ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Ενα εικοσιτετράωρο με την ηθοποιό Γωγώ Μπρέμπου

ΤΑΣΟΥΛΑ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ

«Κάποτε είχα δει μια εκπομπή όπου κάποιος έλεγε ότι πετάμε όσα πράγματα δεν αγαπάμε. Μα, σοβαρά, υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούν πράγματα;» λέει η Γωγώ Μπρέμπου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Χρονογραμμή

04.00
Κανονικά θα έπρεπε να κοιμάμαι. Δεν κοιμάμαι, όμως. Κάθομαι στο μπαλκόνι και κοιτάζω την Αθήνα που λάμπει. Τον ουρανό, τον Λυκαβηττό, ρομαντζάρω που λένε. Μου αρέσει η γαλήνη αυτής της ώρας. Μου έρχονται τα λόγια του θεατρικού κειμένου. Αλλες φορές σιγά σιγά, άλλες σαν χείμαρρος με κατακλύζουν. Μπαίνω μέσα, σκεπάζω τις αγάπες μου, που και οι δύο ξεσκεπάζονται χειμώνα-καλοκαίρι. Αγκαλιά και επιτέλους ύπνος.

10.30
Καφέ έχουμε; Πίνω εσπρέσο και καπνίζω – ναι, δυστυχώς. Πρέπει να σκεφτώ σοβαρά να το κόψω, ίδωμεν... Ωχ, πρωί πρωί, πάλι αποφάσεις; Δίνω ένα φιλί, κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρο τι καιρό κάνει, πού να ’ναι ένα πουλόβερ μου τώρα που έβαλε κρύο; Δεν ξέρω. Δεν θα μάθω ποτέ πού ακριβώς βρίσκονται τα πουλόβερ, οι κάλτσες και τα μπουφάν. Δεν θα οργανώσω ποτέ την ντουλάπα, την κουζίνα, το μπάνιο, το σπίτι κατά τρόπο λειτουργικό. Κάποτε είχα δει μια εκπομπή όπου κάποιος έλεγε ότι πετάμε όσα πράγματα δεν αγαπάμε. Μα, σοβαρά υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούν πράγματα; Πάλι τα λόγια του έργου. «...Ο άντρας της τής είχε κάνει δώρο τον “Βυσσινόκηπο” σε βιβλίο –από τα πρώτα δώρα του και τώρα πια το μοναδικό–, μια και όταν έφυγε δεν πρόλαβε να πάρει σχεδόν τίποτα μαζί της...» Και η Βέρα Κλέιθορν, η άλλη ηρωίδα που υποδύομαι στους «Δέκα μικρούς νέγρους» της Αγκαθα Κρίστι: «...Αν είχε γεννηθεί κορίτσι ο Πίτερ, θα κληρονομούσε τα πάντα...» Αρχίζω να γράφω. Οχι σε κομπιούτερ. Σε μεγάλα άσπρα χαρτιά. Σημειώσεις, σκέψεις για τα έργα. Μετά σχεδιάζω τη διαδρομή μου στη σκηνή. Οπως οι αρχιτέκτονες, σε κάτοψη. Για να δούμε, τι σχέδιο βγαίνει;

13.30
Μπαίνω στην κουζίνα, ανοίγω το ψυγείο. Τι να μαγειρέψουμε; Πατάω το «on» στο ραδιόφωνο, μου αρέσει να ακούω δυνατά μουσική. Εάν λείπει κάτι, στέλνω μήνυμα στον αγαπημένο μου να το φέρει. Αντίθετα με εκείνον, εγώ δεν κάνω κέφι το σούπερ μάρκετ. Βάζω πλυντήρια –ρούχων, πιάτων– και σκέφτομαι τι άγιοι άνθρωποι ήταν οι εφευρέτες τους. Φτιάχνω διάφορα. Στο θέατρο, στον Νέο Ακάδημο, συζητάμε συχνά με τον Βασίλη Ευταξόπουλο και τον Αργύρη Αγγέλου για συνταγές με επιστημονικό ύφος. Συμφωνούμε απολύτως στις λεπτομέρειες παρασκευής του κιμά. Γελάμε πολύ. Η ώρα πέρασε, μπαίνω στο μπάνιο, έχω πρόβα στις τρεις και δεύτερη πρόβα στις οκτώ.

15.00
Φτάνω στο «Μικρό Γκλόρια» για το «Μετά τον Βυσσινόκηπο» του Βασίλη Μυριανθόπουλου. Μιλάμε για κάθε λεπτομέρεια. Τον θαυμάζω, είναι απίστευτα οργανωτικός. Και η Αναστασία, η βοηθός του, επίσης. Δεν λείπει τίποτα. Είναι όλα στη θέση τους.

19.00
Φτάνω στον «Νέο Ακάδημο». Μπαίνει ο Αρης Λεμπεσόπουλος και ξεκινάει έναν μακρύ μονόλογο με απίστευτο χιούμορ, όπου κατηγορεί τους πάντες και τα πάντα. Μου αρέσει να τον ακούω. Φτάνουν και οι υπόλοιποι. Αρχίζει η πρόβα, η Ρέινα Εσκενάζυ –διακριτική, ευγενής– δεν διακόπτει ποτέ κανέναν, παρατηρεί ήρεμα. Τέρας αυτοσυγκράτησης. Ευτυχώς. Σε κάποιο διάλειμμα τσεκάρω το τηλέφωνό μου. Μιλάω με την αγάπη μου, ρωτάω για το παιδί, αν έφαγε, αν διάβασε. Οταν δεν έχω πρόβες, τρώμε όλοι μαζί τα μεσημέρια. Τώρα που θα ανέβουν οι παραστάσεις, θα επανέλθει αυτή η συνήθεια. Μου λείπει. Και οι φίλοι μου μού λείπουν. Και τα αδέλφια μου. Μαθαίνω τα νέα τους με μηνύματα.

00.00
Τελείωσε η πρόβα για απόψε. Δεν είμαι κουρασμένη. Ή μήπως είμαι; Ανεβαίνοντας τα σκαλιά του θεάτρου προς την Ιπποκράτους, σκέφτομαι ότι, αν βγω έξω, αν ξενυχτήσω, αύριο δεν θα λειτουργώ. Και όμως, κάποιες φορές το ξενύχτι είναι τονωτικό. Εντάξει, μετά τις πρεμιέρες. Με πηγαίνουν σπίτι. Ευτυχώς. Είναι υπέροχα παιδιά.

00.30
Θέλω να βγω μια βόλτα, να πάρω αέρα. Η αγάπη μου όχι. Ή ίσως ναι. Ή τώρα. Ή αύριο. Σειρά; Ταινία στο Διαδίκτυο; Ναι! Σχολιάζουμε βλέποντας. Και ξαφνικά ύπνος.

01.30
Πάλι ο χείμαρρος. Πάλι τα λόγια. Πετιέμαι από το κρεβάτι, ανοίγω τα ημερολόγια του Σεφέρη, βγαίνω στο μπαλκόνι. Μες στο σκοτάδι μουρμουρίζω και τα δύο θεατρικά κείμενα.

02.30
Αυτή η συνήθεια, να δουλεύω πάντα το βράδυ... Οταν τελείωσα το σχολείο, η μεγάλη μου ανακούφιση ήταν ότι δεν θα είχα πια πρωινό ξύπνημα. Οτι θα μπορούσα να ξενυχτάω διαβάζοντας, ακούγοντας μουσική ή ονειροπολώντας. Μου αρέσει που μπορώ να το κάνω τώρα. Οταν όλοι κοιμούνται. Πρέπει βεβαίως να ψιθυρίζω για να μην τους ξυπνήσω. Στέλνω μήνυμα στην αδελφή μου, τη Χριστίνα. Ούτε εκείνη κοιμάται. Εχουμε ίδια ωράρια. Συνεννοούμαστε σχεδόν μονολεκτικά· αυτό είναι το καλό με τους έξυπνους ανθρώπους ή αυτούς που σε αγαπούν. Δεν χρειάζονται πολλά λόγια. Τι ανακούφιση!

Η Γωγώ Μπρέμπου παίζει στην παράσταση «Δέκα μικροί νέγροι» της Αγκαθα Κρίστι, σε σκηνοθεσία Ρέινας Σ. Εσκενάζυ, στον Μικρό Ακάδημο, με τους Αργύρη Αγγέλου, Παύλο Ευαγγελόπουλο, Βασίλη Ευταξόπουλο κ.ά., και στον μονόλογο του Βασίλη Μυριανθόπουλου «Μετά τον Βυσσινόκηπο», στο Μικρό Γκλόρια.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ