ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Θέλω και ρόλους που με τσαλακώνουν

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

«Με συγκίνησε ότι αυτό το πλάσμα, που φαίνεται σαγηνευτικό, καταλήγει όπως ξεκίνησε, να παλεύει για επιβίωση. Θύτης και θύμα, αλλά και μαχήτρια του έρωτα και της ζωής», λέει η Αλκηστις Πουλοπούλου για τον ρόλο που ενσαρκώνει στο έργο «Λούλου» του Φρανκ Βέντεκιντ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στην καινούργια ταινία του Σύλλα Τζουμέρκα «Το θαύμα της θάλασσας των Σαργασσών», η Αλκηστις Πουλοπούλου υποδύεται μιαν απατημένη σύζυγο στην αποκτηνωμένη πλευρά μιας μικρής κοινωνίας. Γυναίκα συνηθισμένη, εγκλωβισμένη σε έναν καθωσπρεπισμό που ανέχεται στωικά. Ομως, τα βράδια στη σκηνή του θεάτρου του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης μεταλλάσσεται σε ένα πλάσμα με αχαλίνωτο ερωτισμό, που κανείς δεν μπορεί να υποτάξει.

«Ενα αντικείμενο προς εκμετάλλευση», μια μορφή που παίζει τους ρόλους που τις ανατίθενται. Γίνεται κορίτσι, ερωμένη, μοιραία γυναίκα, πόρνη. Εύα, Νέλι, Μινιόν. Τα ονόματα που της δίνουν, αλλά πάντα η Λούλου.

Ως μια «τραγωδία τεράτων» την περιγράφει ο Φρανκ Βέντεκιντ. Ξετυλίγεται ανάμεσα σε τσιρκολάνους, αριστοκράτες, παρακμιακούς, πόρνες. Ενα παράξενο τσίρκο σε μιαν ατμόσφαιρα ομορφιάς, βίας, σεξ, έρωτα, κακοποίησης, όπως διασκεύασε και σκηνοθέτησε ο Γιάννης Χουβαρδάς τη «Lulu».

Ο σκηνοθέτης δεν την ήθελε φαμ φατάλ. «Ζητούσε φυσικότητα, θέλοντας να τονίσει πως, ό,τι κάνει, γίνεται άθελά της. Για να δείξουμε τη διεστραμμένη πατριαρχική, αστική κοινωνία. Μου ζητήθηκε να παίξω αποστασιοποιημένα, χωρίς συναίσθημα, και δεν κρύβω ότι μου ήταν κάπως δύσκολο αυτό», λέει η Αλκηστις Πουλοπούλου στην Κ». «Ο Βέντεκιντ, θαμώνας των καμπαρέ και των τσίρκων, περιγράφει τη Λούλου του ως χορεύτρια και ακροβάτισσα, αλλά εγώ δεν είμαι έτσι. Είναι ένα πλάσμα το οποίο λειτουργεί με ένστικτο, και υπογραμμίζει το αντίθετο. Τους εγκλωβισμένους σε κανόνες άνδρες, που δεν αντέχουν τη φυσική σεξουαλικότητα».

Λέει ακόμη ότι η Λούλου είναι «προβολή των ανδρών, μια φαντασίωση». Κι έπρεπε να τη συμπονέσει, για να την ενσαρκώσει.

«Την αγάπησα σιγά σιγά, μαζί με τις αντιφάσεις της. Τη μια στιγμή μπορεί να γίνει γυναίκα, παιδί, και την άλλη, σκληρή και δολοφονική. Ενα εγκαταλελειμμένο παιδί που πρέπει να επιβιώσει σε μιαν ανελέητη κοινωνία. Τα κατάφερε μέσα από την εκμετάλλευση των ανδρών. Αρχικά από αυτόν που λέγεται πατέρας της, ο οποίος την παντρεύει με διάφορους άντρες. Επιβίωσε προσφέροντας το κορμί της. Με συγκίνησε ότι αυτό το πλάσμα που φαίνεται σαγηνευτικό, καταλήγει όπως ξεκίνησε, να παλεύει για επιβίωση. Θύτης και θύμα, αλλά και μαχήτρια του έρωτα και της ζωής. Γιατί ερωτεύεται παράφορα, πληγώνεται και παντρεύεται τον άνδρα που ξεχώρισε, όμως εκείνος δεν μπορεί πια να λειτουργήσει ισότιμα μαζί της. Πρέπει να την περιφρονήσει, να την καταστρέψει και να καταστραφεί ο ίδιος».

Η αποστασιοποίηση

Ο Γιάννης Χουβαρδάς της τόνιζε διαρκώς «να μην αφήνομαι να μπαίνω στα πράγματα, και αυτή η αποστασιοποίηση ήταν κόντρα σε μένα, που είμαι πιο συναισθηματική και διαχυτική. Ηθελε την ηρωίδα κλειστή και μυστήρια. Δεν ξέρω αν υπάρχει η Λούλου σήμερα. Ο Βέντεκιντ μιλάει για μια ανδροκρατούμενη κοινωνία, όπου οι άνδρες είναι εγκλωβισμένοι στα σώματά τους, δεν μπορούν να εκφραστούν ελεύθερα και χρειάζεται να προβάλουν τον πόνο στο σώμα, σε γυναίκες που αναγκάζονται να είναι κούκλες για να ευχαριστήσουν αυτό το βλέμμα. Είναι ένα έργο για την καταπιεσμένη φύση των ανδρών».

Η Αλκηστις Πουλοπούλου λέει ότι έχει κάνει πολύ θέατρο τα τελευταία χρόνια και θέλει να εξερευνήσει περισσότερο το τοπίο του κινηματογράφου. Της αρέσει η διαδικασία των γυρισμάτων, ότι κάθε μέρα είναι διαφορετική. «Στο θέατρο οι πρόβες είναι υπέροχες, η πρόκληση του άγνωστου. Επειτα καλείσαι κάθε βράδυ να επαναλαμβάνεις την ίδια ιστορία. Μερικές φορές με κουράζει και προσπαθώ κάθε πρωί να βρω το κίνητρό μου για το βράδυ». Η προετοιμασία διαρκεί όλη την ημέρα. «Πώς θα το παίξω, ποια θα είναι η διατροφή μου, τι ώρα θα φάω. Ολα αυτά δεν είναι σέξι όπως καταλαβαίνετε, αλλά προσέχεις το κάθε τι. Σε αυτή την παράσταση πρέπει να έχω φάει ώρες νωρίτερα, όχι βαριά φαγητά, γιατί πώς θα βγεις και θα κάνεις ακροβατικά έχοντας φάει μακαρόνια με κιμά; Επίσης χρειάζεται ζέσταμα, ανοίγματα, για να έχω ευλυγισία».

Ο ρόλος που ερμηνεύει στην ταινία του Σύλλα Τζουμέρκα είναι μικρός, αλλά έχει ενδιαφέρον. «Οι πρόβες ήταν πολλές, γιατί ο σκηνοθέτης θέλει να βρει σε κάθε ηθοποιό με τον οποίο συνεργάζεται κάτι πολύ ευαίσθητο και προσωπικό. Υποδύομαι τη σύζυγο ενός γιατρού (Αργύρης Ξάφης), μιας κοινωνίας με μυστικά και καταπιεσμένους ήρωες».

Για τη 12χρονη διαδρομή της, η Αλκηστις νιώθει «τυχερή και ευγνώμων για ό,τι μου δόθηκε». Γεννήθηκε στην Ελλάδα, αλλά έφυγαν οικογενειακώς για τον Καναδά στα έξι της χρόνια και έπειτα από δύο χρόνια στη Ρουέν της Γαλλίας. «Μου άρεσε ο κινηματογράφος, λάτρευα τις χολιγουντιανές ταινίες του 1950-60 με τη Ρίτα Χέιγουορθ, τα μιούζικαλ... Με μάγευαν οι κλακέτες και ο χορός. Το όνειρο του θεάτρου ήταν καταπιεσμένο και ανομολόγητο. Σπούδασα στη Σορβόννη ιστορία της τέχνης και γλώσσες μέχρι να με βρει, γιατί βλέπετε, ξεριζώθηκα πολλές φορές. Στο Παρίσι με σταματούσαν συχνά στον δρόμο για να κάνω κάστινγκ. Τη μία λιποθύμησα, την άλλη δεν μπορούσα να μιλήσω, είχα τρομερό τρακ. Τότε ξεκίνησα μαθήματα υποκριτικής για να καταπολεμήσω τη συστολή μου. Και μου άρεσε τόσο πολύ...».

Δουλεύοντας σε γκαλερί, σε ένα ταξίδι της στην Ελλάδα για την έκθεση Οutlook, η φίλη της Φένια Παπαδόδημα της ζήτησε να παίξει σε παράστασή της στο «Αμόρε». «Το μόνο που γνώριζα από τα καλοκαίρια μου εδώ ήταν το Ηρώδειο και η Επίδαυρος. Πανικοβλήθηκα. “Πώς να παίξω με σπαστά ελληνικά;” ρώτησα. “Θα μιλάς ελληνικά, γαλλικά, αγγλικά, ό,τι θέλεις. Είναι πειραματικό”, μου είπε. Ζήτησα να κάνω ένα σεμινάριο και μάλιστα με τον Δημήτρη Καταλειφό που γνώριζα από ταινίες. Δεν μπορούσε, έκανε όμως τότε ο Γιάννης Χουβαρδάς. Δεν ήξερα ποιος είναι, ούτε ότι ήταν δικό του το θέατρο. Μετά την παράσταση της Φένιας είπα “μόνο αυτό θέλω να κάνω στη ζωή μου”. Το πρώτο βράδυ, βέβαια, μου κόπηκαν τα πόδια, δεν μπορούσα να μιλήσω. Με έσωσε συνάδελφος: “Δηλαδή, θέλεις να πεις αυτό...” με ξεμπλόκαρε. Οταν πήρα μπρος ένιωσα τη διαστολή του χρόνου που νιώθεις όταν ερωτεύεσαι». Επειτα πήγε τρία χρόνια στη σχολή της Νέλλης Καρρά, είχε αποφασίσει το μέλλον της.

Η... γυναίκα του Καίσαρα

Ρόλοι, παραστάσεις, αλλά και έρωτας και γάμος με τον Γιάννη Χουβαρδά. Δεν ήταν όλα ρόδινα, «έπεσαν πολλοί επάνω μου, γιατί δούλευα μόνο μαζί του. Και όμως έχω συνεργαστεί με τους Ακύλλα Καραζήση, Νίκο Μαστοράκη, Γιάννη Σκουρλέτη, Μπάμπη Γαλιατσάτο, νέες ομάδες... Στην τηλεόραση, όταν πρωτοεμφανίστηκα στη σειρά της ΝΕΤ «Λούφα και παραλλαγή» του Νίκου Περάκη, υπήρχε θετική ανταπόκριση. Με το που παντρευτήκαμε όμως ήμουν σαν τη γυναίκα του Καίσαρα και έκαναν προβολές επάνω μου. Ο,τι και να έκανα, έγραφαν το ίδιο».

Τώρα που δεν είναι πια μαζί, λέει ότι «πάντα υπήρχαν ζευγάρια που συνεργάζονται και μάλιστα πιο συχνά, αλλά εμάς σχολίασαν. Η κατάσταση με δηλητηρίαζε για ένα διάστημα, έπειτα δεν έδινα σημασία. Τώρα δουλεύω με έναν άνθρωπο που εκτιμώ και η αγάπη μετουσιώθηκε σε κάτι άλλο. Δεν σημαίνει ότι θα δουλεύουμε πάντα μαζί».

Θέλει να παίζει πολύπλευρες ηρωίδες, που να έχουν χιούμορ. «Στο θέατρο συχνά είναι γραμμένες από άντρες, συνήθως φαμ φατάλ ή απροστάτευτες και αθώες ενζενί. Θα ήθελα να παίζω δυναμικές ηρωίδες που είναι και αισθησιακές αλλά να τους βγαίνει και το ανδρικό στοιχείο, ο θυμός, η οργή. Θέλω και ρόλους που θα με τσαλακώνουν».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ