ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο Αμερικανός ιστορικός Ουίλιαμ Μακ Νιλ (1917-2016) είναι γνωστός στο ελληνικό κοινό από το εμβληματικό βιβλίο του «Η μεταμόρφωση της Ελλάδας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο», που είχε κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος. Τώρα, από τον ίδιο εκδοτικό οίκο, πρόκειται σε λίγες ημέρες να κυκλοφορήσει ένα άλλο σημαντικό έργο του, με τίτλο «Επιδιώκοντας την ισχύ». Εκκινώντας από ένα προηγούμενο βιβλίο του με τίτλο «Επιδημίες και λαοί», ο Μακ Νιλ μεταφέρει τη σχέση αλληλεπίδρασης ανθρώπινων πληθυσμών και μικροπαρασίτων, μελετώντας τώρα τις μεταβολές στους στρατιωτικούς εξοπλισμούς. Οι τελευταίοι μοιάζουν με τις γενετικές μεταλλάξεις των μικροοργανισμών, υπό την έννοια ότι ενδέχεται περιστασιακά να ανοίξουν νέες γεωγραφικές ζώνες προς εκμετάλλευση ή να καταρρίψουν παλαιότερα όρια σε ό,τι αφορά την άσκηση βίας εντός της ίδιας της κοινωνίας υποδοχής.


Το βιβλίο του Ουίλιαμ Μακ Νιλ θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος.

Σήμερα, η «Κ» προδημοσιεύει ένα απόσπασμα από το βιβλίο.

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

«Το 1949, πέντε μήνες μετά την ίδρυση του ΝΑΤΟ, η ΕΣΣΔ πυροδότησε τον πρώτο πυρηνικό μηχανισμό της. Αυτό προκάλεσε έκπληξη και τρόμο στις Ηνωμένες Πολιτείες, αφού όλοι σχεδόν οι Αμερικανοί ήταν βέβαιοι ότι θα περνούσαν πολλά χρόνια μέχρι να καταφέρουν οι Ρώσοι να γίνουν γνώστες των περίπλοκων λεπτομερειών της ατομικής τεχνολογίας. Η ρωσική ικανότητα στις επιστήμες, στη μηχανική και στον σχεδιασμό όπλων έγινε ακόμα πιο ορατή με τον επόμενο γύρο της μεταπολεμικής κούρσας εξοπλισμών. Το 1950 η αμερικανική κυβέρνηση αντέδρασε στην απώλεια του ατομικού μονοπωλίου της αποφασίζοντας, απρόθυμα, να προχωρήσει στην ανάπτυξη ενός πολύ πιο τρομερού όπλου, της βόμβας υδρογόνου ή σύντηξης. Οι Ρώσοι ακολούθησαν κατά πόδας, πυροδοτώντας την πρώτη δική τους βόμβα υδρογόνου μόλις εννέα μήνες μετά τον Νοέμβριο του 1952, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες χρησιμοποίησαν την ατόλη Ενεγουέτακ στον Ειρηνικό για την πρώτη πειραματική δοκιμή αντίδρασης πυρηνικής σύντηξης.

Αν και περίπλοκες από πλευράς κατασκευής, οι εκρηκτικές κεφαλές υδρογόνου μπορούσαν άμεσα να γίνουν πολύ ελαφρύτερες από τις πρώτες ογκώδεις βόμβες ουρανίου και πλουτωνίου. Ετσι οι πύραυλοι έγιναν ο αυτονόητος και προτιμώμενος φορέας ρίψης τους. Δεν υπήρχε μέσο αναχαίτισης ενός πυραύλου που κινείται με μεγάλη ταχύτητα, ο δε βομβαρδισμός της Αγγλίας από τη Γερμανία με πυραύλους V-2 το 1944 είχε αποδείξει πόσο αποτελεσματικά μπορούσαν να είναι αυτά τα όπλα. Ετσι, οι Αμερικανοί έδωσαν ακόμα πιο επείγοντα χαρακτήρα στην έρευνα και ανάπτυξη πυραύλων, ξεκινώντας από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 όμως οι Ρώσοι ξεκίνησαν πολύ νωρίτερα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, σε μια περίοδο κατά την οποία οι βαρύτερες ατομικές κεφαλές απαιτούσαν μεγαλύτερους και ισχυρότερους πυραύλους για να απογειωθούν. Ως αποτέλεσμα, τον Οκτώβριο του 1957 οι Ρώσοι εκτόξευσαν έναν πύραυλο αρκετά ισχυρό ώστε να θέσει έναν μικρό δορυφόρο –τον Σπούτνικ– σε τροχιά γύρω από τη Γη, ενώ τους επόμενους μήνες έστελναν όλο και μεγαλύτερα φορτία στο Διάστημα.

Τα επιτεύγματα των Ρώσων δεν άφηναν καμία αμφιβολία για την τεχνική ικανότητά τους να πλήξουν με ατομικές κεφαλές οποιοδήποτε σημείο επί της Γης. Μέχρι το 1965 οι αμερικανικοί πύραυλοι υστερούσαν σε μέγεθος και ισχύ. Αυτό δεν σήμαινε ότι η αμερικανική ικανότητα ρίψης ατομικών κεφαλών υπολειπόταν πραγματικά της ρωσικής, αφού τα βομβαρδιστικά των ΗΠΑ, εγκατεστημένα σε απόσταση βολής από τη Σοβιετική Ενωση, σε συνδυασμό με νεότερους πυραύλους που μεταφέρονταν από υποβρύχια και είχαν τη δυνατότητα να εκτοξεύονται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, κρατούσαν τις ρωσικές πόλεις υπό την ίδια απειλή εξολόθρευσης που επικρεμόταν πάνω από τον λαό των Ηνωμένων Πολιτειών μετά το 1958.

Η γνώση ότι η καινοφανής τρωτότητά τους απλώς τους έφερνε στο επίπεδο των αντιπάλων τους διόλου δεν παρηγορούσε τους Αμερικανούς. Γενιές και γενιές πριν από τον Σπούτνικ το έδαφος των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν απρόσβλητο από κάθε πραγματικό κίνδυνο ξένης επίθεσης. Ως αποτέλεσμα, το σοκ της διαπίστωσης ότι αυτό δεν ίσχυε πια και ότι οι Ρώσοι είχαν ξεπεράσει, σε τουλάχιστον έναν σημαντικό τομέα, το επίπεδο τεχνικής ικανότητας που αποτελούσε καύχημα της Αμερικής, αποδείχτηκε ασυνήθιστα ισχυρό. Διόλου απροσδόκητα, το λεγόμενο «πυραυλικό χάσμα» εξελίχθηκε σε ζήτημα αντιπαράθεσης στις προεδρικές εκλογές του 1960. Η νέα κυβέρνηση των Δημοκρατικών, που ανέλαβε καθήκοντα το 1961, δεσμεύθηκε να ξεπεράσει τους Σοβιετικούς σε ό,τι αφορούσε την τεχνολογία των πυραύλων, είτε στη Σελήνη είτε στη Γη.

Οι Ρώσοι, από την άλλη, προσπαθούσαν να εκμεταλλευθούν το τεχνικό τους προβάδισμα διεκδικώντας πλήρη ισότητα με τις Ηνωμένες Πολιτείες σε όλο τον κόσμο. Ομως, τον Οκτώβριο του 1962, το σχέδιο του ηγέτη της ΕΣΣΔ Νικήτα Χρουστσόφ να εγκαταστήσει πυραύλους μεσαίου βεληνεκούς στην Κούβα, απ’ όπου θα ήταν δυνατόν να πλήξουν τις περισσότερες αμερικανικές πόλεις, ματαιώθηκε όταν το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ απέτρεψε την παράδοση μέρους του απαραίτητου εξοπλισμού. Μετά από μια τεταμένη αντιπαράθεση, οι Σοβιετικοί υποχώρησαν και συμφώνησαν να αποσύρουν τους πυραύλους τους από την Κούβα. Ομως η ταπείνωση αυτή αποτέλεσε το έναυσμα για την τεράστια επέκταση του σοβιετικού στόλου κατά τα επόμενα χρόνια, με σαφή στόχο να καταστεί ισάξιος ή και να ξεπεράσει την αμερικανική δύναμη στη θάλασσα, και κυρίως κάτω από αυτή.

Ετσι, τη δεκαετία του 1960 ο ανταγωνισμός σε επίπεδο εξοπλισμών μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ πέρασε σε μια νέα διευρυμένη κλίμακα. Πλέον η έμφαση δινόταν στις νέες τεχνολογίες και στα νέα όπλα. Η έρευνα και ανάπτυξη είχαν μεγαλύτερη σημασία από τις τρέχουσες δυνατότητες. Μια επαναστατική ανακάλυψη στο μέλλον, που θα αφορούσε είτε την άμυνα είτε την επίθεση, θα μπορούσε να μεταβάλει ή ακόμα και να ανατρέψει την ισορροπία του τρόμου που προέκυψε μετά το 1957, καθώς οι δύο χώρες εγκαθιστούσαν εκατοντάδες πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς, αποκτώντας έτσι την ικανότητα να καταστρέψουν η μία τις πόλεις της άλλης μέσα σε ελάχιστα λεπτά.»

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ