ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Η Ελλάκτωρ βάζει τα «ασημικά» της στο ομόλογο των 600 εκατ. ευρώ

ΝΙΚΟΣ ΡΟΥΣΑΝΟΓΛΟΥ

Η ΑΚΤΩΡ Παραχωρήσεις διαθέτει ένα χαρτοφυλάκιο συμμετοχών σε εταιρείες εκμετάλλευσης οδικών αξόνων με μέση διάρκεια σύμβασης τα 16 χρόνια, πλην της Αττικής Οδού που ολοκληρώνεται το 2024, και αυτός είναι ο λόγος που η διάρκεια του ομολόγου που σχεδιάζει ο όμιλος λήγει το 2024.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Με στόχο τη διαφοροποίηση σε σχέση με άλλες πρόσφατες εκδόσεις εταιρικών ομολόγων ελληνικών εταιρειών, θα προχωρήσει το ομόλογο των 600 εκατ. ευρώ που σχεδιάζει ο όμιλος Ελλάκτωρ. Για τον λόγο αυτό, η διοίκηση του ομίλου επέλεξε τελικά να εντάξει στην εκδότρια του ομολόγου εταιρεία Ellaktor Value Plc., αποκλειστικά και μόνο τα «ασημικά» της, δηλαδή τις δραστηριότητες εκείνες που προσφέρουν το υψηλότερο περιθώριο λειτουργικού κέρδους και επιπλέον εγγυώνται συγκεκριμένες ροές εσόδων για τα επόμενα χρόνια. Σύμφωνα με στελέχη του ομίλου, ουσιαστικά προσφέρεται ένα επενδυτικό προϊόν με ελάχιστη εγγυημένη απόδοση της τάξεως του 4% στους επενδυτές που θα αγοράσουν ομολογίες, χωρίς αυτό να «βαρύνεται» από δραστηριότητες όπως οι κατασκευές ή τα ακίνητα, που έχουν μεγαλύτερη μεταβλητότητα.

Ο στόχος είναι να αυξηθεί κατακόρυφα η ελκυστικότητα του ομολόγου στη διεθνή επενδυτική κοινότητα και να εξασφαλιστεί η επιτυχία της έκδοσης, η οποία αποτελεί κρίσιμο σταυροδρόμι στην πορεία της διοίκησης Καλλιτσάντση προς την εξυγίανση και αναδιοργάνωση του ομίλου Ελλάκτωρ. Τα 600 εκατ. ευρώ θα μειώσουν κατακόρυφα τον καθαρό δανεισμό του ομίλου, ο οποίος σήμερα ανέρχεται σε 815 εκατ. ευρώ (πλέον ρευστών διαθεσίμων της τάξεως των 180 εκατ. ευρώ) και θα απελευθερώσουν ρευστότητα, η οποία στη συνέχεια θα μπορέσει να χρηματοδοτήσει νέες επενδύσεις. Επίσης, θα επιτραπεί και η αποδέσμευση περιουσιακών στοιχείων, που σήμερα δεν μπορούν να αξιοποιηθούν, διότι είναι δεσμευμένα ως εγγυήσεις έναντι δανείων. Με βάση τη σημερινή εικόνα, το περιθώριο για την περαιτέρω ανάπτυξη του ομίλου είναι μικρό, διότι παρά την αύξηση των λειτουργικών εσόδων, το μεγαλύτερο μέρος τους κατευθύνεται στην εξυπηρέτηση του δανεισμού και άλλων υποχρεώσεων, ενώ παράλληλα η δυνατότητα μόχλευσης νέων κεφαλαίων είναι εξαιρετικά περιορισμένη.

Τρεις πυλώνες ανάπτυξης

Σύμφωνα με τα στοιχεία που αναφέρονται σε σχετική παρουσίαση του ομίλου, με αφορμή την έκδοση του εν λόγω ομολόγου, οι τρεις πυλώνες της ανάπτυξής του θα είναι οι παραχωρήσεις, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και η διαχείριση απορριμμάτων, δηλαδή δραστηριότητες που επιτρέπουν την παραγωγή σταθερών ροών εσόδων σε βάθος χρόνου και ταυτόχρονα προσφέρουν εξαιρετικό περιθώριο λειτουργικού κέρδους. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τη διάρκεια του τελευταίου 12μήνου (που ολοκληρώθηκε στο τέλος του φετινού Σεπτεμβρίου), το περιθώριο του τομέα των παραχωρήσεων ανήλθε σε 75,5%, καθώς τα έσοδα ήταν 208 εκατ. ευρώ και τα λειτουργικά κέρδη (EBITDA) άγγιξαν τα 157 εκατ. ευρώ. Αντίστοιχα, ο τομέας των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (αιολικά πάρκα), μέσω της «Ανεμος», που απορροφήθηκε πρόσφατα από τον όμιλο Ελλάκτωρ, προσφέρει περιθώριο 72%, με τα έσοδα να ανέρχονται σε 66 εκατ. ευρώ και τα κέρδη EBITDA σε 48 εκατ. ευρώ.

Ειδικά ο τομέας αυτός προσφέρει σημαντική προοπτική, καθώς η μέση συμβαιολοποιημένη ταρίφα για την «Ελλάκτωρ» κυμαίνεται πάνω από τα 90 ευρώ ανά MW, ενώ κάθε MW υπολογίζεται πως παράγει 114.000 ευρώ λειτουργικές ροές. Το γεγονός αυτό σημαίνει πως με τα 296 MW που διαθέτει σήμερα η «Ελλάκτωρ» παράγει σε ετήσια βάση 33 εκατ. ευρώ λειτουργικές ροές, ενώ με τα 491 MW που θα έχει σε λειτουργία το 2020 θα παράγει 56 εκατ. ευρώ λειτουργικές ροές. Μέχρι τις αρχές του 2020, θα προστεθούν 196 MW στο δυναμικό της εταιρείας και επιπλέον 87 MW εντός του 2020.

Αντίστοιχα, η ΑΚΤΩΡ Παραχωρήσεις διαθέτει ένα χαρτοφυλάκιο συμμετοχών σε εταιρείες εκμετάλλευσης οδικών αξόνων με μέση διάρκεια σύμβασης τα 16 χρόνια, πλην της Αττικής Οδού που ολοκληρώνεται το 2024. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η διάρκεια του ομολόγου που σχεδιάζει ο όμιλος λήγει το 2024. Σημειωτέον ότι μέχρι να ολοκληρωθεί η σύμβαση της Αττικής Οδού, ο όμιλος αναμένει την είσπραξη μερισμάτων ύψους 50 εκατ. ευρώ ετησίως, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη τυχόν αύξηση της κυκλοφορίας μέχρι τότε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ