ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο μετρ του τρόμου, όπως είναι γνωστός ο Στίβεν Κινγκ, παραδίδει με το τελευταίο του βιβλίο «Το Ινστιτούτο», που κυκλοφορεί την Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος, ένα μυθιστόρημα στο οποίο η πραγματικότητα μάλλον είναι πιο τρομακτική από τη φαντασία. «Το Ινστιτούτο» δεν έχει σκοτεινές δυνάμεις, φανταστικά πλάσματα ή τέρατα. Ο Λουκ Ελις, μια 12χρονη μεγαλοφυΐα με τηλεκινητική δύναμη, ξυπνάει ξαφνικά σε ένα μέρος που μοιάζει με το δωμάτιό του αλλά δεν είναι. Εκεί, σε κάποιες απομονωμένες εγκαταστάσεις, θα συναντήσει κι άλλα χαρισματικά παιδιά που προσπαθούν να επιβιώσουν, ενώ οι μεγάλοι, οι υπεύθυνοι του Ινστιτούτου, τα υποβάλλουν σε ιατρικές εξετάσεις παρόμοιες με βασανιστήρια. Σε μια Αμερική, όπου χιλιάδες παιδιά δηλώνονται ως αγνοούμενα κάθε χρόνο, αλλά και σε έναν κόσμο που οι ασυνόδευτοι ανήλικοι πρόσφυγες αυξάνονται συνεχώς, όπως και τα περιστατικά κακοποίησης, ο Κινγκ εστιάζει στον τρόμο που προκαλούν οι απλοί, καθημερινοί, άνθρωποι σε ανυπεράσπιστα παιδιά.


Το βιβλίο κυκλοφορεί την Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

«Η Ρόμπιν το έβαλε πάνω στο πρόσωπο του άντρα και πυροβόλησε μέσα του. Το Γκλοκ έβγαλε έναν σιγανό ήχο σαν βήχα, τίποτα περισσότερο απ’ αυτό, κι εκτόξευσε από τους αεραγωγούς του σιγαστήρα του μια μικρή καφετιά κηλίδα πάνω στο μαξιλάρι.

Η Αϊλίν βγήκε από το μπάνιο με ανήσυχο ύφος. «Χερμπ; Είσαι κα;...». Είδε τον Ντένι. Ο Ντένι την άρπαξε απ’ τον λαιμό, έβαλε το Γκλοκ στον κρόταφό της και τράβηξε τη σκανδάλη. Ακούστηκε ακόμη ένας απ’ αυτούς τους σιγανούς ήχους που θύμιζαν βήχα. Η Αϊλίν σωριάστηκε στο πάτωμα.

Στο μεταξύ, τα πόδια του Χερμπ Ελις τινάζονταν σπασμωδικά, με αποτέλεσμα το κάλυμμα κάτω από το οποίο κοιμόταν μέχρι πριν από λίγο, με την τώρα πια πεθαμένη γυναίκα του, να φουσκώνει και να ανασηκώνεται. Η Ρόμπιν πυροβόλησε άλλες δύο φορές μέσα στο μαξιλάρι· η δεύτερη βολή θύμιζε μάλλον γάβγισμα παρά βήχα, ενώ η τρίτη ήχησε πιο δυνατά.

Ο Ντένι σήκωσε το μαξιλάρι. «Μπορείς να μου πεις τι σ’ έπιασε ξαφνικά; Μήπως βλέπεις συνέχεια τον Νονό τώρα τελευταία; Για όνομα του Θεού, Ρόμπιν, το μισό κεφάλι του είναι λιωμένο. Πώς θα το συμμαζέψει ο νεκροθάφτης;».

«Εκανα τη δουλειά, αυτό έχει σημασία». Η αλήθεια ήταν ότι δεν της άρεσε να τους κοιτάζει όταν τους πυροβολούσε – δεν της άρεσε να βλέπει το φως να σβήνει απ’ τα μάτια τους.

«Πρέπει να πάψεις να είσαι τόσο κότα, κορίτσι μου. Ο τρίτος ήταν δυνατός. Ελα».

Μάζεψαν από το πάτωμα τα γυαλιά και πήγαν στο δωμάτιο του μικρού. Ο Ντένι σήκωσε τον Λουκ στα χέρια –κανένα πρόβλημα με αυτό, ο πιτσιρικάς δεν πρέπει να ζύγιζε παραπάνω από σαράντα κιλά– και έκανε νόημα στις γυναίκες να μπουν μπροστά δείχνοντας με το κεφάλι του τον διάδρομο. Εφυγαν αποκεί που είχαν έρθει, από την κουζίνα. Στο διπλανό σπίτι δεν υπήρχαν αναμμένα φώτα (ακόμη και ο τρίτος πυροβολισμός δεν ήταν τόσο δυνατός) ούτε ακούγονταν άλλοι ήχοι εκτός από τα τριζόνια στα δέντρα και μια μακρινή σειρήνα, τόσο μακρινή, που πιθανόν να ερχόταν από το Σεντ Πολ.

Η Μισέλ προπορεύτηκε στο κενό ανάμεσα στα δύο σπίτια, έλεγξε τον δρόμο και έκανε νόημα στους άλλους δύο να προχωρήσουν. Αυτό ήταν το κομμάτι που ο Ντένι Γουίλιαμς πραγματικά σιχαινόταν. Αν κάποιος με αϋπνία τύχαινε να κοιτάζει έξω από το παράθυρό του κι έβλεπε τρία άτομα στο γκαζόν του γείτονά του στις τρεις το πρωί, αυτό θα του φαινόταν ύποπτο. Αν το ένα από αυτά τα τρία άτομα κουβαλούσε κάτι που έμοιαζε με σώμα, αυτό θα του φαινόταν πολύ ύποπτο.

Το Γουάιλντερσμουτ Ντράιβ όμως, ονομασμένο έτσι προς τιμήν κάποιου από καιρό πεθαμένου μεγαλοσχήμονα των Δίδυμων Πόλεων, κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου. Η Ρόμπιν άνοιξε την πίσω πόρτα του SUV, από τη μεριά του πεζοδρομίου, μπήκε μέσα και άπλωσε τα χέρια της. Ο Ντένι τής έδωσε τον Λουκ κι εκείνη τον τράβηξε πάνω της, αφήνοντας το κεφάλι του να πέσει στον ώμο της. Ψαχούλεψε να βρει τη ζώνη της.

«Μπλιαχ, του τρέχουν τα σάλια», είπε.

«Ναι, αυτό συνηθίζεται σε ανθρώπους που δεν έχουν τις αισθήσεις τους», είπε η Μισέλ κι έκλεισε την πίσω πόρτα. Μπήκε στη θέση του συνοδηγού και ο Ντένι κάθισε στο τιμόνι. Η Μισέλ έβαλε στην ενδιάμεση κονσόλα τα όπλα και τη φιάλη του αεροζόλ καθώς ο Ντένι έβαζε μπρος και απομακρυνόταν αργά από το σπίτι των Ελις.

Πλησιάζοντας στην πρώτη διασταύρωση, ξανάναψε τους προβολείς.

«Κάνε το τηλεφώνημα», είπε στη Μισέλ.

Η Μισέλ πληκτρολόγησε τον ίδιο αριθμό. «Κόκκινο Ρουμπίνι εδώ. Εχουμε το πακέτο, Τζέρι. Εκτίμηση άφιξης στο αεροδρόμιο σε είκοσι πέντε λεπτά. Ενεργοποίησε το σύστημα».

Στο σπίτι των Ελις οι συναγερμοί επανενεργοποιήθηκαν. Οταν θα έφτανε εντέλει η αστυνομία, θα έβρισκε δύο νεκρούς και τον γιο τής οικογένειας να αγνοείται, γεγονός που θα τον καθιστούσε τον πιθανότερο ύποπτο. Στο κάτω κάτω, όλοι έλεγαν ότι ο πιτσιρικάς ήταν μεγαλοφυΐα, και μήπως οι μεγαλοφυΐες δεν έχουν συνήθως μια βίδα λίγο λασκαρισμένη; Αυτό που λέμε ασταθείς; Θα τον ρωτούσαν όταν τον έβρισκαν, και το να τον βρουν ήταν απλώς θέμα χρόνου. Τα παιδιά μπορούσαν να το σκάσουν, ακόμη και τα μεγαλοφυή όμως δεν μπορούσαν να κρυφτούν.

Οχι για πολύ.»

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ