Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Ενα σκοτεινό δωμάτιο μέσα στο δάσος

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Είναι ίσως η πρώτη φορά που θα δυσκολευόμουν να ορίσω και να περιγράψω τι ήταν αυτό το οποίο άκουσα και είδα στο Μέγαρο Μουσικής στην αρχή της εβδομάδος, με τη musicAeterna και τον μαέστρο Θεόδωρο Κουρεντζή. Ο τίτλος «Tristia» («Πένθιμα άσματα») του σύγχρονου Γάλλου συνθέτη Φιλίπ Ερσάν, για μεικτή χορωδία και ορχηστρικό σύνολο, σε άφηνε εκτεθειμένο σε ένα σύμπαν ακατάτακτο.

Μερικές φορές η μουσική ηχούσε σαν λυτρωτική προσευχή, άλλες σαν σφυροκόπημα φόβου και αγωνίας, το σκοτάδι ήταν πυκνό, ο αρχικός στίχος «ανάμεσα στο μαύρο και στο λευκό» δυσκολευόταν να πείσει για το πέρασμα, αν το έβλεπε κανείς μεταφορικά. Η ποίηση βασίζεται σε στίχους κρατουμένων φυλακών, οπότε το «λευκό» μόνο λευκό δεν είναι. Το γαλλικό (πρώτο) τμήμα του έργου απαρτίζεται από ποιήματα κρατουμένων που έζησαν ή ζουν ακόμη στις φυλακές του αββαείου του Κλερβό, ενώ, αντίθετα, το ρωσικό (δεύτερο μέρος), από ποιήματα γραμμένα σε διαφορετικές εποχές από σημαίνοντες συγγραφείς, πολιτικούς κρατουμένους ή ακόμη και κοινούς εγκληματίες. Εδώ δεσπόζουν, μεταξύ άλλων, έργα δύο μεγάλων Ρώσων ποιητών του 20ού αιώνα, του Οσίπ Μαντελστάμ και του Βαρλάμ Σαλάμοφ, οι οποίοι εκτοπίστηκαν από το σταλινικό καθεστώς. Πλούσιες και οι αναφορές στον Οβίδιο, στον Δάντη, στον Ντοστογιέφσκι, μία από τις κεντρικές μορφές είναι κάποιος με το ψευδώνυμο Τακέζο, τα εξαιρετικά ποιήματα του οποίου συνοδεύονται από τον ήχο του φαγκότου. Πρόκειται για Γάλλο κρατούμενο, ο οποίος κατά τη διάρκεια της ποινής του έμαθε ιαπωνικά, μελέτησε την ιαπωνική ποίηση και έγραψε τα δικά του χαϊκού. «Λίγες λέξεις/ ριγμένες στο χαρτί.../ μόνο για να ξεχαστούν».

Ολοι ντυμένοι στα μαύρα επί σκηνής, κοντά εξήντα άτομα, φωτισμός υποτυπώδης, ο 47χρονος διεθνής Ελληνας μαέστρος κυκλοφορεί ανάμεσά τους, τους συνοδεύει, τους οδηγεί, διαγράφουν κύκλους, εγκλεισμός και στροβίλισμα εσωτερικό, «ζωές ρημαγμένες». Θα μπορούσε να είναι ορατόριο, αλλά όχι γιατί υπάρχει θεατρική δράση, έστω και χωρίς πλοκή, ένα δράμα σιωπηλό γιατί οι στίχοι το επιτάσσουν. «Μια πόρτα κλείνει, μια άλλη ανοίγει, πιο μεγάλη, πιο ωραία», γράφει ο Φρανκ. Και ο Ντενί προσθέτει: «Δρόμος χωρίς διέξοδο/ πορεία κυκλική/ γύρω, γύρω, γύρω/ χιλιάδες βήματα/ που δεν οδηγούν πουθενά».

Οι στίχοι εγγράφονται σαν συνομιλία στον θεατή. Σαν σκέψεις που διατυπώνονται από άγνωστους μεταξύ τους ανθρώπους, που όμως βλέπουν τον κόσμο μέσα από μια γκρίζα ζώνη απέραντης  μελαγχολίας, μοιράζονται την ίδια ζωή που έχει τη γεύση «βρεγμένου, μπαγιάτικου ψωμιού».

Η αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης», ασφυκτικά γεμάτη ώς τα πλαϊνά θεωρεία, είναι σαν να μην ανασαίνει. Περίεργη ακινησία· δεν είναι της κατάνυξης, ούτε της συγκίνησης. Είναι σαν να πλέουν σε ένα σύμπαν χωρίς αρχή και τέλος, μετέωροι σε έναν κόσμο γνωστό αλλά με έναν τρόπο ανοίκειο.

Για τους New York Times, ο Θόδωρος Κουρεντζής (που εμφανίζεται σε λίγες ημέρες στο νέο πολιτιστικό κέντρο, σύγχρονης δημιουργίας, The Shed, στο Μανχάταν) είναι ένα «φαινόμενο», ένας αρχιμουσικός «αναρχικός, σκοτεινός», ένα είδος γκουρού. Οσοι παρακολουθούμε την εντυπωσιακή πορεία του από την εποχή που τον πρωτοέφερε ο Γιώργος Λούκος στο Φεστιβάλ Αθηνών, είναι σαν να χαράζει μια ανήσυχη και απρόβλεπτη μουσική διαδρομή. Εχει φανατικούς οπαδούς και αρνητές, όπως συμβαίνει με όλες τις χαρισματικές προσωπικότητες. Σαν πανκ κοσμοκαλόγερος (όσο ακραίο κι αν μοιάζει), σχοινοβατεί σε ένα μουσικό ψυχισμό. Καταδύεται και αναδύεται, κρατώντας στις παλάμες του χώμα και δάκρυα.

Οπως ο Βαρλάμ Σαλάμοφ οδηγεί το κοινό σε ένα μονοπάτι που είναι «μόνο δικό του»: «Στην τάιγκα είχα ένα υπέροχο μονοπάτι. Το είχα ανοίξει μόνος μου, ένα καλοκαίρι, όταν μάζευα ξύλα για τον χειμώνα. (...) Το μονοπάτι αυτό, που ήταν μόνο δικό μου, το περπατούσα κοντά τρία χρόνια. Εκεί, οι στίχοι μού έρχονταν αβίαστα. Οταν ξανάβρισκα το μονοπάτι μου, πάλι μετά από κάποια εκτόπιση, δεν υπήρχε περίπτωση να μην καταφέρω να γράψω μια έστω στροφή περπατώντας το. Το είχα συνηθίσει, ήταν για μένα κάτι σαν ένα γραφείο μέσα στο δάσος». Το έργο «Tristia» ήταν ακριβώς αυτό: ένα σκοτεινό δωμάτιο μέσα σε δάσος, με τοίχους ψηλούς αλλά διάφανους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ