ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Βραδυφλεγής βόμβα για τη διεθνή οικονομία τα αρνητικά επιτόκια

JACK EWING/THE NEW YORK TIMES

Το τελευταίο διάστημα, λόγω των αρνητικών επιτοκίων, οι ασφαλιστικές αγοράζουν όλο και περισσότερα τιτλοποιημένα στεγαστικά, τα οποία μοιάζουν επικίνδυνα με τα ομόλογα που προκάλεσαν εν μέρει τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ηταν ένα κρύο πρωινό του φθινοπώρου και ο Τομ Γουίλσον αναλογιζόταν την τελευταία ένδειξη αναστάτωσης στον χρηματοπιστωτικό κόσμο. Η Ελλάδα είχε μόλις πουλήσει ομόλογα με αρνητικό επιτόκιο. Το γεγονός έδειχνε τον τρόπο με τον οποίο οι πολιτικές που χρησιμοποιήθηκαν για την αναθέρμανση της οικονομίας μετά την προηγούμενη χρηματοπιστωτική κρίση υποχρεώνουν πλέον τους επενδυτές να πληρώσουν κυβερνήσεις, ώστε να διασφαλίσουν τα χρήματά τους. Το χρέος τέτοιου είδους έχει αυξηθεί κατακόρυφα τα τελευταία χρόνια και πλέον ξεπερνά τα 17 τρισ. δολάρια. «Ισως είμαι παλαιάς κοπής, αλλά μου φαίνεται αλλόκοτο» το να έχουμε αρνητικά επιτόκια δανεισμού, δήλωσε ο κ. Γουίλσον, επικεφαλής διαχείρισης κινδύνων της γερμανικής ασφαλιστικής Allianz.

Ολο και περισσότεροι οικονομολόγοι, ρυθμιστικές αρχές και πρώην κεντρικοί τραπεζίτες προειδοποιούν ότι οι ευρωπαϊκές ασφαλιστικές εταιρείες –που παραδοσιακά συγκαταλέγονται μεταξύ των πιο συντηρητικών επενδυτών– διατρέχουν τεράστιο κίνδυνο κατάρρευσης λόγω του χρέους που αγοράζουν με αρνητικό επιτόκιο.

Οι επενδυτές κερδίζουν χρήματα επενδύοντας δισεκατομμύρια σε ομόλογα. Την ίδια στιγμή, ορισμένες εταιρείες τολμούν να επενδύσουν σε περιουσιακά στοιχεία μεγαλύτερου ρίσκου. Το κυνήγι των επενδυτών για μεγαλύτερη απόδοση έχει ευρείες συνέπειες, δημιουργώντας ζήτηση και αυξάνοντας τις τιμές των ακινήτων, του χρέους χαμηλής πιστοληπτικής αξιολόγησης και άλλων περιουσιακών στοιχείων υψηλού κινδύνου. Δημιουργεί «φούσκες» και πιθανότατα θέτει τα θεμέλια για την επόμενη χρηματοπιστωτική κρίση. Η Ευρώπη έχει περισσότερο χρέος τέτοιου είδους σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη περιοχή.

Πέρυσι, οι ρυθμιστικές αρχές διενήργησαν έρευνες, ώστε να διαπιστώσουν το αποτέλεσμα μιας ξαφνικής αύξησης των επιτοκίων δανεισμού: 6 από τις 42 μεγάλες ασφαλιστικές θα υποστούν ζημίες τόσο μεγάλες, ώστε να υποχωρήσει το ενεργητικό τους χαμηλότερα από το νόμιμο όριο.

Κατά κανόνα, οι ασφαλιστικές εταιρείες αναζητούν μια μέση απόδοση, ενώ προστατεύουν τα χρήματά τους σε περίπτωση που χρειαστεί να πληρώσουν ανεξόφλητες οφειλές. Οσο όμως η απόδοση αυτών των ασφαλών ομολόγων μειωνόταν κατά την τελευταία δεκαετία, και ύστερα έπεσε κάτω από το μηδέν, οι ασφαλιστικές εταιρείες και άλλοι επενδυτές άρχισαν να αγοράζουν περιουσιακά στοιχεία με μεγαλύτερο ρίσκο. Διακυβεύονται πολλά χρήματα. Αθροιστικά, οι ευρωπαϊκές ασφαλιστικές εταιρείες έχουν περιουσιακά στοιχεία αξίας 11 τρισ. ευρώ.

Τον τελευταίο καιρό οι ρυθμιστικές αρχές ανησυχούν διότι, όπως οι ίδιες υποστηρίζουν, οι ασφαλιστικές συγκεντρώνουν τιτλοποιημένα δάνεια (CLO). Πρόκειται για στεγαστικά και άλλα δάνεια, τα οποία ομαδοποιούνται και πωλούνται ως ομόλογα. Μοιάζουν επικίνδυνα με τα ομόλογα που προκάλεσαν εν μέρει τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Οι τράπεζες, τα συνταξιοδοτικά ταμεία και οι ασφαλιστικές ίσως να υποτιμούν τον κίνδυνο των CLO, όπως αναφέρεται σε σχετική έκθεση του Αυγούστου από τις ευρωπαϊκές αρχές που επιβλέπουν τα εν λόγω ιδρύματα.

Το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι ασφαλιστικές εταιρείες είναι ότι όλο και λιγότερα ομόλογα –κατά κανόνα ασφαλείς επενδύσεις– έχουν μεγάλη απόδοση. Πριν από λίγες εβδομάδες, ακόμη και η Ελλάδα πούλησε βραχυπρόθεσμα ομόλογα με αρνητικό επιτόκιο. Σε μια δημοπρασία υπήρξε τόσο μεγάλη ζήτηση, ώστε η απόδοση του ομολόγου διαμορφώθηκε στο -0,02%. Η πώληση ομολόγων ήταν αναπάντεχη, δεδομένου ότι πριν από σχεδόν μία δεκαετία οι επενδυτές των ελληνικών κρατικών ομολόγων υποχρεώθηκαν να υποστούν ζημίες ύψους 50% στο πλαίσιο του σχεδίου διάσωσης.

Η επεκτατική πολιτική της ΕΚΤ προκαλεί πλέον έντονες αντιδράσεις

Η εφαρμογή χαμηλών και αρνητικών επιτοκίων δεν είναι κάποιο ατυχές συμβάν. Πρόκειται για ηθελημένο αποτέλεσμα των μέτρων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η οποία προσπαθεί να αντιμετωπίσει την κρίση χρέους και τον χρόνια χαμηλό ρυθμό ανάπτυξης. Η τράπεζα έχει αγοράσει ομόλογα από τη δευτερογενή αγορά, ώστε να μειώσει τα επιτόκια δανεισμού. Και ως επιπλέον κίνητρο για να τονώσει τις χορηγήσεις, η ΕΚΤ επιβάλλει αρνητικά επιτόκια στις καταθέσεις που έχουν οι τράπεζες στα ταμεία της.

Ολο και περισσότεροι αντιδρούν στα εν λόγω μέτρα επεκτατικής πολιτικής. Τα χαμηλά και τα αρνητικά επιτόκια έχουν αναστατώσει «ολόκληρο τον χρηματοπιστωτικό κλάδο», σύμφωνα με επιστολή του Οκτωβρίου από πρώην κεντρικούς τραπεζίτες στην ΕΚΤ.

Η νέα πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ πιθανότατα θα κληθεί να αποφασίσει για τη συνέχιση των αρνητικών επιτοκίων. Ο προκάτοχός της Μάριο Ντράγκι ανέφερε τον προηγούμενο μήνα ότι τα επιτόκια δανεισμού ήταν «μια πολύ θετική εμπειρία», διότι ενίσχυσαν την ανάπτυξη και βοήθησαν στη μείωση της ανεργίας. «Οι βελτιώσεις στην οικονομία αντισταθμίζουν τα μειονεκτήματα των χαμηλών επιτοκίων», δήλωσε ο Ντράγκι.

Οσον αφορά την Allianz, ο Τομ Γουίλσον ισχυρίζεται ότι η εταιρεία έχει αποφύγει τα CLO, που έχουν αναστατώσει τις ρυθμιστικές αρχές. Ωστόσο, η Allianz έχει εταιρικό χρέος ύψους περίπου 150 δισ. ευρώ, το οποίο βρίσκεται μόλις ένα σκαλί πάνω από τη μη επενδυτική βαθμίδα. Η ζήτηση των επενδυτών για τα ομόλογα υψηλού ρίσκου έχει εκτοξευθεί, διότι προσφέρουν καλύτερα επιτόκια και βρίσκονται ακόμη στην επενδυτική βαθμίδα. Οι ρυθμιστικές αρχές φοβούνται ότι μια μεγάλη ύφεση ή κάποια άλλη απειλή θα υποχρέωνε τους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης να υποβαθμίσουν μαζικά αυτά τα ομόλογα. Κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε πανικό, διότι οι ασφαλιστικές εταιρείες ή άλλοι επενδυτές, που απαγορεύεται να έχουν χρέος χαμηλότερο από την επενδυτική βαθμίδα, θα υποχρεώνονταν να πουλήσουν τα ομόλογα σε χαμηλότατες τιμές.

Ο κ. Γουίλσον υποστηρίζει ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες, παρότι έχουν αισθητή παρουσία στις χρηματοπιστωτικές αγορές, δεν είναι πολύ πιθανό να προκαλέσουν την επόμενη κρίση. Είναι λιγότερο αλληλοεξαρτώμενες σε σχέση με τις τράπεζες, που σημαίνει ότι τα προβλήματα μιας ασφαλιστικής δύσκολα θα εξαπλωθούν σαν πανδημία σε ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Σε αντίθεση με τις τράπεζες, οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν εξαρτώνται από τη συνεχόμενη προσφορά βραχυπρόθεσμου κεφαλαίου, που μπορεί να στερέψει αιφνιδίως εάν οι τράπεζες σταματήσουν να εμπιστεύονται η μία την άλλη. Αυτό συνέβη στην κρίση του 2008.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ