ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Κόντρα σε όλα ★★★½
ΔΡΑΣΗΣ (2019)
Σκηνοθεσία: Τζέιμς Μάνγκολντ
Ερμηνείες: Κρίστιαν Μπέιλ, Ματ Ντέιμον, Κεϊτριόνα Μπαλφέ


Οταν μια ταινία με πρωταγωνιστές (και) τα μηχανοκίνητα σε κάνει να θες να βγεις από την αίθουσα και να οδηγήσεις στα όρια, τότε μάλλον έχει πετύχει τον σκοπό της. Πέρα από σενάριο, σκηνοθεσία, ερμηνείες κ.ο.κ., το πιο σημαντικό σε αυτές τις περιπτώσεις είναι η γνήσια συγκίνηση, η αδρεναλίνη που ξεχύνεται από την οθόνη κατευθείαν πάνω στον θεατή· και αυτό η ταινία του Τζέιμς Μάνγκολντ («Walk the Line») το καταφέρνει σχεδόν σε μέγιστο βαθμό.

Με τη σειρά όμως: Βρισκόμαστε στα μέσα της δεκαετίας του 1960 και η μεγάλη αυτοκινητοβιομηχανία της Ford αποφασίζει να επεκταθεί στον τομέα των αγώνων –και ειδικά στο ξακουστό Λε Μαν– προκειμένου να προσελκύσει πιο νέο, διψασμένο για ταχύτητα, κοινό. Για να το πετύχει απευθύνεται στον Κάρολ Σέλμπι (Ματ Ντέιμον), παλαιό νικητή του Λε Μαν και νυν κατασκευαστή αγωνιστικών μοντέλων. Οδηγός του αυτοκινήτου είναι ο τολμηρός Βρετανός Κεν Μάιλς (Κρίστιαν Μπέιλ), ο οποίος θα αναλάβει να φτάσει το νέο GT40 στα όρια, κόντρα στα ανίκητα αυτοκίνητα του Εντσο Φεράρι, αλλά και στην ίδια τη Ford, η οποία τους βάζει διαρκώς εμπόδια.

Παρόλο που τηρεί όλους τους «κανόνες» του κινηματογραφικού μπλοκμπάστερ, ο Μάνγκολντ δημιουργεί ένα φιλμ με ψυχή, εστιάζοντας στην προσωπικότητα, τόσο των ηρώων του όσο και των υπέροχων κλασικών μοντέλων, τα οποία φιλμάρει με το ίδιο, αν όχι ακόμη περισσότερο, πάθος. Ο Κρίστιαν Μπέιλ από την πλευρά του, οστεώδης και βουτηγμένος την περισσότερη ώρα στην καπνιά και στο γράσο, μοιάζει με προέκταση του αυτοκινήτου· η σχέση που έχει μαζί του είναι σχεδόν σωματική.

Το «ψεγάδι»

Και βέβαια, δεν μιλάμε για τα σημερινά αυτοκίνητα. Τα πρωτοπόρα αυτά οχήματα της δεκαετίας του 1960 φέρνουν στην ίδια την εποχή: Γεννιούνται μέσα από τολμηρές ιδέες, εμπεριέχουν μπόλικο πειραματισμό, ελάχιστη αξιοπιστία και μπορούν ανά πάσα στιγμή να τυλιχθούν στις φλόγες. Κοιτάζουν ωστόσο πάντα το μέλλον και αγωνίζονται να το φτάσουν, έστω και με 350 χλμ./ώρα.

Αν μπορεί να βρει κανείς ένα σοβαρό ψεγάδι στην ταινία, αυτό δεν είναι η κάπως μεγάλη διάρκειά της (ξεπερνά τις δυόμισι ώρες) αλλά το γεγονός πως δεν εξερευνά περισσότερο το πνευματικό κομμάτι, την ψυχοσύνθεση αυτών των ανθρώπων, οι οποίοι, αδιανόητα για τα σημερινά δεδομένα, αψηφούν ολοφάνερους κινδύνους, δίχως μάλιστα να προσδοκούν μεγάλα υλικά οφέλη. Από την άλλη, κάτι τέτοιες σκέψεις, είτε του θεατή είτε του... οδηγού, μάλλον τις καταπίνει και αυτές ο τρομερός βρυχηθμός του κινητήρα.

HOME CINEMA

Οταν ο πρίγκιπας Χένρι έγινε Ερρίκος ο Ε΄


Ο Τιμοτέ Σαλαμέ πρωταγωνιστεί στον «Βασιλιά».

Ο βασιλιάς ★★★
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΔΡΑΜΑ (2019)
Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Μίτσοντ
Ερμηνείες: Τιμοτέ Σαλαμέ, Ρόμπερτ Πάτινσον, Τζόελ Ετζερτον

Μία από τις φετινές ναυαρχίδες του Netflix, τουλάχιστον όσον αφορά τον κινηματογράφο, το φιλμ του Ντέιβιντ Μίτσοντ («Το χρίσμα») ασχολείται με μια σχεδόν θρυλική μορφή της βρετανικής ιστορίας. Ο συνεχώς ανερχόμενος Τιμοτέ Σαλαμέ υποδύεται τον βασιλιά Ερρίκο τον Ε΄, τον πιο σπουδαίο από τους Αγγλους μονάρχες-πολεμιστές του Εκατονταετούς Πολέμου, σε ένα φιλμ υψηλών προσδοκιών και πλούσιου μπάτζετ.

Η ταινία πιάνει το νήμα της αφήγησης από τις αρχές του 1413, οπότε ο νεαρός πρίγκιπας Χένρι βρίσκεται, περίπου έκπτωτος, να αλητεύει στα σοκάκια και στις ταβέρνες του Λονδίνου. Ο θάνατος του βασιλιά πατέρα του, ωστόσο, θα επιταχύνει τις εξελίξεις και σύντομα ο νεαρός θα κληθεί να κυβερνήσει σε μια εποχή που η μόνιμη ένταση με τη Γαλλία αποκτά ξανά μεγάλες διαστάσεις. Ο πόλεμος θα αποδειχθεί τελικά αναπόφευκτος, με τους Αγγλους να εκστρατεύουν στη Νορμανδία και τον Χένρι να αποδεικνύει πως έχει πολύ περισσότερο τσαγανό από ό,τι εχθροί και φίλοι πίστευαν αρχικά.

Η ατμόσφαιρα της εποχής αναβιώνει άρτια, σε ένα φιλμ με όντως προσεγμένη παραγωγή και αρκετά σκοτεινή ατμόσφαιρα, που παραπέμπει τυπικά στον Μεσαίωνα. Ο Τιμοτέ Σαλαμέ, αν και σε ρόλο (πολεμιστή) που μάλλον δεν του ταιριάζει, τα πηγαίνει ξανά πολύ καλά, ζωντανεύοντας τον νεαρό βασιλιά, ο οποίος παρόλο που έζησε μόνο 35 χρόνια κατάφερε να συμπεριληφθεί στις κορυφές της βρετανικής ιστορίας. Μέρος αυτής της αναγνωρισιμότητας, φυσικά, ο Ερρίκος το οφείλει και στο διάσημο ομώνυμο έργο του Σαίξπηρ, γεγονός που και η ταινία δεν παραβλέπει, υιοθετώντας μια «σαιξπηρίζουσα» γλώσσα στο σενάριο, όχι πάντα με θετικά αποτελέσματα.

Τόσο αυτό το τελευταίο στοιχείο όσο και η μάλλον υπερβολικά μεγάλη διάρκεια θα μπορούσαν να παραληφθούν· από την άλλη, ο σκληρός, α λα «Game of Thrones», ρεαλισμός που βλέπουμε στις σκηνές μάχης, και ιδιαίτερα στην περίφημη Μάχη του Αζινκούρ, είναι σίγουρα ευπρόσδεκτος και προσθέτει χαρακτήρα σε ένα γενικώς άρτιο αποτέλεσμα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ