ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

H Λίντα Μπένγκλις άνοιξε την πόρτα της σουίτας της φορώντας το τεράστιο άσπρο μπουρνούζι του ξενοδοχείου, με τη ζώνη να την ακολουθεί σαν μακριά ουρά. Ηταν ξυπόλυτη αλλά είχε στον λαιμό της ένα υπέροχο μενταγιόν-αντίκα. Δίπλα της έτρεχε γαβγίζοντας η Κλίο, ένα κοντότριχο ντάτσχουντ. Για χάρη του, παντού στο πάτωμα υπήρχαν απλωμένες σελίδες των New York Times ώστε να μη λερωθούν τα χαλιά. Και σακουλάκια με μπισκότα για σκύλους.

Η κυρία Μπένγκλις χαμογέλασε αφοπλιστικά, τακτοποίησε πίσω από τα αυτιά της τα μακριά λευκά μαλλιά και συστηθήκαμε. Χαιρόταν που θα μιλούσε σε Ελληνίδα δημοσιογράφο. «Μαρία είναι το μεσαίο όνομά μου», είπε. «Από τη γιαγιά μου τη Μαριγώ». Και μου έδωσε μια εγκάρδια σκουντιά στην πλάτη, ένα απολύτως ελληνικό καλωσόρισμα με την προφορά των Δωδεκανήσων.


«The Clocktower», New York, invitation, 1973, μέρος του SELF, 1970-1976.

Η γιαγιά της ήταν από το Καστελλόριζο, της έμαθε το βελονάκι και την πήγε για πρώτη φορά στην Ακρόπολη το 1957. Τότε ήταν έντεκα, σήμερα είναι εβδομήντα οκτώ ετών. Μου φάνηκε γερή και ενθουσιώδης – «Ημουν πολύ αθλητική από παιδί», τόνισε. Δεν έμοιαζε με την ηλικιωμένη γυναίκα που υπέφερε από τζετ λαγκ μετά το πρόσφατο υπερατλαντικό της ταξίδι, όπως με είχε ενημερώσει ο ευγενέστατος Αμερικανός βοηθός της λίγο πριν τη συναντήσω.

Αλλά τίποτε σε αυτή τη συνέντευξη δεν εξελίχθηκε σύμφωνα με το πρόγραμμα. Προφανώς επειδή είναι πολύ δύσκολο να βάλει κανείς τη Λίντα Μπένγκλις σε πειθαρχία – δεν το έκανε ποτέ στην πενηντάχρονη καλλιτεχνική της πορεία, γιατί να το κάνει τώρα; «Ξεροκέφαλη», «επαναστάτρια», «ακατάτακτη», «πολυπράγμονα», «ανήσυχη», «πρόσωπο-κλειδί που προκάλεσε με το έργο της τον μινιμαλισμό αλλά και τη μοντερνιστική αφηρημένη τέχνη των ’60s» τη χαρακτήρισε ο συγγραφέας, κριτικός και ιστορικός τέχνης Ντέιβιντ Ανφαμ, ο οποίος με θαυμασμό και γνώση επιμελήθηκε τη ρετροσπεκτίβα που διοργανώνει ο οργανισμός ΝΕΟΝ στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης.


«Figure 4», 2009. Αλουμίνιο, ευγενική παραχώρηση της καλλιτέχνιδος και της Pace Gallery.

Ο τίτλος της είναι «In the Realm of the Senses» και παραπέμπει στην κλασική ταινία του Ναγκίσα Οσίμα «Η αυτοκρατορία των αισθήσεων». Αποτελεί την πρώτη ατομική έκθεση της Μπένγκλις σε μουσείο στην Ελλάδα, «ένας καθυστερημένος φόρος τιμής σε μια από τις μέγιστες καλλιτέχνιδες της γενιάς της που “ταξίδεψε” την Ελλάδα σε όλο τον κόσμο», σχολίασε η διευθύντρια του ΝΕΟΝ Ελίνα Κουντούρη. Παρουσιάζονται 36 γλυπτικά έργα, τα οποία απαρτίζουν τη μακρά διαδρομή της στην εικαστική δημιουργία, ξετυλίγοντας τις διαφορετικές εικόνες, ιδέες και μεθόδους της δουλειάς της. Η ποικιλία των υλικών –κερί, μπρούντζος, αλουμίνιο, λάτεξ κεραμικά, και γυαλί– συνθέτει γλυπτικές χειρονομίες σαν «έντονες σωματικές αισθήσεις». Μέσα στις κομψές αίθουσες του αστικού Μεγάρου Σταθάτου με την αισθητική του 19ου αιώνα, η τόλμη, το χιούμορ, ο δυναμισμός, η σεξουαλικότητα της αμερικανικής avant-guarde των μέσων του 20ού αιώνα κάνει αυτό που πρέπει: σπάει τα στερεότυπα.

Τα παιδικά χρόνια

Για όλα αυτά σκεφτόμουν ότι έπρεπε να μιλήσουμε, αλλά η καλλιτέχνις είχε άλλη άποψη. Ο συνειρμικός τρόπος με τον οποίο αναπτύσσεται ο λόγος της κάνει γοητευτικές διαδρομές στον χώρο και στον χρόνο. Από τις σπουδές στο Πανεπιστήμιο Τουλέιν στη Νέα Ορλεάνη, «ένα από τα καλύτερα καλλιτεχνικά τμήματα στον Νότο», και το ενδιαφέρον που αμέσως προκάλεσε το έργο της σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία όπως αυτή όπου μεγάλωσε, πηγαίνει στο Λέικ Τσαρλς, τη γενέτειρά της. Στα κανάλια της λίμνης ταξίδευε με το μηχανοκίνητο βαρκάκι της από παιδί, εκεί της έδειξε ο πατέρας της να βρίσκει αχιβάδες. «Ηταν πεντανόστιμες. Ο πατέρας μού έμαθε πώς να τις ανοίγω κι έτσι έχω τη γεύση των θαλασσινών στο στόμα μου προτού ακόμη αρχίσω να περπατώ. Καθόμουν στην άκρη της λίμνης, είχαμε υπέροχα κυπαρίσσια. Και βράχια με σπηλιές. Πάντοτε με γοήτευαν οι σχηματισμοί της οργανικής ύλης. Και όταν πρωτοπήγα στο Καστελλόριζο, εκείνο που άκουσα αμέσως ήταν οι ιστορίες για τις σπηλιές, για τη Σπηλιά του Παραστά».

Και συνεχίζει: «Η γιαγιά μου επέστρεφε στο Καστελλόριζο κάθε χρόνο. Με πήρε μαζί της για πρώτη φορά όταν ήμουν έντεκα. Η άλλη μου γιαγιά, σύζυγος πρεσβυτεριανού ιερέα από το Μισισίπι, δεν μπορούσε να το πιστέψει ότι οι γονείς μου με άφησαν να κάνω τόσο μικρή τέτοιο ταξίδι. Φύγαμε άνοιξη από τη Νέα Υόρκη, έκανε κρύο, αλλά μου είχαν πει ότι στην Ελλάδα θα φοράμε μόνο ένα πουλοβεράκι. Ηταν το ωραιότερο πράγμα που συνέβη στη ζωή μου. Φύγαμε με ένα ελληνικό υπερωκεάνιο, παλιό αλλά ιστορικό. Εκανε τη γραμμή Νέα Υόρκη - Πειραιάς. Θυμάμαι το γεμάτο βάρκες λιμάνι της Λισσαβώνας, το σκοτεινό λιμάνι της Νάπολης. Ηταν νύχτα όταν φτάσαμε εκεί. Τα σπίτια έμοιαζαν να κλαίνε: είχαν μακριά παράθυρα σαν μαύρα μάτια. Το στόμα –οι πόρτες– ήταν άδειο, δεν είχαν δόντια, κανένας άνθρωπος δεν φαινόταν πουθενά. Από το νησί θυμάμαι τα κουρεμένα με την ψιλή κεφάλια των παιδιών, τα ελαφριά φουστάνια μας, τη ζωή δίπλα στη θάλασσα, το αγόρι που μου έμαθε να βουτάω από τα βράχια, το πηγαινέλα των ανθρώπων και των πολιτισμών από την Ανατολή στη Δύση και αντίστροφα, την Ιστορία με τα γκρεμισμένα απομεινάρια της που αγγίζαμε με τα πόδια μας».

Πώς μπορεί κανείς να καταλάβει τη ζωή χωρίς κύματα και καταιγίδες; 

Στην κορυφή της εντυπωσιακής ξύλινης σκάλας του Μεγάρου Σταθάτου, στο σημείο όπου ξεκινάει η περιδιάβαση στον δεύτερο όροφο της έκθεσης, παρουσιάζεται μια ασπρόμαυρη φωτογραφία. Δείχνει τη Λίντα Μπένγκλις παιδί, να ποζάρει στο στούντιο κάποιου φωτογράφου ντυμένη τσολιαδάκι. Είναι μια αναμνηστική εικόνα που χρησιμοποιήθηκε από την καλλιτέχνιδα ως πρόσκληση για το έργο «The Clocktower», στη Νέα Υόρκη το 1973.


Από αριστερά: 7 COME 11: TRES, 1976, Συλλογή Δ. Δασκαλόπουλου. November, 1973-1974, ιδιωτική συλλογή, ευγενική παραχώρηση της Thomas Dane Gallery. Sparkle Knot I, 1972, Συλλογή Michael και Candace Barasch. Apache Mojave, 1992, Συλλογή Δ. Δασκαλόπουλου.

«Υπήρξα πάντοτε πολύ υπερήφανη για την καταγωγή μου και αντιλήφθηκα νωρίς ότι διέφερα από τους άλλους», λέει. «Μεγάλωσα σε γαλλικό περιβάλλον στη νότια Λουιζιάνα, πήγα σε δημόσιο σχολείο. Γαλλοι, Λατίνοι, Αφρικανοί, Ελληνες, ήμασταν μια μείξη ανθρώπων. Αλλά κι εγώ ένα μείγμα ήμουν, το δικό μου μείγμα. Από τη μητρική οικογένεια αποτελούσα μέρος της παλιάς αμερικανικής παράδοσης· η μητέρα μου ήταν μια καλλονή του Νότου, για την οποία θα μπορούσε να γράφει ο Φόκνερ. Η δική της μητέρα ήταν πολύ μορφωμένη και καθωσπρέπει, φορούσε πάντοτε ψηλά τακούνια και κοσμήματα. Αντιθέτως, η άλλη μου γιαγιά δεν έμαθε ποτέ να γράφει αγγλικά και τα μιλούσε με έναν τραγουδιστό τρόπο ανακατεύοντας τα ελληνικά των Δωδεκανήσων με τα γαλλικά των Κρεολών. Ισως εξαιτίας αυτής της καταγωγής, η πρώτη λέξη που είπα ήταν “γιατί;”. Ποτέ δεν μου αρκούσαν οι απαντήσεις που μου έδιναν, ήθελα κάτι άλλο, να μάθω κάτι ακόμη. Με τόσες απορίες θα μπορούσα να γίνω επιστήμονας, αλλά εντέλει έγινα καλλιτέχνις. Αντιλήφθηκα ότι η τέχνη μπορούσε να είναι μια ρέουσα, διαρκής απάντηση σε όλα μου τα ερωτήματα. Ετσι άρχισα να δημιουργώ κινήσεις με διάφορα υλικά και μετά να τις “παγώνω” φτιάχνοντας εικαστικές χειρονομίες και σήματα (frozen gestures)».

Το έργο της, ώριμο πια, αποτελεί ένα συνεχές παιχνίδι με τις μορφές και την υλικότητα των μέσων. Κάθε γλυπτό προσκαλεί τον θεατή να πλησιάσει και να το αγγίξει, γιατί –με τρόπο οξύμωρο– μέσα στη γερή κατασκευή του αισθάνεσαι ότι δονείται. Οτι εμπεριέχει ενέργεια, συναισθήματα που ετοιμάζονται να ξεσπάσουν. «Είναι μια στιγμιαία “στάσις”», λέει για να χαρακτηρίσει τη δουλειά της, και χρησιμοποιεί την ελληνική λέξη αντί του αγγλικού «stop». «Ροή και διακοπή. Κάποιες φορές μια κίνηση συμβαίνει πολύ γρήγορα και δεν προλαβαίνεις να τη δεις. Αλλά μπορείς να την “πιάσεις” και να την αποδώσεις με την τέχνη χρησιμοποιώντας διαφορετικά υλικά.

Ακόμη και το μέταλλο, σταθερό και βαρύ, είναι σε θέση να εκφράσει την κίνηση. Πώς; Ψευδαίσθηση. Αλλά και φυσική πραγματικότητα. Την πρώτη φορά που πήγα στη Χαβάη και είδα τα ηφαίστεια, κατάλαβα ότι η δουλειά μου μοιάζει με τους σχηματισμούς της λάβας. Καθαρή, παλλόμενη ενέργεια. Ρευστή φωτιά που ξεπηδά από το κέντρο της γης».

Συζητάμε για την ανδροκρατούμενη νεοϋορκέζικη καλλιτεχνική σκηνή του Αντι Γουόρχολ και του Σολ ΛεΒιτ, στην οποία εισήλθε πολύ νέα, πειραματιζόμενη μάλιστα με κάποια από τα θέσφατα του μινιμαλισμού και της εννοιολογικής τέχνης. Την έχουν χαρακτηρίσει «απείθαρχη» και «προκλητική». Είναι στ’ αλήθεια;

«Δεν ξέρω για ποιο λόγο η λέξη “πρόκληση” είναι αρνητική και σημαίνει μια σειρά από μπλεξίματα. Πήγα ενάντια στο ρεύμα γιατί αμφισβήτησα την ιδέα της σεξουαλικότητας, όπως και τις κλειστές λέσχες στην τέχνη. Δεν είμαστε σκλάβοι κανενός κοινωνικού προτύπου. Ηθελα να σηκώσω τη σημαία της ισότητας. Εχω μια ουμανιστική φιλοσοφία που πηγάζει από την αρχαία Ελλάδα και τις ιδέες του Πλάτωνα. Ανέκαθεν με ενδιέφερε το παρελθόν και πίστευα ότι ήμουν μια ταξιδιώτισα, μια εξερευνήτρια της ζωής. Νομιζω ότι ο φεμινισμός έκανε πολλά για μένα. Και ότι η δουλειά μου εκφράζει την ουσία του: τον τρόπο που νιώθουμε το σώμα μας, τον τρόπο που πλέουμε μέσα στη μήτρα. Εκεί μέσα αιωρούμαστε, αυτό αποτελεί το κέντρο της θηλυκότητας. Αλλά και το κέντρο της ύπαρξης. Πώς μπορεί κανείς να καταλάβει τη ζωή χωρίς το νερό, χωρίς κύματα και καταιγίδες;». 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ