ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σε χαμηλό δεκαετίας η παγκόσμια ανάπτυξη

REUTERS, BLOOMBERG

Για την επανεκκίνηση του προγράμματος αγοράς ομολόγων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ο ΟΟΣΑ επισήμανε πως θα έχει περιορισμένο αντίκτυπο, εάν δεν δράσουν οι επιμέρους εθνικές κυβερνήσεις, λαμβάνοντας επεκτατικά μέτρα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τον κώδωνα του κινδύνου κρούει ο Οργανισμός για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη (ΟΟΣΑ), επισημαίνοντας ότι η παγκόσμια οικονομία αναπτύσσεται με τον πιο βραδύ ρυθμό της τελευταίας δεκαετίας, δηλαδή από τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-2009. Και αυτό, επειδή οι επιμέρους εθνικές κυβερνήσεις επιδεικνύουν αναποφασιστικότητα και επαφίενται στις κεντρικές τράπεζες για να αναθερμανθούν οι επενδύσεις. Ειδικότερα, όπως ανέφερε στις προβλέψεις του ο ΟΟΣΑ, η οικονομία σε διεθνή κλίμακα φέτος θα αναπτυχθεί κατά 2,9%, όπως και την επόμενη χρονιά, ενώ μόλις τον Σεπτέμβριο είχε προβλέψει ανάπτυξη 3% το 2020. Ωστόσο, δίνοντας κάποιες μικρές ελπίδες, ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι θα ενισχυθεί η οικονομία στο 3% το 2021, αρκεί βέβαια να μετριαστούν οι επιπτώσεις από έναν συνδυασμό παραγόντων, που ποικίλλουν και εκτείνονται από τον σινοαμερικανικό εμπορικό πόλεμο μέχρι την απροσδόκητη επιβράδυνση της οικονομίας της Κίνας.

Ισως το σοβαρότερο θέμα να είναι πως οι κυβερνήσεις δεν κατορθώνουν να ανταποκριθούν στα μεγάλα ζητήματα του καιρού μας, όπως είναι η κλιματική αλλαγή, η ψηφιοποίηση της οικονομίας τους και η διάλυση της παγκόσμιας ισορροπίας, της βασισμένης σε ένα πολυμερές σύστημα συμφωνιών, όπως διαμορφώθηκε μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού. Για την ανώτατη οικονομολόγο του διεθνούς οργανισμού, Λοράνς Μπουν, η ανησυχία έγκειται στο ότι ο κόσμος ενδεχομένως να συνεχίσει να υποφέρει για πολλές δεκαετίες ακόμα, εάν οι ιθύνοντες έχουν να προτείνουν μόνον βραχυπρόθεσμες λύσεις σε επίπεδο δημοσιονομικών μέτρων και νομισματικής πολιτικής. «Το σοβαρότερο θέμα είναι πως οι προοπτικές συνεχίζουν να επιδεινώνονται με αμείωτη ένταση, γεγονός που αποκαλύπτει κυρίως την ανάγκη διαρθρωτικών αλλαγών, παρά τους κραδασμούς που προκαλούν οι κύκλοι της οικονομίας. Θα ήταν σφάλμα πολιτικής να θεωρήσει αυτές τις αλλαγές προσωρινές, που μπορούν να τεθούν υπό διαχείριση με μέτρα δημοσιονομικής και νομισματικής υφής».

Και όπως προσέθεσε η ίδια, «χωρίς να δοθεί σαφής πολιτική κατεύθυνση, η αβεβαιότητα θα εντείνεται και οι προοπτικές της ανάπτυξης θα διαβρώνονται». Μεταξύ των μεγάλων οικονομιών, οι Ηνωμένες Πολιτείες φέτος αναμένεται να αναπτυχθούν κατά 2,3% σε σύγκριση με αρχική πρόβλεψη 2,4%, και με ρυθμό 2% το 2020 και το 2021. Ο θετικός αντίκτυπος από τις φοροαπαλλαγές του 2017 εξασθενεί, ενώ οι εμπορικοί εταίροι των ΗΠΑ βλέπουν τις οικονομίες τους να  επιβραδύνονται. Κατά τον ΟΟΣΑ, μία επιπλέον μείωση επιτοκίων θα ήταν δικαιολογημένη, εάν εμφάνιζε η οικονομία αποδυνάμωση.

Στην περίπτωση της Ευρωζώνης, τα πράγματα είναι βελτιωμένα. Εφέτος αναμένει ο ΟΟΣΑ ρυθμό 1,2% από 1,1%, το 2020, 1,1% από 1,0% κατά την πρόβλεψη Σεπτεμβρίου, ενώ θα επανέλθει στο 1,2% το 2021. Αναφερόμενος στην επανεκκίνηση του προγράμματος αγοράς ομολόγων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ο διεθνής οργανισμός επισήμανε πως θα έχει περιορισμένο αντίκτυπο, εάν δεν δράσουν οι επιμέρους εθνικές κυβερνήσεις, ενισχύοντας τις δημόσιες επενδύσεις. Τέλος, η Κίνα θα αναπτυχθεί ελαφρώς ταχύτερα στο 6,2% από 6,1% με τις προηγούμενες εκτιμήσεις, αλλά θα περιοριστεί στο 5,7% και 5,5% την επόμενη και μεθεπόμενη χρονιά. Αν και η Κίνα δεν ανήκει τυπικά στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, ο ίδιος την παρακολουθεί. Επισημαίνει δε πως οι οικονομία της θα επηρεαστεί από τις εμπορικές διενέξεις και τον σταδιακό αναπροσανατολισμό της παγκόσμιας οικονομίας από τις εξαγωγές στην εγχώρια ζήτηση. 

Η πηγή ανησυχίας

Για τον ΟΟΣΑ υπάρχει ο κίνδυνος να κλιμακωθεί η ένταση στο πεδίο του διεθνούς εμπορίου, και αυτό είναι πηγή ανησυχίας. Και ακόμα πιο σοβαρό για τον διεθνή οργανισμό είναι το ότι η γενικευμένη αβεβαιότητα θα παραμείνει και θα επικρέμαται ακόμα κι αν τα προβλήματα επιλυθούν. Στις προηγμένες μεγάλες οικονομίες ο ΟΟΣΑ αναμένει ότι η όλη κατάσταση επηρεάζει δυσμενώς την αύξηση των εταιρικών επενδύσεων, η οποία πιθανώς να επιβραδυνθεί στο 1,25% σε ετήσια βάση, από σχεδόν 2% την περυσινή χρονιά. Οι προκλήσεις στο πεδίο του διεθνούς εμπορίου και των επενδύσεων απαιτούν από τις κυβερνήσεις να προχωρήσουν σε βαθύτερες αλλαγές, πέραν του να αποσύρουν δασμούς που επιβλήθηκαν εκατέρωθεν μέσα στα τελευταία δύο χρόνια. Αυτό θα σημαίνει ότι θα πρέπει να εκσυγχρονιστεί το παγκόσμιο σύστημα εμπορικών κανόνων και να περισταλούν οι επιδοτήσεις, οι οποίες βλάπτουν το εμπόριο, όπως επισημαίνει ο ΟΟΣΑ. Ο διεθνής οργανισμός απευθύνει έκκληση οι κυβερνήσεις να επιδείξουν ανάλογη ενδελέχεια και στο πώς θα σχεδιάσουν τις περιβαλλοντικές πολιτικές τους, όταν οι καταστροφικές πυρκαγιές στην Αυστραλία μαίνονται και οι πλημμύρες στη Βενετία απειλούν ένα μνημείο του πολιτισμού – αμφότερα τα φαινόμενα ορισμένοι τα αποδίδουν στην κλιματική αλλαγή. Και σε όλα αυτά οι κυβερνήσεις δεν έχουν ξεκάθαρη άποψη, αν θα πρέπει π.χ. να επιβάλουν φόρο στους ρύπους. «Δίνεται μια μοναδική ευκαιρία να αποφευχθεί η στασιμότητα, που θα βλάψει σχεδόν τους πάντες, να μην υπάρχει αβεβαιότητα και να γίνουν καθολικά επωφελείς επενδύσεις», υπογραμμίζει η Λοράνς Μπουν του ΟΟΣΑ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ