Η πρώτη απάντηση δεν άφηνε περιθώριο αισιοδοξίας. «Λυπούμαστε πολύ, αλλά ο Άνταμ θα δώσει ελάχιστες συνεντεύξεις φέτος», δήλωσε ο Καναδός ατζέντης του. Λίγες ημέρες μετά, όμως, επανήλθε. «Δώστε μου το τηλέφωνό σας και θα σας καλέσει ο ίδιος. Ποιο από τα επόμενα απογεύματα θα σας εξυπηρετούσε;» Αναπάντεχη εξέλιξη! Τι είχε μεσολαβήσει όμως; Τι προκάλεσε αυτή τη μεταστροφή;

«Όταν είδα σε ένα χαρτί τις προτάσεις για συνεντεύξεις, στις οποίες περιλαμβανόταν και μία από ελληνική εφημερίδα, δεν υπήρχε περίπτωση να μην πω “ναι”. Είναι γνωστή η αγάπη της οικογένειάς μου για την Ελλάδα. Είναι ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μας. Και ειδικά από τότε που πέθανε ο πατέρας μου, πολλά αντικείμενα που έχουμε στο σπίτι είναι συνδεδεμένα με τόσες όμορφες αναμνήσεις από τη χώρα σας: το komboloi του, φωτογραφίες από τα καλοκαίρια μας στην Ύδρα, ένα κουτί τσιγάρα Karelia, η αγαπημένη του karekla στην kouzina. Χαίρομαι ειλικρινά, λοιπόν, που μιλάω μαζί σας. Αυτό το κύμα νοσταλγίας που προκαλείται κάθε φορά που σκέφτομαι την Ελλάδα είναι πάντα καλοδεχούμενο...»

Ο Άνταμ Κοέν, στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής, μου μιλάει με εγκαρδιότητα και ζεστασιά. Ελληνικές λέξεις... ξεφυτρώνουν κάθε τόσο μέσα στις φράσεις του – στο κείμενο τις γράφω με λατινικούς χαρακτήρες, για να τις υπογραμμίσω. Αφορμή για την κουβέντα μας είναι ένα νέο άλμπουμ, το «Thanks for the dance», που μόλις κυκλοφόρησε – διεθνώς από τη Sony Music και στην Ελλάδα από την Panik Records. Πρόκειται για συνθέσεις και ενορχηστρώσεις του ίδιου πάνω σε στίχους του πατέρα του, Λέοναρντ Κοέν. «Με αυτόν τον τρόπο τον ευχαριστώ για τον “χορό της ζωής”», μου εξηγεί ο συνομιλητής μου. Προλάβατε να του πείτε όλα τα «ευχαριστώ» που θέλατε; τον ρωτώ; «Όσα δεν πρόλαβα να του εκφράσω –και όχι μόνο τα “ευχαριστώ”– του τα λέω μέσα από αυτό το άλμπουμ...» απαντά.

 


©Jessica Lehrman/The New York Times

 

Διαλογισμός και ευθύνη

Επτά μήνες μετά τον θάνατο του σπουδαίου τραγουδοποιού και ποιητή, τον Νοέμβριο του 2016, ο γιος του –«πενθώντας ακόμη και πονώντας αβάσταχτα στη σκέψη ότι αυτή η πηγή σοφίας και έμπνευσης δεν θα υπήρχε στο εξής δίπλα μου»– μπήκε στο στούντιο. Πώς ήταν να δουλεύει με τον Λέοναρντ... χωρίς τον Λέοναρντ; «Ήταν μια διαδικασία βαθύτατου διαλογισμού. Ο πατέρας μου ήταν το σημαντικότερο και πιο επιδραστικό πρόσωπο στη ζωή μου. Πολλά συναισθήματα, λοιπόν, μου προκάλεσε η δημιουργία αυτού του άλμπουμ: ένιωσα τιμή, συγκίνηση, αλλά και τεράστια ευθύνη. Είχα μια αποστολή και έπρεπε να τη φέρω εις πέρας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Έπρεπε να φανώ αντάξιος απέναντι όχι μόνο στον γονιό μου αλλά και σε έναν τόσο σημαντικό καλλιτέχνη».

Έμαθε πράγματα για τον πατέρα του τα οποία ίσως δεν γνώριζε προηγουμένως, μέσα από αυτό το ταξίδι με τους ανέκδοτους στίχους του; «Καινούργια πράγματα; Όχι. Δεν υπήρξαν εκπλήξεις. Όμως συνειδητοποίησα για μία ακόμα φορά ότι στον πυρήνα του έργου του είναι αυτό που οι Έλληνες αποκαλείτε “charmolypi”, ένας σπάνιος συνδυασμός χαράς και λύπης. Είχε μια υπέροχη ελαφράδα στον τρόπο που αντιμετώπιζε το καθετί, αλλά ταυτόχρονα μπορούσε να εμβαθύνει με μοναδικό τρόπο σε ό,τι κέντριζε το ενδιαφέρον του». 

Πολλοί γνωστοί καλλιτέχνες στάθηκαν δίπλα στον 47χρονο μουσικό για να ολοκληρωθεί το «Thanks for the dance»: η Λέσλι Φάιστ στα φωνητικά, ο Μπεκ παίζοντας κιθάρα, ο Ντέιμιεν Ράις, ο Ρίτσαρντ Ριντ Πάρι των Arcade Fire, ο Μπράις Ντέσνερ των The National, η Σάρον Ρόμπινσον, ο Χαβιέρ Μας μεταξύ άλλων. «Ο Λέοναρντ Κοέν έχει αφήσει το σημάδι του στην κοινωνία και στην τέχνη. O λόγος του διδάσκεται σε πανεπιστήμια. Τα τραγούδια του ακούγονται σε χριστιανικές και εβραϊκές εκκλησίες, σε ραδιόφωνα, ταξί και kafenia, σε όλο τον κόσμο», λέει ο γιος του. «Όλοι αυτοί που τόσο γενναιόδωρα συνέβαλαν στο άλμπουμ δεν το έκαναν για να τραβήξουν την προσοχή, αλλά για να βρουν τη γαλήνη οι ίδιοι, αποτίνοντας φόρο τιμής σε εκείνον. Σύμφωνα με την εβραϊκή παράδοση, ξέρετε, οι συγγενείς και οι φίλοι του νεκρού αφήνουν μια μικρή πέτρα πάνω στον τάφο του. Κάπως έτσι έγινε και σε αυτή την περίπτωση. Όσοι έρχονταν στο στούντιο έφερναν μαζί τους και μια “πέτρα” – αγάπης και σεβασμού».

 


Ο Άνταμ Κοέν με τον Μπεκ,στα Barefoot Studios στο Λος Άντζελες.

 

Από τον πατέρα Κοέν στον άντρα Κοέν

Ζητώ από τον Άνταμ Κοέν να κάνει μια αποτίμηση όσων έχει κληροδοτήσει ο πατέρας του – στον ίδιο και σε όλο τον κόσμο, που αγαπά το έργο του και εμπνέεται από αυτό. «Η αγάπη μου μάλλον δεν μου επιτρέπει να είμαι αντικειμενικός, αλλά τελευταία σκέφτομαι πολύ τον άντρα Κοέν, όχι τον πατέρα μου. Tον θαυμάζω και τον εκτιμώ ολοένα και περισσότερο για τις αποφάσεις που πήρε – τις τόσο ξεχωριστές, ενδιαφέρουσες, σημαντικές, απρόσμενες. Όπως το να πάει το 1959, σε ηλικία 25 ετών, στην Ύδρα, που ήταν ένα άγνωστο, φτωχικό ψαροχώρι, και να δώσει 1.500 δολάρια για να αγοράσει ένα μικρό σπίτι, το οποίο δεν είχε καν ηλεκτρικό ή νερό – αμφιβάλλω αν είχε και vothro τότε. Θαυμάζω και εκτιμώ και τον τρόπο που υπηρέτησε την ποίηση και τη μουσική. To μόνο που τον έκανε να αισθάνεται πλήρης ήταν το να “μαυρίζει σελίδες”, όπως έλεγε, δηλαδή να γράφει. Πολύ νωρίς αισθάνθηκε ότι είχε εντολή από τον Θεό να βυθιστεί στο σκοτάδι και στη συνέχεια να αναδυθεί και πάλι στο φως με ένα μήνυμα για τους άλλους ανθρώπους. Υποβλήθηκε σε αυτή τη δοκιμασία με μοναστική αφοσίωση, όπως οι kalogeroi στο Άγιον Όρος. Η ζωή του ήταν μια καθημερινή άσκηση γενναιοδωρίας και συμπόνιας, χωρίς να επικρίνει τους άλλους ή να τους κακολογεί. Όσα όμορφα και σημαντικά μας άφησε κάνουν τον κόσμο μας καλύτερο... Με ρωτούν συχνά: Τι ήταν τελικά ο Λέοναρντ Κοέν; Ποιητής, μουσικός ή φιλόσοφος; Ηδονιστής ή ερημίτης; Εβραίος ή βουδιστής; Ήταν μια σύνθεση αυτών. Όπως η αληθινή Ελλάδα δεν είναι μόνο ο ήλιος, η θάλασσα και τα άσπρα σπιτάκια με τα μπλε πορτοπαράθυρα, η feta και το karpouzi, το tavli και το rebetiko... Είναι όλα αυτά μαζί και άλλα τόσα». 

Σε μια «Κιβωτό τραγουδιών», ποια θα επέλεγε να σώσει από το τεράστιο corpus τραγουδιών του πατέρα του; «Η προφανής απάντηση θα ήταν: τo “Hallelujah”, το “So long Marianne” και το “Dance me to the end of love”. Aλλά επειδή είμαι βέβαιος ότι με αυτή την κιβωτό κι άλλοι θα ήθελαν να μεταφέρουν στο μέλλον τα συγκεκριμένα τραγούδια, αυτό μου δίνει την πολυτέλεια να επιλέξω κάποια λιγότερο γνωστά, όπως το “Field Commander Cohen”, το “Avalanche”, το “Chelsea Hotel” ή το “Famous blue raincoat”, που είναι και από τα πιο αγαπημένα μου». 

 


Το σημειωματάριο του Άνταμ με τα τραγούδια του άλμπουμ.

 

Πάντα η Ύδρα

Το περασμένο καλοκαίρι, ο Άνταμ Κοέν ταξίδεψε για μία ακόμα φορά στην αγαπημένη του Ύδρα με την οικογένειά του. Είναι μια παράδοση που δεν αλλάζει. «Νιώθω όπως όλοι οι Έλληνες της diasporas», λέει. «Σκέφτομαι την Ελλάδα περισσότερο ίσως από όσους ζείτε εκεί, ακριβώς γιατί εγώ δεν έχω αυτή τη δυνατότητα, γιατί μου λείπει. Όταν επικοινωνώ με ανθρώπους στα αγγλικά ή στα γαλλικά και ακούω λέξεις με ελληνική ρίζα, όπως καρδιολογία ή νοσταλγία, συγκινούμαι πραγματικά. Ή όταν βρίσκομαι σε κάποιο ελληνικό μαγαζί στo Μόντρεαλ και βλέπω τους θαμώνες να παίζουν tavli. Ή όταν μαγειρεύω στο σπίτι gemista. Η Ελλάδα είναι βασική ενασχόληση –μη σας πω και εμμονή– στο μυαλό κάθε Κοέν», προσθέτει γελώντας.

Πριν αποχαιρετιστούμε, μια τελευταία ερώτηση:

– Μοιάζετε, τελικά, στον Λέοναρντ Κοέν; 

– Όχι αρκετά. Όχι αρκετά... Είναι κλισέ, ίσως, να λέμε καλά λόγια για όσους έχουν πεθάνει, αλλά οι αρετές του πατέρα μου ήταν πάρα πολλές. Μακάρι να τις πάρει ο 12χρονος γιος μου, ο Κάσιους, από τον papou του... ■

Λέοναρντ Κοέν, «Thanks for the dance». Κυκλοφορεί στην Ελλάδα από την Panik Records.

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ