ΠΟΛΗ

Τα λαϊκά θυρώματα του Μεσοπολέμου στις γραμμές του τρένου

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Θύρωμα μονώροφης κατοικίας του Μεσοπολέμου στην οδό Σηστού 10, κοντά στον σταθμό μετρό «Αττική». ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

Σε εκείνα τα στενά, που τα σφραγίζουν οι πολυκατοικίες του 1970, τριγυρνούσα εκείνο το φωτεινό πρωινό του Νοέμβρη, όσο ακόμη ο ουρανός μάζευε σύννεφα για την απογευματινή καταιγίδα. Ηταν δρόμοι κάθετοι και παράλληλοι στην Κωνσταντινουπόλεως, πάνω και κάτω από τις γραμμές, κοντά στον σταθμό μετρό της Αττικής.

Είναι ένα σημείο της παλιάς Αθήνας που, αν και λίγοι το συνδυάζουν με θαμπές, αστικές αφηγήσεις, διατηρεί εντούτοις μια ορισμένη πατίνα, περισσότερο ως μνήμη παρά ως παρόν. Ωστόσο, είχα φτάσει στην περιοχή με την επιθυμία να συναντήσω εκείνα τα αφανή, εκ πρώτης όψεως, ορυχεία αστικών καταθέσεων. Η θέα της σιδηροδρομικής γραμμής καθώς διασχίζει μια τόσο πυκνοκατοικημένη περιοχή φέρνει στον νου κάτι παλιό, αρχέγονο, προνεωτερικό, σχεδόν πρωτόγονο μέσα στην αλλοτινή καινοτομία του. Αλλά εκεί που στεκόμουν, μετέωρος ανάμεσα στην πάνω και την κάτω μεριά, και καθώς περιεργαζόμουν το οδοντωτό περίγραμμα των ανισοϋψών κτιρίων, ξεχείλισε μια απροσδιόριστη ανάμνηση που δεν είχε ποτέ βιωθεί.

Η όψη της Κωνσταντινουπόλεως με σειρά μονώροφων και διώροφων σπιτιών, σαν καρέ από μαυρόασπρη ταινία του 1958. Ηταν μια ποιητική έκλαμψη στιγμιαία, που θάμπωσε πριν ακόμη πάρει σχήμα και γρήγορα διαλύθηκε. Ανάμεσα στις πολυκατοικίες, πάνω στις γραμμές έστεκαν τώρα μερικά από εκείνα τα σπιτάκια, που ήταν άλλοτε ο απόλυτος μέσος όρος, αλλά που τώρα προκαλούν το βλέμμα, φαντάζουν ταπεινά μέσα σε έναν νεοαστικό εξωτισμό. Ποιος θα το ’λεγε... Ημουν σε ένα γεωγραφικό σημείο τομής. Πάνω από τον σταθμό, η πυκνή ενδοχώρα της Λιοσίων με τους αστικούς παραποτάμους της έως την Αχαρνών. Και κάτω από τον σταθμό, οι άλλοτε ημιεξοχικές και βαθύτατα παλαιοαθηναϊκές συνοικίες, του Κολωνού, του λόφου Σκουζέ, των Σεπολίων. Η μία γειτονιά γαντζωνόταν στην άλλη, όλες μαζί, στρώσεις αθηναϊκού χρόνου, χωνεμένου, αλεσμένου, συντεθλιμμένου σε μυλόπετρες γενεών.

Ηξερα ότι κάτω προς τον Αγιο Αιμιλιανό θάλλουν ακόμη χαριτόβρυτα σπίτια του Μεσοπολέμου, αλλά και εδώ κοντά στις ράγες, εκεί όπου η Σεπολίων συναντά την Ευαλκίδου, βρίσκονταν πού και πού σπαρμένα σπίτια 80 και 90 ετών, ίσως και περισσότερο. Με συγκινούσε η παρουσία τους, ιδίως όσα ήταν αφημένα στο έλεος του χρόνου. Ορισμένα τα βρήκα καμένα, πυρπολημένοι ήταν οι προθάλαμοι, εκείνα τα μικροσκοπικά χολ με το πορτ-μαντό και τα κάδρα της συνοικιακής ηθογραφίας. Κάποια είχαν κουρτίνες και το κουδούνι έμοιαζε να λειτουργεί, αλλά όλα τα σπίτια, ζωντανά και απονεκρωμένα, μου θύμιζαν δέντρα ενός δάσους. Είχα προσπεράσει αρκετά ανάμεσα σε πολυκατοικίες-τοτέμ και επιγραφές-κτερίσματα άλλοτε θαλερών βιοτεχνιών υποκαμίσων. Ενα μονώροφο νεοκλασικό, από τα παλιά της γειτονιάς, στην οδό Νερούτσου 22, είχε μια ωραία φρίζα σμιλεμένη στον σοβά. Αλλά σταδιακά έβλεπα τα μεσοπολεμικά του 1930, άλλα φτωχικά και άλλα περίτεχνα. Με μάγευε το λαϊκό ιδίωμα του μοντερνισμού, σκεφτόμουν τις λαϊκές εγγραφές της ιδέας του άστεως, τη διήθηση της πρωτοπορίας στο πεζοδρόμιο της γειτονιάς. Σμιλεμένος σε μάρμαρο, ο αριθμός 353 της Κωνσταντινουπόλεως. 

Πόσες ωραίες πόρτες είδα σε αυτόν τον περίπατο. Και τις πρόσεχα γιατί δεν είναι σε αφθονία πλέον, αλλά υπάρχουν, σαν αρ ντεκό βεντάλιες, λαϊκότροπα σφραγίσματα μονώροφων σπιτιών. Αυτός ο πλούτος απαντάται σε αναρίθμητες παραλλαγές. Αλλά ένα σπίτι με έκανε να σταθώ. Οδός Σηστού 10. Σηστός, ελληνική πόλη στη χερσόνησο της Καλλίπολης. Στο μικρό δρομάκι με αυτό το όνομα, το σπίτι ήταν 85 ετών, υπολόγισα. Είχε την πιο ωραία ξυλόγλυπτη πόρτα στη λαϊκή μεταγραφή της αρ ντεκό. Συνέλεξα την εικόνα σιωπηρά. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη