Νίκος Μαραντζίδης* ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ*

Η κληρονομιά του Τείχους

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Υπάρχουν στιγμές στη ζωή των κοινωνιών στις οποίες συμπίπτει να βρεθούν ταυτόχρονα αποφασισμένοι άνθρωποι, ελκυστικές ιδέες, αδύναμες εξουσίες, ασταθείς διεθνείς ισορροπίες. Εκείνες τις ώρες η Ιστορία επιταχύνει. Μία μέρα μπορεί να αντιστοιχεί με μισό αιώνα. Συνήθως τέτοιες καταστάσεις αφήνουν ματωμένα αποτυπώματα. Η πτώση του Tείχους του Βερολίνου, όμως, είναι από τα γεγονότα εκείνα που η σημασία τους δεν μετρήθηκε με νεκρά κορμιά σε πεδία μαχών, αλλά με το μέγεθος των αλλαγών που προκάλεσε.

Το ’89 σηματοδότησε δύο τεράστιας σημασίας ανατροπές: μεταβολή καθεστώτος και γεωπολιτική αλλαγή. Επειτα από 45 χρόνια, ο εγκαθιδρυμένος από τα σοβιετικά τεθωρακισμένα σοσιαλισμός κατέρρευσε ανήμπορος και αβοήθητος. Αυταρχικός, αντιδραστικός και άκαμπτος, ανίκανος να ανανεωθεί, ο ανατολικοευρωπαϊκός κομμουνισμός είχε δει τα τελευταία ψήγματα της γοητείας του να καταπλακώνονται από τις ρωσικές ερπύστριες το καλοκαίρι του ’68 στην Πράγα. Καθώς περνούσαν τα χρόνια και γερνούσε, τόσο πιο σκοτεινός και παγερός έδειχνε. Οι ηγέτες του, ο Χόνεκερ, ο Χούζακ, ο Τσαουσέσκου, ο Ζίβκοφ, ήταν «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν» του. Κανείς όμως δεν του έμοιαζε περισσότερο από εκείνον τον θλιβερό στρατηγό, τον Βόιτσεχ Γιαρουζέλσκι, την ημέρα αναγγελίας του στρατιωτικού νόμου μπροστά στις κάμερες της τηλεόρασης, τον κρύο πολωνικό Δεκέμβρη του 1981.

Οι γεωπολιτικές μεταβολές που έφερε η πτώση του Tείχους ήταν αναπόφευκτες, αλλά όχι όλες προδιαγεγραμμένες. Βεβαίως, η ενοποίηση της Γερμανίας ήταν το βασικό πιάτο στο μενού, η ευρωπαϊκή εμβάθυνση που ακολούθησε, όμως, όχι. Σήμερα αντιλαμβανόμαστε πως το ’89 υπήρξε η αποφασιστική στιγμή για την επιτάχυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Γνωρίζουμε πλέον πως η υιοθέτηση του κοινού νομίσματος ήταν μια πολιτική απόφαση, που αποδέχτηκαν, παρά επιδίωξαν, οι γερμανικές πολιτικές ελίτ προκειμένου να διασκεδάσουν τους φόβους των συμμάχων τους. Κάποτε, αν και όταν η Ευρωπαϊκή Ενωση μετατραπεί σε Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, είναι σίγουρο πως οι ιστορικοί θα θεωρήσουν την πτώση του Tείχους κομβικό σημείο σε τούτη την πορεία.

Σε κάθε μεγάλο ιστορικό γεγονός υπάρχουν και τα λιγότερο γνωστά συμβάντα, αυτά για τα οποία μόνο η Ιστορία θα ενδιαφερθεί, αρκετά αργότερα. Δεν είναι πλέον μυστικό πως η κατάρρευση του Tείχους συνοδεύτηκε από ένα κρεσέντο υποκρισίας και μυστικής διπλωματίας.

Η Μάργκαρετ Θάτσερ (όχι μόνο αυτή, αλλά κυρίως αυτή), η ακραιφνής, κατά τ’ άλλα, αντικομμουνίστρια, προσπαθούσε εναγωνίως για μήνες ολόκληρους να εμποδίσει τις εξελίξεις: «Δεν θέλουμε μια ενωμένη Γερμανία», διαμήνυσε στο Κρεμλίνο ήδη από τον Σεπτέμβριο του 1989, δύο ολόκληρους μήνες πριν από την πτώση του Τείχους, «αυτό θα οδηγήσει σε μεταβολές στα μεταπολεμικά σύνορα και δεν θέλουμε να το επιτρέψουμε γιατί μια τέτοια εξέλιξη θα υπονομεύσει συνολικά τη διεθνή κατάσταση και θα θέσει σε κίνδυνο την ασφάλειά μας».

Η «οπαδός της ελευθερίας» Θάτσερ προέτρεπε, δηλαδή, τον Γκορμπατσόφ να εμποδίσει τη ροή των γεγονότων προς την πτώση του Τείχους και του κομμουνισμού στην Ανατολική Ευρώπη. Δεν γνωρίζω τι της απάντησε ο Σοβιετικός, αλλά μπορώ να φανταστώ τι σκέφτηκε: «Μήπως έχεις εσύ να μας δανείσεις τα λεφτά που θα δώσουν οι Γερμανοί;» Η Θάτσερ, όμως, δεν ήθελε απλώς να «τη βγάλει τζάμπα». Επιδίωκε να βάλει τους Ρώσους να τσακωθούν με τους Γερμανούς. Ο Γκορμπατσόφ, φυσικά, το αντιλήφθηκε: «Η Δύση δεν θέλει τη γερμανική ενοποίηση.

Θέλει να μας χρησιμοποιήσει για να την εμποδίσουμε, θέλει να προκαλέσει σύγκρουση ανάμεσα σε εμάς και στη Δυτική Γερμανία», σχολίασε στον τότε ηγέτη της Κα Γκε Μπε, Βλαντιμίρ Κρίτσκοφ. Επρόκειτο για μια κορυφαία στιγμή κυνισμού και «διαίρει και βασίλευε» της βρετανικής πολιτικής ηγεσίας, η οποία όμως βρισκόταν εκτός τόπου και χρόνου.

Το γιορτινό βράδυ της 9ης Νοεμβρίου 1989, η Θάτσερ ήταν θλιμμένη. Μέχρι το τέλος επέμενε στη διατήρηση του στάτους κβο. Οπως η ίδια αναγνώρισε αργότερα, η πολιτική της στο ζήτημα υπήρξε μια παταγώδης αποτυχία. Το ίδιο αξιοθρήνητη υπήρξε η στάση της και η κληρονομιά της στην προοπτική μιας πιο ενωμένης Ευρώπης.

Οι Αγγλοι Συντηρητικοί, όχι μόνο η Θάτσερ, αντιμετώπισαν με έκδηλη εχθρότητα τη θεσμική δυναμική που γεννήθηκε στην Ευρώπη στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Από τα μέσα του 20ού αιώνα ο κόσμος τους κλονιζόταν. Με τη γερμανική ενοποίηση και την ευρωπαϊκή εμβάθυνση που ακολούθησε υπέστησαν κι άλλα χτυπήματα.

Αυτοκαταστροφικά γαντζωμένοι από έναν παλιομοδίτικο αποικιοκρατικό εθνικισμό, μαγεμένοι από την Ιστορία τους σαν το Γκόλουμ από το δαχτυλίδι στον «Αρχοντα των δαχτυλιδιών», το διάσημο έργο του Τόλκιν, κούρνιασαν το συντηρητικό τους πνεύμα μέσα στο γεμάτο ένδοξες στιγμές (και μαύρες κηλίδες) παρελθόν τους, νομίζοντας τα ερείπια για παλάτια.

Τριάντα χρόνια πέρασαν από τότε. Η Γερμανία είναι στην ηγεσία της Ευρώπης, την ώρα που η Βρετανία απομονώνεται αυτογελοιοποιούμενη. Η πρώτη έχει στο τιμόνι της την Αγκελα Μέρκελ, η δεύτερη τον Μπόρις Τζόνσον. Ο καθένας διαλέγει να πάρει από την Ιστορία το μάθημα που του ταιριάζει καλύτερα.

* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Κεράλα (Ινδία).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ