο το «πλειοψηφικό κοινωνικό ρεύμα» του «ΠΑΣΟΚ της πρώτης περιόδου», όπως το θέτει. Εκείνο το νικηφόρο ΠΑΣΟΚ δεν ήταν, βέβαια, παράδειγμα ορθολογισμού, σύνεσης και σοβαρότητας, αλλά είχε σαφές σχέδιο για την κατάκτηση του κέντρου. Ο κ. Τσίπρας, όμως, φαίνεται να πιστεύει ότι ενώ αυτός θα περιφέρεται άσκοπα, το κέντρο θα έλθει, νομοτελειακά, σε αυτόν. Ετσι δίνει ευκαιρία είτε στο ΚΙΝΑΛ είτε σε άλλες δυνάμεις να ανασυνταχθούν και να καταλάβουν τον χώρο της Κεντροαριστεράς.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ