ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Θεοδώρα Λαζαρέτου: Ευρώπη, κλίμα και φορολογία

ΘΕΟΔΩΡΑ ΛΑΖΑΡΕΤΟΥ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η συμφωνία του Παρισιού το 2015 για την αντιμετώπιση του φαινομένου του θερμοκηπίου και της κλιματικής αλλαγής –όπου η Ευρωπαϊκή Ενωση δεσμεύθηκε για τη μείωση των εκπομπών του θερμοκηπίου κατά 40% μέχρι το 2030– σηματοδοτεί το περιβάλλον ως σημαντικότατη πρόκληση για τις κυβερνητικές πολιτικές των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Ενα εργαλείο προς αυτή την κατεύθυνση είναι η περιβαλλοντική φορολογική μεταρρύθμιση, η συζήτηση επί της οποίας κεντρίζει συνεχώς το ενδιαφέρον.

Χαρακτηριστική είναι η γραφή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο έγγραφο προβληματισμού προς μια βιώσιμη Ευρώπη έως το 2030, όπου «τα φορολογικά συστήματα και η τιμολόγηση στην Ευρωπαϊκή Ενωση θα πρέπει να είναι σχεδιασμένα κατά τρόπο ώστε, να αντικατοπτρίζουν το πραγματικό κόστος, να αντιμετωπίζουν τα κύρια κοινωνικά και περιβαλλοντικά ζητήματα και να πυροδοτήσουν αλλαγές συμπεριφοράς σε ολόκληρη την οικονομία. Ο βιώσιμος ανταγωνισμός εξαρτάται από τιμές που αντικατοπτρίζουν το πραγματικό κόστος παραγωγής και χρήσης με την εσωτερικοποίηση των εξωτερικοτήτων».

Η πρώτη πρόταση της περιβαλλοντικής φορολογικής μεταρρύθμισης ως βασικού εργαλείου για ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης έγινε στη Λευκή Βίβλο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Ανάπτυξη, Ανταγωνιστικότητα και Απασχόληση, το 1993. Εκεί περιγράφεται το βασικό χαρακτηριστικό των περιβαλλοντικών φόρων: το υψηλό εξωτερικό περιβαλλοντικό και κοινωνικό κόστος που δημιουργείται από την υπερκατανάλωση φυσικών πόρων (αποστερώντας τους από τις μελλοντικές γενεές) και ενέργειας, καθώς και από την υπερ-παραγωγή ρύπων (που θέτουν σε κίνδυνο την υγεία) χρεώνεται. Η χρέωση αυτού του κόστους γίνεται στους υπόλογους, με τη μετατόπιση ενός αισθητού ποσοστού του φορολογικού βάρους από την εργασία στην υπερ-κατανάλωση φυσικών πόρων και δημιουργία ρύπων. Για να έχουν ένα σημαντικό αποτέλεσμα στην αλλαγή των προτύπων κατανάλωσης και παραγωγής, η μετατόπιση φορολογικού βάρους από την εργασία στους περιβαλλοντικούς φόρους πρέπει να φτάνει κάποια κρίσιμη μάζα (τουλάχιστον ίση προς το 10% των συνολικών φορολογικών εσόδων). Η εισαγωγή τους στο φορολογικό σύστημα μιας χώρας γίνεται σταδιακά ώστε να λειτουργούν ως κίνητρα για την ανάπτυξη τεχνολογίας και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Η περιβαλλοντική φορολογική μεταρρύθμιση είναι φορολογικά ουδέτερη, με την έννοια ότι οι νέοι φόροι εξισορροπούνται από μειώσεις των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης ή και του φόρου εισοδήματος από την εργασία. Επίσης, εκτιμάται από την επιστήμη ότι οι περιβαλλοντικοί φόροι πλεονεκτούν έναντι των άλλων φόρων. Αυτό γιατί πρώτον, είναι λιγότερο διαστρεβλωτικοί στην οικονομική συμπεριφορά (ιδίως σε σχέση με τον φόρο εισοδήματος) και κατά δεύτερον η φοροαπαφυγή τους πιο δύσκολη.

Σήμερα, η περιβαλλοντική φορολογική μεταρρύθμιση είναι ψηλά στην ευρωπαϊκή και διεθνή πολιτική ατζέντα. Το European Green Deal, που αναμένεται να ανακοινωθεί στις αρχές του 2020, προβλέπει τη φορολογία ως κεντρικό εργαλείο για την υλοποίηση της ευρωπαϊκής πολιτικής για το κλίμα. Στις ΗΠΑ, η βουλευτής Alexandria Ocasio-Cortez και ο γερουσιαστής Edward Markley, παρουσιάζοντας το Green New Deal στο αμερικανικό Κογκρέσο τον Φεβρουάριο 2019, πρότειναν την επιβολή του φόρου στον άνθρακα, καθώς, επίσης, ένα σχέδιο για τη μετατροπή της αμερικανικής οικονομίας σε οικονομία χαμηλής κατανάλωσης σε άνθρακα.

Πάνω από τις μισές χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης έχουν εισάγει περιβαλλοντικούς φόρους. Μάλιστα, τα έσοδα ανέρχονται στην Ε.Ε., κατά μέσον όρο την τελευταία δεκαετία σταθερά, σε 2,4% του ΑΕΠ. Το 77% αυτών των εσόδων προερχόταν από τους φόρους στην ενέργεια, το 20% από τους φόρους στα οχήματα και το 3% από τους φόρους στη ρύπανση και στη χρήση των φυσικών πόρων. Πετυχημένα παραδείγματα επιβολής περιβαλλοντικών φόρων σε ευρωπαϊκές χώρες είναι: ο φόρος στην πλαστική σακούλα στην Ιρλανδία, ο φόρος συσκευασίας ποτών στη Φινλανδία, ο φόρος υγειονομικής ταφής στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο φόρος στο άζωτο στη Σουηδία και το τέλος στην άδεια αλιείας στην Ιρλανδία. Στη χώρα μας, τα έσοδα από τους περιβαλλοντικούς φόρους ανέρχονταν το 2017 σε 7,2 δισ. ευρώ και προέρχονταν κύρια από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης στη βενζίνη.

Η οικονομική διάσταση της πολιτικής για την προστασία του περιβάλλοντος και περισσότερο για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής έχει ήδη κάνει ένα δυνατό come back στη διεθνή πολιτική και κοινωνική ατζέντα. Κεντρικό αίτημά της είναι η διασφάλιση μιας οικονομικής ανάπτυξης που παράγει δίκαια αποτελέσματα για ολόκληρη την ανθρωπότητα χωρίς, να καταναλώνονται περισσότεροι πόροι από αυτούς που έχει να προσφέρει η Γη.

Η Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού έχει εργαστεί και εκπονήσει πρόταση για μια περιβαλλοντική φορολογική μεταρρύθμιση στη χώρα μας. Σε αυτή εκτιμάται η δυνατότητα μείωσης –λόγω της εισαγωγής αυτών των φόρων– της μεσο-σταθμικής επιβάρυνσης της εργασίας από τις κοινωνικές εισφορές από 37% σε 17%. Η φορολόγηση της χρήσης της πλαστικής σακούλας συμπεριλαμβάνεται στις προτάσεις φόρων της Ελληνικής Εταιρείας.

* Η δρ Θεοδώρα Λαζαρέτου είναι μέλος του Συμβουλίου Θεσμικού Πλαισίου (ΣΘΕΠ) της Ελληνικής Εταιρείας Περιβάλλοντος και Πολιτισμού.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ