ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Οταν έφτασε η... ώρα της Επανάστασης

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Από αριστερά, τα ρολόγια τσέπης του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, του Ιωάννη Καποδίστρια και του Ανδρέα Μιαούλη.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Τα ρολόγια τσέπης των Αγωνιστών του ’21» τιτλοφορείται το Ημερολόγιο του 2020 που σχεδίασε και παρουσιάζει το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο (ΕΙΜ). Το υλικό που περιλαμβάνεται στη φροντισμένη, όσο και χρηστική, αυτή έκδοση, τα ρολόγια, οι προσωπογραφίες και τα χαρακτικά, ανήκουν στις συλλογές του ΕΙΜ. Σήμερα η «Κ» αναδημοσιεύει χαρακτηριστικές φωτογραφίες, ενώ παρακάτω ακολουθούν αποσπάσματα από το κείμενο που περιλαμβάνεται στο Ημερολόγιο και το οποίο υπογράφει η Νικολέττα Ζυγούρη, ιστορικός, επιμελήτρια Συλλογής Ρολογιών Εθνικού Ιστορικού Μουσείου.

«Τα ρολόγια τσέπης επομένως των Αγωνιστών, ως ιστορικά αντικείμενα που χρησιμοποιήθηκαν για να καταμετρήσουν τις κρίσιμες αυτές ώρες για την πολιτική αναγέννηση και αυθυπαρξία της Ελλάδος, αποκτούν ένα συμβολικό νόημα για όλους εμάς που γευόμαστε τους καρπούς αυτού του Αγώνα 200 χρόνια αργότερα. (...)

Η εγκατάσταση ωρολογοποιών και εκπροσώπων των δυτικών εμπορικών οίκων στην Κωνσταντινούπολη αποτελούσε διπλωματική υπόθεση, αφού συνέβαλε στη θεμελίωση των εμπορικών σχέσεων μεταξύ των δυτικών αυτοκρατοριών και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. (...) Η διάχυση αυτής της νέας τεχνογνωσίας είχε ως αποτέλεσμα Ελληνες υπήκοοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να ασχοληθούν με αυτό το επικερδές επάγγελμα ως έμποροι αλλά και τεχνίτες ρολογιών. Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση του Φιλικού και Αγωνιστή του ’21 Στέφανου Στεφανόπουλου του Ιωάννη, δεύτερης γενιάς ωρολογοποιού, που ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα διατηρούσε το ωρολογοποιείο του πατέρα του στην Τρίπολη, ως έμπορος και τεχνίτης ρολογιών. Αυτοβιογραφούμενος, αναφέρει για τον πατέρα του στα απομνημονεύματά του: «Πολύ πριν της Επαναστάσεως του 1821 ο πατήρ μου παραλαβών εκ Ζακύνθου την οικογένειά του ήλθε και εκατοίκησεν εις Τρίπολιν, την πρωτεύουσα της Πελοποννήσου, διά να εξασκήση μεν την τέχνη του ωρολογοποιού, ιδίως όμως διά να συντελέση και αυτός το κατά δύναμιν εις την διάχυσιν, διά των φώτων του, (διότι κατά τους τότε χρόνους, ήτον εις των λογιωτέρων της Τριπόλεως), των της ελευθερίας και των γραμμάτων σπερμάτων εις τας καρδίας των αδελφών του. Δυστυχώς, όμως, ο πατήρ μου δεν επέζησε διά να είδη την ελευθερία των Ελλήνων. Το 1810 απεβίωσεν ενταύθα, εντολήν αφήσας τοις οικιακοίς του την ελευθερίαν, ή τον θάνατον». (...)

Μυημένος στη Φιλική Εταιρεία, το 1818 από τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ο Σ. Στεφανόπουλος συμμετέχει αποφασιστικά στην προετοιμασία του Αγώνα στην Αρκαδία προεπαναστατικά και μας αποκαλύπτει ότι χρησιμοποίησε την ιδιότητα του εμπόρου ρολογιών για να αγοράσει και να διανείμει όπλα στους συμπατριώτες του, ξεγελώντας την τουρκική διοίκηση της Τρίπολης, αφού τα ρολόγια αλλά και τα όπλα διακινούνταν κάποιες φορές στην αγορά από τον ίδιο έμπορο.

Επίσης, μαθαίνουμε ότι συναλλασσόταν συχνά με Τούρκους αξιωματούχους, καθώς επιδιόρθωνε τα ρολόγια τους στο εργαστήρι του και τους δίδασκε την ευγενή τέχνη του ηρτιφά, δηλαδή το παραδοσιακό μέτρημα του χρόνου από το ανέβασμα του ήλιου.

Μέσα από τις αναφορές του αυτές, έχουμε μια πλήρη εικόνα της μεταβατικής αυτής εποχής, κατά την οποία η κοινωνία αλλά και ο τρόπος μέτρησης του χρόνου αλλάζουν, αφού συμβαδίζουν η δυτική σύγχρονη τεχνογνωσία με την παραδοσιακή ανατολίτικη, ενώ παράλληλα ετοιμάζεται με μυστικότητα η μεγάλη αλλαγή που έφερε ο Αγώνας των Ελλήνων για Ανεξαρτησία στην οθωμανική κοινωνία. (...)

Στα προεπαναστατικά χρόνια οι Ελληνες έμποροι, λόγιοι και κληρικοί που ζουν στα μεγάλα αστικά κέντρα εντός και εκτός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αποκτούν ρολόγια προσπαθώντας να διαχειριστούν τον πανδαμάτορα χρόνο στην προσωπική τους ζωή. Συνειδητοποιώντας την αναγκαιότητα της διαχείρισης του χρόνου μετρημένου με ακρίβεια σε λεπτά, ακολουθώντας τα κοινωνικά πρότυπα της εποχής του Διαφωτισμού, εκεί στα τέλη του 18ου έως τις αρχές του 19ου αιώνα, σπεύδουν να προμηθευτούν και να κρεμάσουν με αλυσίδα από το γιλέκο τους το ρολόι, αντικείμενο κύρους, αναγκαίο για να οργανώσουν τα ταξίδια τους, τις κοινωνικές τους συναναστροφές και για να συγχρονίσουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τις δραστηριότητές τους.

Στα χρόνια του Αγώνα, ενδεικτικές είναι οι μαρτυρίες που διασώζονται στα έγγραφα από τους Αγωνιστές για τα ρολόγια τους. Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης στη διαθήκη του, που συνέταξε το 1827, παραγγέλνει: «Το τουφέκι μου και τα άτια μου να πάνε των παιδιών μου κι ώρα μου». Ετσι εξέφρασε τη στερνή του επιθυμία μαζί με το τουφέκι του και τα άλογά του να πάρουν τα παιδιά του και το ρολόι του. (...)

Τα ρολόγια των Αγωνιστών του ’21 που βρίσκονται στη Συλλογή του ΕΙΜ αποτελούν ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα, το μοναδικό που διασώζεται στην Ελλάδα από ρολόγια τσέπης ιστορικών προσωπικοτήτων των αρχών του 19ου αιώνα.»

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ