ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πέντε γυναίκες ταξιδεύουν στα μέρη που έχουν ταυτίσει με τον δικό τους ελληνικό χειμώνα.

ΒΟΒΟΥΣΑ
Από τη Βιβιάνα Μηλιαρέση*

Τον ερωτεύτηκα για τη χαρακιά στο βλέμμα, αλλά για τα όσα επακολούθησαν έφταιγε το πιάνο. Το αναθεματισμένο το πιάνο που το ζήλευα γιατί τα δάχτυλά του έπαιζαν τα πλήκτρα αντί εμένα. «Πάμε να κλεφτούμε αύριο στο χωριό μου;» Μετά το λάιβ αυτό μου είπε. «Το πιο απομακρυσμένο χωριό του Ζαγορίου, κυρίως λόγω κακού οδικού δικτύου». Αυτό δεν μου το είπε.

23 Νοεμβρίου στις τέσσερις το πρωί, οτοστόπ και εβδομήντα επτά χιλιόμετρα μες στην αδιαπέραστη βλάστηση (έλατα, οξιές, μαυρόπευκα), τις στροφές και τη μαυρίλα της Πίνδου: σαν να ταξιδεύεις στο διάστημα. Μέχρι να φτάσουμε, το χιόνι είχε απλώσει αυτή την άχρονη ησυχία, που συμπληρώνει τις προτάσεις σου – ή τις αφήνει μετέωρες. Εκεί στήσαμε τη θεωρία για τα καταφύγιά μας και από τότε, όποτε αντικρίζω καταφύγιο, θυμάμαι εκείνον. Και το πιάνο.
Σκαρφαλώσαμε χλωμοί και άυπνοι στον περιφερειακό. Είχε αρχίσει να χαράζει. Ο Αώος βουερός (εξ ου και Βοβούσα**), το χωριό βουβό κι όλα γύρω μου –και μέσα μου– πορτοκαλί. Στον δρόμο κανείς. Κάθε πέντε έξι χρόνια, λέει, κάνει τέτοια κακοκαιρία, το χιόνι φτάνει τους πενήντα εξήντα πόντους, και οι ντόπιοι ξεπαγώνουν κολόνες για νερό και βγάζουν τις γεννήτριες για ρεύμα.

Στο καταφύγιο Βάλια Κάλντα έχει φασαρία, οι κουκέτες είναι ξύλινες και η χορτόσουπα αχνιστή. Κλέβουμε το κλειδί για το κελάρι από τον μάγειρα και το βράδυ τρυπώνουμε για φρέσκο ψωμί και φρούτα (ο μανάβης περνάει μία φορά την εβδομάδα). Γιατί, αν δεν είναι καταφύγιο ό,τι μπορείς να κάνεις πριν σε προλάβει το μεγάλωμα, τότε τι; «Δεν είσαι εσύ... Είναι η προσκοπική ατμόσφαιρα, παίζουμε σκοτεινό δωμάτιο;» μουρμουρίζει μπουκωμένος μαρμελάδα βατόμουρο ανάμεσα σε ιστούς αράχνης και κάτω από νυχτερίδες αναποδογυρισμένες στο ταβάνι. Και δώσ’ του να μου αναλύει για τους Ρομαντικούς και τη μυσταγωγική τους σύνδεση με τη φύση, τις επιβλητικές βουνοκορφές που γαλούχησαν βλοσυρές ψυχές, από το πέτρινο τοξωτό γιοφύρι του χωριού (το παλαιότερο στο Ζαγόρι, χτίστηκε το 1748) μέχρι τον Κητς, τους Cure, τον Καβάφη, το ανεκπλήρωτο, τη μετα-νεωτερικότητα.

Ούτε σαράντα οκτώ ώρες δεν άντεξα το ρομάντσο και την ησυχία, τα βατράχια και τις αγελάδες. Αξημέρωτα σκαρφάλωσα στην καρότσα ενός παππού, και γραμμή στο πρώτο ΚΤΕΛ από Γιάννενα προς Ηγουμενίτσα. Όταν είδε το μάτι μου μπλε κι ανάσανα αλμύρα: «Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους», του έστειλα στο whatsapp λεζάντα σε μια φωτό: δυο σταγόνες ξεραμένη μαρμελάδα και μια μικροσκοπική αράχνη, λαθρεπιβάτης στο μανίκι μου.

* Η Βιβιάνα Μηλιαρέση διδάσκει δημιουργική γραφή σε παιδιά (theresastory.org).

** Η Βοβούσα αποτελεί μία από τις εισόδους προς τον Εθνικό Δρυμό της Βάλια Κάλντα από την πλευρά των Ιωαννίνων. Οι μόνιμοι κάτοικοι δεν ξεπερνούν τους εκατό. ους εκατό.


ΚΑΒΑΛΑ
Από την Ειρήνη Αποστολάκη*

Γίνεται να δεις με τα μάτια ενός τουρίστα τον τόπο όπου γεννήθηκες; Βεβαίως! Όχι γιατί τον αποχωρίστηκες σε μικρή ηλικία, ούτε επειδή δεν τον επισκέπτεσαι αρκετά συχνά. Αλλά γιατί μπορείς, που λέει και η νεολαία.

Η πόλη της καρδιάς μου, η Καβάλα, μοιάζει με τμήμα κάποιου μεγάλου νησιού που, αφού αποκολλήθηκε, πήγε να συναντήσει τη βόρεια Ελλάδα. Κι εδώ που τα λέμε, δεν κακόπεσε... Μικρή σκεφτόμουν ότι, έτσι καθώς προσέκρουε το αποκομμένο, νησιωτικό κομμάτι πάνω στη στεριά, οι άκρες του σηκώθηκαν και η γη ανηφόρισε προς τις πλαγιές, φτιάχνοντας μια πόλη-αμφιθέατρο.

Η αίσθηση που με κάνει να θέλω να επιστρέφω στην Καβάλα είναι πρώτα η όσφρηση. Η μυρωδιά του λιμανιού είναι για μένα –ούτως ή άλλως– από τις πιο παρηγορητικές και η ύπαρξή του σοβαρός λόγος για να επισκεφτώ έναν τόπο. Λιμάνι σημαίνει ότι μπροστά μας ανοίγεται η θάλασσα, δηλαδή η ίδια η ζωή. Στο λιμάνι αποχωριζόμαστε, μας αποχωρίζονται, περιμένουμε, μας υποδέχονται ή απλώς χαζεύουμε τους διερχόμενους ταξιδιώτες. Το λιμάνι είναι μια πόρτα ανοιχτή. Έτσι ανοιχτές είναι και οι πόρτες των Καβαλιωτών. Θα σε φιλέψουν, θα σου στρώσουν να κοιμηθείς και θα σε φορτώσουν με καλούδια ξεπροβοδίζοντάς σε. Η λιμανίσια ζωή δεν τελειώνει εδώ. Λίγο πιο κει από τις περιβόητες Καμάρες, στην Καλαφατιά, οι μάστορες επισκευάζουν ξύλινα καΐκια με τον παλιό τρόπο και μοσχοβολιστό, μερακλίδικο φαγητό σε περιμένει στην ταβέρνα Καρνάγιο.

Έπειτα είναι η μυρωδιά του φρεσκοκομμένου καφέ. Περνώντας έξω από το καφεκοπτείο του Ανανιάδη, στο κέντρο της πόλης, νιώθεις τα αρώματα από τα χαρμάνια να σε σέρνουν από τη μύτη. Αν είσαι παρατηρητικός, σίγουρα το μάτι σου θα συλλάβει κάποιον Καβαλιωτοαθηναίο που βγαίνει από το μαγαζί με κάμποσες από τις χαρακτηριστικές, χρυσές συσκευασίες ελληνικού καφέ, με την ψηλόλιγνη Βραζιλιάνα και τον κόκκινο ήλιο στο βάθος. Είναι ένας τρόπος να κλέψει κανείς λίγο από το άρωμα της πόλης φεύγοντας.
Η μυρωδιά των κουραμπιέδων Καρβάλης δεν ήταν ποτέ αποκλειστικά χριστουγεννιάτικη υπόθεση. Κάθε επίσκεψη στην Καβάλα των παιδικών μου χρόνων σήμαινε διαχείριση του χώρου στο αυτοκίνητο κατά την επιστροφή, για να χωρέσουν οι –κυριολεκτικά– αμέτρητες συσκευασίες με κουραμπιέδες που η γιαγιά μου είχε τάξει για πεσκέσι σε γνωστούς, φίλους, ακόμα και φαρμακοποιούς ή υπαλλήλους καταστημάτων της γειτονιάς. Τα ταξίδια του γυρισμού μύριζαν βούτυρο γάλακτος και καβουρδισμένο αμύγδαλο. Καθόλου άσχημα για επιστροφή από διακοπές...

Το τεράστιο αυτό «αμφιθέατρο», με τα σπίτια να σκαρφαλώνουν μέχρι τα ψηλότερα σημεία της πόλης, σου χαρίζει απλόχερα τη θέα της θάλασσας από τις περισσότερες συνοικίες του. Από τον Άγιο Σίλα, που θα συναντήσεις μπαίνοντας στην Καβάλα από την Εγνατία οδό, και καθώς κατηφορίζεις προς το κέντρο, νιώθεις ήδη ότι η πόλη γίνεται δική σου. Σαν πίνακας ζωγραφικής που πρώτα βλέπεις από μακριά και έπειτα, σιγά σιγά, τον πλησιάζεις για να βουτήξεις στην κάθε του λεπτομέρεια. Στον βράχο του Προφήτη Ηλία, ακόμα και μέσα στο καταχείμωνο, σε λούζει νησιωτικό φως, που ίσως έφεραν μαζί τους τα καράβια των χειμερινών δρομολογίων. Στην κορυφή της χερσονήσου της Παναγίας, στο Φρούριο, σαν σε κατάστρωμα πλοίου, με τη θάλασσα να απλώνεται στον ορίζοντα, βλέπεις το ψηφιδωτό από τις κεραμιδένιες στέγες του κάστρου να συναντά τις τσιμεντένιες ταράτσες των πολυκατοικιών, βλέπεις το παρόν να χώνεται στην αγκαλιά του παρελθόντος.
Θα επιστρέφω πάντα στην Καβάλα για να τη δω. Θα επιστρέφω για να τη μυρίσω.
 
*Η Ειρήνη Αποστολάκη είναι μεταφράστρια.


ΜΑΝΗ
Από την Πέπη Λαγωνίκα*

Πίναμε –φαινομενικά χαλαροί– τον πρωινό καφέ μας σε περιβάλλον που θύμιζε αγροικία γαλλικού νότου, με τη ζεστασιά από το τζάκι να μας τυλίγει, καθώς η θάλασσα όλο και αγρίευε. Βαριά σύννεφα μέχρι το βάθος του ορίζοντα χαμήλωναν τον ουρανό και ο μεγάλος βράχος απέναντι, έτσι όπως αχνοφαινόταν, έμοιαζε με υπερωκεάνιο που διασχίζει ήρεμα τον χρόνο.

Τελειώσαμε –φαινομενικά ήσυχοι– το πρωινό μας: λαλάγγια με σφέλα, χορτόπιτα, ομελέτα με σύγλινο και για κάτι γλυκό, δίπλες με χρυσό μέλι. Ο αέρας είχε αρχίσει να σφυρίζει. Ο καιρός το έλεγε ξεκάθαρα: μείνε μέσα, ηρέμησε επιτέλους, άνοιξε το βιβλίο ή μείνε αμίλητος για λίγο. Δες μια ταινία, έστω. Όμως, εμείς δεν είχαμε έρθει γι’ αυτό.

Στη Μέσα Μάνη δεν έρχεσαι να κάνεις «διακοπούλες» τον χειμώνα. Τα μονοπάτια είναι κακοδιατηρημένα, τα χωριά-διαμάντια γνωστά μόνο στους ντόπιους, ανοιχτά μαγαζιά ελάχιστα, για τα βενζινάδικα ας μην το συζητήσουμε, και αυτό που πολλοί ονομάζουν «πολιτισμός» υπάρχει μόνο στα boutique ξενοδοχεία που τολμούν να λειτουργούν εκτός σεζόν. Κατά τα άλλα, αγριάδα, στοιχεία της φύσης και συγκλονιστική ομορφιά – γι’ αυτόν που θέλει να τη δει. Κι εμείς θέλουμε. Κάθε χρόνο.

Η απόφαση να πάμε στο «κρυφό μας σημείο» πάρθηκε σε δευτερόλεπτα. Η φαινομενική ηρεμία μας την ώρα του πρωινού ήταν η ανάγκη που έβραζε. Με τον αέρα να φτάνει τα οκτώ μποφόρ πια, φτάσαμε στον προορισμό μας.

Βγήκαμε από το αυτοκίνητο. Ψυχή τριγύρω. Ούτε πουλί. Πήραμε το μονοπάτι δίπλα από τη ρεματιά και, πριν το καταλάβουμε, βρεθήκαμε σε έναν λαβύρινθο από πολύ ψηλές ξερολιθιές, πάνω στις οποίες καταλήξαμε να περπατάμε κοιτώντας μη χάσουμε την ισορροπία μας από τον πολύ αέρα. Σουρεαλιστικό για τον άνθρωπο της πόλης, φυσικό για τον Άνθρωπο.

Από κάτω μας, μικρά, τόσα δα ελαιοχώραφα. Κατεβήκαμε εκεί όπου έχει χαλάσει το τοιχίο, προσέχοντας να μην πατήσουμε τα λιγοστά αγριολούλουδα (εντόπισα ένα σπάνιο κολχικό και η καρδιά μου αναπήδησε). Μας μαστίγωναν οι κλάρες από τις ελιές, χαθήκαμε για λίγο μέχρι να ξαναβρεθούμε αναμαλλιασμένοι και τρισευτυχισμένοι στο «κρυφό μας σημείο», όπου –ω τι καλά– απαγκιάζει.

Ένα ερείπιο όλο κι όλο αυτό που με τόση λαχτάρα ήρθαμε να δούμε. Μια μεγάλη παλαιοχριστιανική βασιλική του 5ου-6ου αιώνα, από την οποία έχει απομείνει η όμορφη ημικυκλική αψίδα με το δίλοβο παράθυρο. Γύρω μόνο ελιές, ωραία κυπαρίσσια και χαρουπιές. Κάτω στο χώμα ρωμαϊκές κολόνες, ξαπλωμένες η μία δίπλα στην άλλη, ενώ παραδίπλα μια μαρμάρινη στήλη αφιερωμένη στον Γάιο Ιούλιο Λάκωνα. Το κείμενο σχετικά ευανάγνωστο. Τριγύρω κυκλάμινα. Κι εμείς να νιώθουμε ότι έχουμε ανακαλύψει έναν θησαυρό – για άλλη μια φορά.

Σύντομα θα παίρναμε τον δρόμο για το άλλο αγαπημένο εκκλησάκι, χτισμένο στην άκρη ενός μικρού φυσικού λιμανιού, στη λεγόμενη θέση Ιερό της Δήμητρας. Κάνει κρύο, αλλά είναι ωραία. Μια γάτα εμφανίζεται από το πουθενά και εξαφανίζεται την ίδια στιγμή. Βάρκα καμία.  

Δεν χορταίνεται η θέα με τα άγρια βράχια στο βάθος και το νερό να αφρίζει. Ο αέρας πέφτει.
Ξεκινάμε για Ταίναρο, χωρίς πολλές κουβέντες.

Πριν πέσει το φως, θα γυρνάμε από τον φάρο στο τέρμα του κόσμου, περνώντας από το άστρο της Αριάς, την αγαπημένη μας παραλία, το νεκρομαντείο, το ψυχοπομπείο και το εκκλησάκι των Αγίων Ασωμάτων, χτισμένο με μέλη αρχαίου ναού του Ποσειδώνα.

Δεν θέλουμε ακόμη πολιτισμό. Θα σταματήσουμε στο ταβερνάκι που θα ανοίξει μόνο για εμάς «η θεία», θα φάμε πατάτες τηγανητές με αυγά και σύγκλινο –τι άλλο;– και θα πούμε δυο πολύτιμες κουβέντες. «Η θεία» μένει μόνη πια στο ξεμόνι της, τη θέλει την παρέα, όχι όμως όσο εμείς.

Πέφτει η νύχτα. Ανάβουμε το τζάκι. Θα μείνουμε λίγο ακόμα.

Στο βάθος η ουρά του Σαγγιά απλωμένη στον χρόνο και πάνω της ο Ταινάριος Άνθρωπος να χάνει το βλέμμα του στα αστέρια, αναζητώντας ό,τι κι εμείς.

* Η Πέπη Λαγωνίκα είναι η δημιουργός της πλατφόρμας Mani Traveler Greece.


ΠΗΛΙΟ
Από την Αντιγόνη Γύρα*

Μεταξύ Ηπείρου και Πηλίου, Ζίτσας και Μηλιών ή Άη Γιωργη, διαλέγω το Πήλιο μόνο και μόνο γιατί θυμήθηκα πρώτα εικόνες από αυτό, αν και η αγάπη μου για το χωριό της καταγωγής μου δεν αλλάζει.

Πηλιορείτικες εικόνες αναδύονται στη θύμησή μου, ένα πολύχρωμο μοσχοβολιστό κολάζ ζωής. Να μου θυμίζει ότι όσα δύσκολα κι αν συμβαίνουν στον ρου της καθημερινότητας του άστεως, το Πήλιο είναι εκεί και μας περιμένει πάντα.

Η αδελφή μου η Χριστιάννα κι εγώ με ροδοκόκκινα μάγουλα, τεράστια, ατέρμονα χαμόγελα και χρωματιστά πουλόβερ, σε μια ιστορική φωτογραφία να κρεμόμαστε πάνω σε μια αυτοσχέδια κούνια στο ψηλοτάβανο σπίτι των θείων μας στον Άη Γιώργη Νηλείας στο Πήλιο. Να ’μουνα πέντε χρόνων; Η πρώτη αποτυχημένη μου απόπειρα να φτιάξω μπιφτέκια στη μετεφηβική ζωή μου, στα χέρια μου κολλημένος ο κιμάς, το ψωμί και το κρεμμύδι σε μια άμορφη μάζα ενώ δοκιμάζουμε με όλους τους τρόπους το παιχνίδι «ενήλικες» με φοιτητοπαρέα στο σπιτάκι του άλλου θείου μου, του γλύπτη, δίπλα στον σταθμό στις Μηλιές. Και αργότερα, λίγο πριν παντρευτούμε με τον Δημήτρη, η πρώτη μας εκδρομή με αυτοκίνητο και όχι με μηχανή. Το βλέμμα μου, αυτό του τρομοκρατημένου συνοδηγού στα στροφιλίκια του Πηλίου, που φοβάται ό,τι κινείται στον δρόμο...

Το πρώτο χαμόγελο της κόρης μου της Ελένης, δυόμισι μηνών, στο όριο πριν από τις εξετάσεις που μας είχε συστήσει η γιατρός, γιατί «αν αν αυτό δεν συμβεί μέχρι την Κυριακή, πρέπει να ψάξουμε για τυχόν εγκεφαλικό πρόβλημα» – και να μαστε όλοι από πάνω της, κάπου εκεί στο ίδιο σπίτι με την κούνια και τα ατέρμονα χαμόγελα, να προσπαθούμε με τις ώρες να την κάνουμε να μας το χαρίσει. Και ναι  –ω του θαύματος!– το ’σκασε το πρώτο της γνήσιο χαμόγελο το Λενιώ, πηλιορείτικο χαμόγελο στον αδελφοφίλο μου τον Ντεϊβάκο, που είχε έρθει από την Αγγλία για λίγες ημέρες για να γνωρίσει το μωρό. Και έκλαιγα σχεδόν με λυγμούς από χαρά η δόλια μάνα και μετά να τη θηλάζω στην εκκλησιά της Μακρινίτσας και να φωτογραφίζομαι μαζί της περιχαρής μέσα στη μεγάλη κουφάλα του δέντρου στην Τσαγκαράδα.

Πήλιο, πόσο μαγευτικό και μυστήριο είναι το βουνό των Κενταύρων, που όποια εποχή και να πάω με σαγηνεύει, μου δημιουργεί μια έλξη ερωτική, θα έλεγα. Όλα τα πρωτόγονα ένστικτά μου ενεργοποιούνται.

Άλλη εικόνα, αργότερα, να μαζεύουμε φύλλα για το σκηνικό μιας παράστασης στον Βόλο. Εκεί πάλι, στον σταθμό, μένοντας αυτή τη φορά παραδίπλα στο κουκλόσπιτο από το άλλο σόι. Πήλιο, το βουνό των θειάδων από μάνα και πατέρα. Το βουνό του πεθερού.

Αυτή η μυρωδιά από το τζάκι, το τσίπουρο (χωρίς γλυκάνισο, γιατί δεν μπορώ να αντισταθώ στην ηπειρώτικη καταγωγή μου), χαζεύοντας τη συγκλονιστική θέα στον Παγασητικό όποτε αδειάζουν τα υπέροχα σπίτια που έφτιαξε ο ξάδελφός μου ο Στάθης στον Άη Γιώργη Νηλείας και μπορούμε να πηγαίνουμε στα κλεφτά.

Η σύνδεση που νιώθω με τη φύση στο Πήλιο είναι τόσο δυνατή, γιατί ενώνει την ασύγκριτη αγάπη που έχω στη θάλασσα με τη χαρά του βουνού και του δάσους. Κάθε γωνιά του είναι και μια καινούργια ανακάλυψη και κάθε μικρό μαγαζάκι του κάνει τα σάλια μου να τρέχουν.

Ευτυχώς, το Πήλιο αρέσει και στους πέντε μας, και έτσι δεν χρειάζεται και πολλή προσπάθεια να πείσω τους υπόλοιπους της οικογένειας να πηγαίνουμε εκεί εκδρομή. Ενώ στη Ζίτσα, για να πάμε, δίνω αγώνα. Αυτά να λέγονται.

* Η Αντιγόνη Γύρα είναι χορογράφος, ιδρύτρια του Δικτύου Παραστατικών Τεχνών «Κινητήρας».


ΓΡΕΒΕΝΑ
Από τη Μαρία Παπαγεωργίου*

Όταν οι πρώτες σταγόνες της βροχής ποτίζουν το σκονισμένο χώμα της Αθήνας και αναβλύζει υγρή μυρωδιά, «ποτίζεται» ταυτόχρονα μέσα μου και ένα αίσθημα βαθιάς ευφορίας. Είναι λες και ένα μαγικό ραβδί με μεταφέρει στα άγρια βουνά των Γρεβενών. Ίσως γιατί το πιο δυνατό σημείο αναφοράς στον τόπο όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα είναι η αποδοχή του χειμώνα, της υγρασίας πάνω στα μαλλιά σου και της απόλυτης ησυχίας, που σου επιτρέπει να ακούς μόνο τα βήματά σου πάνω στο χιόνι.

Αισθητικά, τα Γρεβενά έχουν μια τρομερή αντίφαση: μια δυστυχώς άσχημη πόλη, που ταλαιπωρήθηκε αρχιτεκτονικά τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, και από την άλλη ένας νομός, ίσως ο πιο άγριος και απαράμιλλης ομορφιάς νομός της Μακεδονίας. Νιώθεις ότι παντού υπάρχει απάτητη γη γύρω σου. Υπάρχει όμως και πολυτέλεια του χρόνου, φιλοξενία και το καλό φαΐ, που ξέρεις ότι είναι δοσμένο από τη γη και δεν μυρίζει συντηρητικά. Το χιονοδρομικό κέντρο της Βασιλίτσας με τις φυσικές πίστες, που βρίσκεται σε πολύ μεγάλο υψόμετρο, σε κάνει να νομίζεις ότι συνομιλείς με τον Θεό, ενώ ο ποταμός Βενέτικος και ο εθνικός δρυμός της Βάλια Κάλντα έχουν τιμηθεί για την ομορφιά τους ακόμα και στην ελληνική τραγουδοποιία (Θανάσης Παπακωνσταντίνου, «Βάλια Κάλντα»).

Ο πολιτισμός των Γρεβενών είναι ελάχιστος πια, αλλά πολύ ιδιαίτερος. Η μουσική των Μανιταρόκ, το φωτογραφικό λεύκωμα του Βαγγέλη Νικόπουλου, ο πολυχώρος του Fuit art café και τα βιβλία του Γιώργου Κωνσταντινίδη για τα αναρίθμητα είδη μανιταριών στον νομό δημιουργούν βαθύτατη σύνδεση με τoν τόπο και με τον χαρακτήρα των ανθρώπων, που είναι ένα κράμα Ποντίων προσφύγων, Αρβανιτών Σλαβομακεδόνων και Βλάχων. Καιρού επιτρέποντος, οι πεζοπορίες σε σπουδαία φαράγγια, όπως το φαράγγι της Πορτίτσας στο χωριό Σπήλαιο, αποτελούν ιδανική εκδρομή με φίλους. Διαδρομές δύσβατες και κουραστικές, που ξέρεις όμως πως, όταν επιστρέψεις σε ένα από τα μεγάλα και γραφικά χωριά των Γρεβενών, οι κάτοικοι θα σε υποδεχτούν με αυθεντικό τσίπουρο, κασέρι, μανιταρόπιτα και τον παραδοσιακό χαλβά του κυρ Βασίλη.

Κάθε επιστροφή μου στα Γρεβενά μού θυμίζει πως αξίζω να παίρνω χρόνο και να απολαμβάνω τις μικρές χαρές, τους ανθρώπους και το καλό φαΐ, τα αυστηρά ωράρια των μαγαζιών (δεν θα βρω ανοιχτό φούρνο την Κυριακή, οι άνθρωποι ξεκουράζονται!). Δεν υπάρχουν φανάρια, κόρνες, λωρίδες έκτακτης ανάγκης.

Σε οποιαδήποτε «έκτακτη ανάγκη», θα βρεις κάποιον δίπλα σου.

* Η Μαρία Παπαγεωργίου είναι ερμηνεύτρια και μουσικός.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ