ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Ελληνικό κόσμημα, μια ιστορία 6.000 ετών

ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ

Το ελληνικό κόσμημα μετράει 6.000 χρόνια ζωής. Μια ξενάγηση στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, οργανωμένη από τον Σύλλογο Αργυροχρυσοχόων Αθηνών, επιβεβαιώνει την εντυπωσιακή αδιάρρηκτη συνέχεια. Ωστόσο, η τέχνη αυτή, που διαθέτει από τα πιο οργανωμένα δίκτυα παραγωγής στο ιστορικό κέντρο των Αθηνών, χωρίς εκπαίδευση και στήριξη από την πολιτεία, αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα επιβίωσης.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Είναι από τα λίγα ανθρώπινα δημιουργήματα, τα κοσμήματα, που εκφράζουν τόσο εύγλωττα την αίσθηση της συνέχειας. Περιδέραια, ενώτια, δαχτυλίδια, βραχιόλια, πόρπες, σφηκωτήρες για τα μαλλιά, φυλακτά, της μινωικής και μυκηναϊκής εποχής, των κλασικών, ελληνιστικών χρόνων μοιάζουν σαν να τεχνουργήθηκαν χθες. Αυτή τη γεύση άφησε η χθεσινή ξενάγηση στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο που διοργανώθηκε από τον Σύλλογο Αργυροχρυσοχόων Αθηνών όπως και η συζήτηση που ακολούθησε για τις 6.000 χρόνια αδιάλειπτης ιστορίας του ελληνικού κοσμήματος και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα ο κλάδος. Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο διαθέτει από τις σημαντικότερες στον κόσμο σχετικές συλλογές. Κοσμήματα που κατασκευάστηκαν με σφυρηλάτηση ή χύτευση και διακοσμήθηκαν με πληθώρα τεχνικών, την έκτυπη, τη συρματερή, την εγχάραξη, την κοκκίδωση. Ορισμένες από τις τεχνικές αυτές επιβιώνουν έως σήμερα.

«Λέγεται ότι ο άνθρωπος φόρεσε κοσμήματα, φτιαγμένα από κοχύλια, πέτρες, κόκαλα, νύχια άγριων ζώων, ξύλα, πριν χτίσει το σπίτι του ή καλλιεργήσει τη γη. Το αρχαιότερο κόσμημα τοποθετείται 80.000 ή 120.000 χρόνια πριν. Φορώντας ένα κόσμημα κατά κάποιο τρόπο ο άνθρωπος έδειχνε ότι είχε επίγνωση της διαφοράς του από τα άλλα όντα, ότι είχε συνείδηση της ύπαρξής του. Το κόσμημα ήταν το φυλαχτό του, το διακριτικό του, δείγμα καταξίωσης, ισχύος», λέει στην «Κ» η Ντόλυ Μπουκογιάννη, αναπληρώτρια γενική γραμματέας του Συλλόγου Αργυροχρυσοχόων Αθηνών.


Δικτυωτό χρυσό κόσμημα κεφαλής με ανάγλυφη προτομή της Αρτεμης. Από τη Θεσσαλία. 3ος αι. π.Χ. 

«Το επάγγελμα του αργυροχρυσοχόου ήταν από την αρχαιότητα απολύτως προφυλαγμένο και κλειστό – τα εργαστήρια βρίσκονταν μέσα στα παλάτια, για λόγους προστασίας και συγκέντρωσης. Στην εποχή μας, στην Ελλάδα, τα εργαστήρια εξελίχθηκαν σε μικρές συνήθως οικογενειακές μονάδες, με προβλήματα εξωστρέφειας και έλλειμμα εμπειρίας σχετικά με όσα συμβαίνουν παγκοσμίως στον χώρο. Δύσκολα συνεργάζονται μεταξύ τους με σκοπό να δημιουργήσουν συνεταιρισμούς, ώστε, π.χ., να μπορούν να ενταχθούν ως clusters σε ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις», συνεχίζει η κ. Μπουκογιάννη.

«Ωστόσο, το ελληνικό κόσμημα, παρά τις αντίξοες συνθήκες, έχει κάνει βήματα. Από τη δεκαετία του ’60, παράλληλα με την κλασική αργυροχρυσοχοΐα, αναπτύχθηκε το “εικαστικό κόσμημα”. Στις δεκαετίες του ’70 και του ’80, κοσμήματα συνήθως φτιαγμένα με οικονομικά υλικά, από καλλιτέχνες και νέους προερχόμενους από διαφορετικούς τομείς επιβεβαίωσαν την αδιάλειπτα εξελισσόμενη πορεία του. Επίσης, ο τουρισμός λειτούργησε θετικά δημιουργώντας ένα νέο κοινό για τους κοσμηματοποιούς, οι οποίοι ανταποκρίθηκαν με μεγάλη ποικιλία από νέα σχέδια και δημιουργίες. Σήμερα βλέπουμε, από τη μια πλευρά, τη δυνατή παγκόσμια παρουσία ενός πολύ μικρού αριθμού Ελλήνων κοσμηματοποιών και από την άλλη, το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγικής μας δύναμης, τα εργαστήρια, να αντιμετωπίζει σοβαρότατα προβλήματα επιβίωσης. Ο μαρασμός των μικρών εργαστηρίων αλλά και η αδυναμία τους να ανταποκριθούν στην εκτόξευση του τουρισμού, τείνει δυστυχώς να μετατρέψει τη χώρα μας σε σημείο πώλησης των κοσμημάτων της Κίνας, της Τουρκίας και άλλων χωρών, τα οποία εισάγονται ακατάπαυστα», σημειώνει η κ. Μπουκογιάννη.


Χρυσός ναΐσκος διακοσμημένος με ένθετους ημιπολύτιμους λίθους, 3ος αι. π.Χ. 

Ο Σύλλογος Αργυροχρυσοχόων Αθηνών ζητεί την ένταξη της τέχνης και της τεχνικής τού κοσμήματος στην ανώτατη εκπαίδευση και συγκεκριμένα στη Σχολή Καλών Τεχνών. Επίσης, την αναγνώριση του ελληνικού κοσμήματος από το κράτος ως προϊόντος πολιτιστικής κληρονομιάς και την ένταξη των χαρακτηριστικών τεχνικών στην πλατφόρμα της Αϋλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ουνέσκο. Από τα μεγαλύτερα προβλήματα των αργυροχρυσοχόων είναι η επιβολή ειδικού φόρου πολυτελείας σε κοσμήματα άνω των 1.000 ευρώ και στις εισαγόμενες πρώτες ύλες (πέτρες, μαργαριτάρια, κοράλλια κ.λπ.), καθώς επιβαρύνει το κόστος πώλησης των προϊόντων, καθιστώντας τα μη ανταγωνιστικά. Και ζητούν την κατάργησή του. Οπως τονίζουν, ένα κόσμημα 2.500 ευρώ στην Ελλάδα, πωλείται 2.000 στην Ιταλία και 1.600 στην Τουρκία.


Χρυσό βραχιόλι με μορφή φιδιού, 200 π.Χ. 

Επίσης ζητούν την προστασία της μικρής κοινωνίας τους, που κινδυνεύει από την Airbnb, στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας. «Στους ορόφους των απρόσωπων πολυκατοικιών του κέντρου συγκεντρώνονταν εκατοντάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις αργυροχρυσοχοΐας, εργαστήρια σε χώρους μικρούς – ιδανικούς για τη μετατροπή τους σε Airbnb κατοικίες», λέει η Σοφία Αυγερινού, ομότιμη καθηγήτρια στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. «Παρά την κρίση, εξακολουθούν να επιβιώνουν, καθώς το κόσμημα είναι πολιτιστικό προϊόν, συνδέεται με τις στιγμές της χαράς, της λύπης των ανθρώπων, με κοινωνικά γεγονότα. Υπάρχει ένας καταμερισμός στην παραγωγή, άλλος σκαλίζει, άλλος κάνει την ένθεση των πετραδιών, άλλος γυαλίζει, είναι σαν ένα μεγάλο εργαστήριο. Αυτά τα δίκτυα, που έχουν δημιουργηθεί με παραγωγικό και κοινωνικό χαρακτήρα, είναι που τους κρατούν ζωντανούς. Αν διαρραγούν, ο κλάδος θα υποστεί πλήγμα. Οι αρμόδιοι φορείς μπορούν να τους στηρίξουν να παραμείνουν στην αγορά. Μπορούν να διοργανωθούν εκθέσεις, ειδικές διαδρομές. Το κόσμημα συνδέεται άρρηκτα με την ταυτότητα της Αθήνας», καταλήγει η κ. Αυγερινού.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ