ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Η Αθήνα αλλάζει μέσα από ήχους

ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ

«Το έργο είναι ένα αφήγημα, το οδοιπορικό ενός παρατηρητή μέσα στην πόλη», λέει ο Δημήτρης Καμαρωτός.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Φωνές παιδιών, ομιλίες πωλητών λαϊκής, βηματισμοί φαντάρων που κάνουν πρόβα στο Ζάππειο, εκρήξεις βεγγαλικών Πρωτοχρονιά στον Λυκαβηττό, κελαρύσματα νερών, τριγμοί, βρυχηθμοί μηχανών, μελωδίες από το ακορντεόν ενός μουσικού στην Αιόλου, ο βαθύς αχός μιας ζωντανής πόλης συμπλέκονται δεξιοτεχνικά και ταξιδεύουν προς το εσωτερικό μουσικών οργάνων που τις μεταφράζουν σε αρμονικές, συνθέτοντας νέα ηχητικά αστικά τοπία. Ενας ποταμός μουσικής διασχίζει ολόγυρα τον αέρα και σχεδόν μαγικά, μια πόλη αρχίζει να γεννιέται μπροστά μας, η Αθήνα.

«Μουσική είναι η πόλη» λέγεται το έργο του συνθέτη Δημήτρη Καμαρωτού που θα παρουσιαστεί στη μία από τις τρεις, παράλληλα εκτυλισσόμενες, συναυλίες, σε τρεις διαφορετικές πόλεις, στην Αθήνα, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση, στο Παρίσι και στην Καρλσρούη.

Συγκεκριμένα, τρεις συνθέτες, ο Δημήτρης Καμαρωτός, o Κάρμινε Εμανουέλ Σελά και ο Βαλέριο Τρίκολι, θα παρουσιάσουν τα έργα τους ταυτόχρονα σε παγκόσμια πρώτη –και μοναδική– εκτέλεση με τη συνεργασία τριών ευρωπαϊκών οργανισμών, του γερμανικού ZKM, της ελληνικής Στέγης και του γαλλικού IRCAM. Οι συναυλίες θα συντονίζονται ζωντανά με ήχο και βίντεο συνθέτοντας έναν ευρωπαϊκό άτλαντα, έναν νέο ηχητικό ευρωπαϊκό χάρτη πέρα από γεωγραφικά σύνορα.

Επιστρέφουμε στην Αθήνα. Δέκα ημέρες πριν από τη συναυλία. Στο κεντρικό φουαγιέ της Στέγης, τους επισκέπτες της υποδέχονται δύο μεταλλικά ηχητικά δέντρα, τα οποία μεταδίδουν ήχους από το Παρίσι και την Καρλσρούη. Τα ειδικά υπερ-κατευθυντικά ηχεία, που κάνουν δυνατή την ακρόαση μόνο από συγκεκριμένα σημεία, δίνουν τη δυνατότητα στον επισκέπτη να κάνει μόνος του, καθώς θα κινείται γύρω από τα δέντρα, μια μείξη των ήχων από τις δύο πόλεις. Ημέρα της συναυλίας. Το κοινό εισέρχεται στην αίθουσα και αντικρίζει ένα χάρτη της Αθήνας προβεβλημένο σε όλες τις επιφάνειες του χώρου. Φωτεινά σημεία δείχνουν τα σημεία ηχογραφήσεων και ήχοι της πόλης, χιλιάδες ήχοι, πλέκονται και ταξιδεύουν γύρω από τους θεατές, πάνω από τα κεφάλια τους, κάτω από τα πόδια τους, δίπλα τους.

Τα φώτα σβήνουν, η σκηνή ανοίγει, μια νυχτερινή Αθήνα υποδέχεται με τους ήχους της τον θεατή, μια δυνατή βροχή ξεσπάει στην πόλη, τα όργανα φωτίζονται. Εξι έγχορδα, δύο κοντραμπάσα, τέσσερα τσέλα, ένα γκραντ πιάνο, κρουστά, καθώς και όργανα ειδικά σχεδιασμένα από τον συνθέτη αρχίζουν να παίζουν χωρίς μουσικούς... Η συνέχεια στην κεντρική σκηνή της Στέγης στις 13 Δεκεμβρίου 2019.

Οι συναντήσεις στο Παρίσι

Οι πρώτες συζητήσεις για την υλοποίηση του έργου ΑΤΛΑΣ, πρόταση του γαλλικού ερευνητικού κέντρου IRCAM προς τη Στέγη και το γερμανικό ερευνητικό κέντρο ZKM στην Καρλσρούη, άρχισαν πριν από ενάμιση χρόνο. Ακολούθησαν πολλές συζητήσεις μεταξύ των συνθετών, «πέρυσι τον Δεκέμβριο έγινε η πρώτη συνάντηση στο Παρίσι, όπου δουλέψαμε στις εγκαταστάσεις του IRCAM, δίπλα στο Μπομπούρ, για μία βδομάδα, και καταλήξαμε στη μορφή τριών ανεξάρτητων ως προς τα μέσα συναυλιών, στον τρόπο ανταλλαγής βίντεο και ήχου και στην πρώτη κοινή παρτιτούρα», εξηγεί ο Δημήτρης Καμαρωτός.

«Συνεχίσαμε την επικοινωνία και τη συνεργασία από απόσταση, ξαναβρεθήκαμε για μία εβδομάδα τον Απρίλιο στο IRCAM, όπου κάναμε πρόβες σε τρία στούντιο σαν να ήμασταν σε τρεις διαφορετικές χώρες. Οι πρόβες επαναλήφθηκαν για ένα 15ήμερο τον Ιούλιο και ξανά τον Οκτώβριο. Στο μεταξύ, οργάνωσα ένα εβδομαδιαίο εργαστήριο ηχοληψίας στη Στέγη με νέους από διαφορετικούς χώρους. Από 130 που δήλωσαν ενδιαφέρον επιλέχτηκαν 12, οι οποίοι στη συνέχεια, εξοπλισμένοι με κατάλληλα ηχογραφικά μηχανήματα, επί τέσσερις μήνες, σάρωσαν την Αθήνα συλλέγοντας, σε συνεχή επικοινωνία μαζί μου, πολύ καλής ποιότητας ήχους. Η ιδέα της συναυλίας ήταν, οι ήχοι της Αθήνας, όπως ηχογραφήθηκαν από τους σημερινούς κατοίκους της, να ενεργοποιούν και να συντονίζουν τα μουσικά όργανα, τα οποία προσθέτουν τα δικά τους ηχοχρώματα στα τρισδιάστατα ηχητικά τοπία», λέει ο συνθέτης.

Μουσικοί δεν υπάρχουν, μόνο μουσικά όργανα στη σκηνή, και ο συνθέτης, ο οποίος κάθεται στο κέντρο της πλατείας, μπροστά σε έναν ηλεκτρονικό χάρτη της πόλης σε μορφή τηλεχειριστηρίου, μέσω του οποίου εκτελεί το πολυσύνθετο έργο. Συγκεκριμένα, κινεί τους ήχους στον χώρο, τροφοδοτεί με αυτούς τις συστάδες των οργάνων ώστε να παίξουν.


Μέρος από την κοινή παρτιτούρα των Δημήτρη Καμαρωτού, Κάρμινε Εμανουέλ Σελά και Βαλέριο Τρίκολι, που θα παρουσιάσουν τα έργα τους ταυτόχρονα σε Αθήνα, Παρίσι και Καρλσρούη, σε παγκόσμια πρώτη και μοναδική εκτέλεση.

«Στέλνεις έναν ήχο από την πόλη στο κοντραμπάσο που τον μεταφράζει σε αρμονικές (μια τεχνική που ανέπτυξα στο IRCAM), όργανα κινούνται παράγοντας ηχοχρώματα (ένα γκραντ πιάνο Steinway μετακινείται βγάζοντας έναν εντυπωσιακό ήχο ενώ ένα μικρόφωνο εκκρεμές περνάει πάνω από ένα κοντραμπάσο), κάποιες στιγμές όλα συντονίζονται σε ένα όλον, δημιουργώντας μια φευγαλέα πραγματικότητα, φυσικοί και τεχνητοί ήχοι αναμειγνύονται δημιουργώντας τη μουσική. Παράλληλα, μικροκάμερες μέσα στα όργανα βιντεοσκοπούν τις κινήσεις τους και προβάλλουν όσα διαδραματίζονται στο εσωτερικό τους, στο βάθος της σκηνής».

Δέκα κεφάλαια

Το έργο είναι ένα αφήγημα, χωρισμένο σε δέκα κεφάλαια, το καθένα με τον τίτλο και τον υπότιτλό του. «Είναι το οδοιπορικό ενός παρατηρητή μέσα στην πόλη, που τη μεταλλάσσει μέσω των ήχων σε μια φανταστική εκδοχή της. Υιοθετεί μια ενεργητική στάση απέναντί της, σκέφτεται τι θα γινόταν αν σε αυτό το σημείο της πόλης ακούγαμε νερά, και φέρνει τα νερά με ένα μαγικό τρόπο ως πολεοδόμος του μέλλοντος. Προοδευτικά οι ήχοι της πόλης γίνονται μια μουσική. Περπατάει στην πόλη και προσπαθεί να ανακαλύψει δομές της όπου μπορεί να ζήσει όπως αυτός επιθυμεί, και επειδή δεν τις βρίσκει στην Αθήνα, αρχίζει σιγά σιγά να τη μεταμορφώνει με τους ήχους σε μια ιδεατή πολιτεία, σε μια ευρωπαϊκή, μια διεθνή πόλη, όπου μπορούν να συνυπάρχουν αρμονικά άνθρωποι από διαφορετικά μέρη. Είναι κάτι που ζούμε έντονα στον 21ο αιώνα πραγματικά και εικονικά με τη χρήση των δικτύων, αλλά αυτό που πραγματεύεται το έργο είναι η δράση ενός μελλοντικού της κατοίκου που αλλάζει την ίδια την πόλη μέσω του ήχου. Η ενεργητική στάση απέναντι στην πόλη, με εργαλείο τον ήχο, είναι η βασική ιδέα της αθηναϊκής συναυλίας, είναι ένας τρόπος να υπάρχουμε και να συνδεθούμε με τους άλλους, αλλά και ένας τρόπος για να την αλλάξουμε», σημειώνει ο Δημήτρης Καμαρωτός.

Πήγαινα στις Μυκήνες και φανταζόμουν πώς ακουγόταν τότε ο τόπος

Οι ήχοι της πόλης και ευρύτερα των χώρων πάντα ενδιέφεραν τον Δημήτρη Καμαρωτό, ο οποίος ερευνά εδώ και πολλά χρόνια όχι μόνο τις δυνατότητες της μουσικής αλλά και του ήχου και έχει υπογράψει την πρωτότυπη μουσική δραματουργία και τον ηχητικό σχεδιασμό σε περισσότερες από 120 παραστάσεις σε Ελλάδα και εξωτερικό.

«Πήγαινα στις Μυκήνες και προσπαθούσα να φανταστώ πώς ακουγόταν τότε ο τόπος. Τα βράδια στην Επίδαυρο αναρωτιόμουν πώς θα ηχούσαν τότε οι αρχαίες τραγωδίες. Πώς θα ήταν εκείνος ο λόγος αν ακουγόταν σήμερα. Γιατί σήμερα ακούμε αλλιώς, δεν έχει αλλάξει μόνο ο τρόπος που ακούγεται η γλώσσα, αλλά και η ακουστική μας αντίληψη. Το πέρασμα από τον 20ό στον 21ο αιώνα έχει φέρει καταιγιστικές αλλαγές. Η τεχνολογική δυνατότητα να ακούμε άμεσα οτιδήποτε από πληθώρα μέσων, η εκπαίδευση, οι εμπειρίες, οι κοινωνικές ανάγκες, τα ερεθίσματα έχουν αλλάξει και το πώς προσλαμβάνουμε τον ήχο. Το κοινό ακούει πλέον αλλιώς. Και είναι κρίμα οι μουσικοί που εκπέμπουν την τέχνη των ήχων να μην μπορούν να παρακολουθήσουν αυτή την αλλαγή· να παραμείνουμε σε ένα στεγανό περιβάλλον που ανατροφοδοτεί τον εαυτό του, να μην ανταποκριθούμε στην κοσμογονία που συντελείται γύρω μας...».

«Η ορχήστρα χωρίς μουσικούς αποτελεί μια νύξη στον θεατή ότι η εικόνα καμιά φορά κρύβει τη μουσική. Ο βασικός λόγος ύπαρξης του θεατή σε μια ζωντανή συναυλία είναι η ευκαιρία να ακούσει τον ήχο με ένα μοναδικό τρόπο και όχι να την παρακολουθήσει σαν θέαμα. Το ότι έχουμε ταυτίσει τη μουσική με το θέαμα αδικεί κατά κάποιο τρόπο τη μουσική. Η ύπαρξη της ηλεκτροακουστικής ή της ακουσματικής μουσικής αποτελεί ένα είδος αντίστασης. Ομως, όταν αφορούν μόνο μικρά ειδικά κοινά χάνουν την αξία τους. Η συγκεκριμένη συναυλία, με τις εφαρμοσμένες τεχνικές της, παράγει ένα πρωτότυπο μουσικό υλικό που επιχειρεί να συνομιλήσει με ένα μη ειδικό κοινό», σημειώνει ο Δημήτρης Καμαρωτός.

Οι τρεις συνθέτες ονειρεύονται μαζί μια ουτοπική πόλη, όμως ο καθένας παράγει μουσική με τις δικές του τεχνικές και, μέσα στον ποταμό των ήχων, εισάγει με διαφορετικό τρόπο τις άλλες δύο συναυλίες στο έργο του.

Οι συντελεστές

Για την ταυτόχρονη εκτέλεση του πολύπλοκου έργου και την ανταλλαγή υψηλής ποιότητας ήχων και βίντεο εργάστηκαν πολυπρόσωπες ομάδες σε κάθε πόλη. Τα βίντεο και των τριών πόλεων δημιούργησε η Μαρίνα Γιώτη, που έχει και τον κεντρικό έλεγχο της ροής τους από το Παρίσι. Στην Αθήνα, την τεχνική υποστήριξη του ήχου στη συναυλία έχει ο Κώστας Μπώκος, τις λήψεις με μικρο-βίντεο από το εσωτερικό των οργάνων χειρίζεται ο Βασίλης Κουντούρης, τον σκηνικό χώρο και τις εγκαταστάσεις των ηχητικών δέντρων σχεδίασε η Εύα Μανιδάκη, τους φωτισμούς επιμελήθηκε ο Γιάννης Δρακουλαράκος, σύμβουλος δραματουργίας είναι ο Νίκος Φλέσσας, ενώ το όλο έργο υποστηρίζουν στον ήχο, τα βίντεο και τη δικτυακή ροή ομάδες τεχνικών της Στέγης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ