Στέφανος Κασιμάτης ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ

Ευκαιρία αναστοχασμού

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αν κρίνω από το απαράμιλλο γούστο τους στα πουλόβερ, δεν θα απέκλεια αυτό που συμβαίνει εδώ να είναι σεξουαλική παρενόχληση...

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΦAΛHPEYΣ

«Οχι ότι στερείται σημασίας, αλλά, με τόσα θέματα ανοικτά, το πρόσωπο του επόμενου Προέδρου της Δημοκρατίας είναι το τελευταίο που απασχολεί τον ελληνικό λαό». Είναι μια άποψη που ακούγεται, κάθε φορά που μια αφορμή αναζωπυρώνει τη συζήτηση για την προεδρική εκλογή του ερχόμενου Ιανουαρίου. Αλλοτε εκφράζει ανομολόγητες προθέσεις –π.χ., την παράταση της θητείας του σημερινού Προέδρου–, άλλοτε είναι ειλικρινής και εκφράζει μια πουριτανική σοβαρότητα, που δεν ξέρεις ποτέ αν είναι η σοβαροφάνεια μεταμφιεσμένη. Και στις δύο περιπτώσεις, πάντως, όσοι το υποστηρίζουν κάνουν λάθος.

Για τον περισσότερο κόσμο, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ένας κύριος, που η δουλειά του είναι να απευθύνεται δημόσια προς το έθνος – τουλάχιστον, επί προεδρίας του κ. Παυλόπουλου, συνηθίσαμε στα τρία με πέντε λογύδρια εβδομαδιαίως. Ανεξαρτήτως του αν ο σημερινός Πρόεδρος έκανε κατάχρηση αυτής της δυνατότητας του ρόλου του, βασικό μέρος της δουλειάς του εκάστοτε Προέδρου στο εσωτερικό της χώρας είναι, μέσα από τις περιστάσεις και τις αφορμές της επικαιρότητας, εκείνος να αναδεικνύει αυτά που μας ενώνουν, που μπορούν να μας εμπνεύσουν και να μας κατευθύνουν προς την πρόοδο. Ο δημόσιος λόγος του, δηλαδή, οφείλει να είναι πατριωτικός, ενωτικός, διδακτικός (όταν χρειάζεται), μα προπαντός σύγχρονος. Γιατί, αν δεν είναι σύγχρονος, δεν θα τον ακούσει κανένας.   

Η πρόσφατη δήλωση του κ. Προκόπη Παυλόπουλου, με αφορμή τη νίκη του Στέφανου Τσιτσιπά («απέδειξες στο διεθνές αθλητικό στερέωμα και όχι μόνο τι σημαίνει Ελλάδα και τι σημαίνει πραγματικός Ελληνας»), είναι το ιδανικό παράδειγμα του είδους του δημόσιου λόγου που όχι μόνο δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα, αλλά είναι και επικίνδυνος, καθώς συνδέει τη φυσική υπεροχή του Ελληνα με τη γνησιότητα της ελληνικότητάς του. Δυστυχώς, όλες οι επίσημες δηλώσεις του κ. Παυλόπουλου, ανεξαρτήτως του αν γίνονται σε εγκαίνια ή εξ αφορμής εθνικών επετείων, είναι πάντα σε αυτό το πνεύμα. Πολλοί το χαρακτηρίζουν «εθνικιστικό». Προσπερνώ το ζήτημα της ορολογίας, διότι με ενδιαφέρει να περιγράψω πώς η συγκεκριμένη αντίληψη περί Ελλάδος, την οποία προάγει ο Πρόεδρος με τη ρητορεία του, εν τέλει βλάπτει την Ελλάδα. Είναι κάτι που μας κάνει κακό, υπό την έννοια ότι μας εμποδίζει να προχωρήσουμε με αληθινή αυτοπεποίθηση στο μέλλον.

Η πεποίθηση ότι ο πραγματικός Ελληνας και η πραγματική Ελλάδα αποδεικνύονται με την κυριαρχία επί των άλλων προέρχεται από την αυθαίρετη πεποίθηση, που έχει τις ρίζες της στον 19ο αιώνα, περί φυσικής υπεροχής του ελληνικού έθνους, που αναγεννάται σαν τον φοίνικα κ.λπ. Αυτό μπορεί να ήταν χρήσιμο σε μια εποχή οικοδόμησης του ελληνικού έθνους-κράτους και επέκτασης της επικράτειας σε περιοχές με ελληνική ιστορία και ελληνόφωνους πληθυσμούς. Η διαιώνισή της, όμως, σήμερα, σε έναν κόσμο όπου η Μεγάλη Ιδέα ακούγεται ως αστείο ή παραφροσύνη, τι χρησιμότητα μπορεί να έχει;

Μόνο μία. Τροφοδοτεί το κόμπλεξ του μονίμως αδικημένου Ελληνα, που οδηγεί στη δυσπιστία προς την ευρωπαϊκή Δύση, στην απουσία πραγματικής αυτοπεποίθησης απέναντι στους ξένους και, φυσικά, στη συνωμοσιολογική σκέψη. Οι μόνοι που ευνοούνται από μια τέτοια κατάσταση είναι ένα κατεστημένο της εξουσίας, που έχει χτιστεί, δεκαετίες τώρα, γύρω από τη διαιώνιση του μύθου. (Πώς νομίζετε τα μοναστήρια στα Μετέωρα έχτιζαν ανενόχλητα ό,τι ήθελαν, μέχρι και υπόγεια γκαράζ;)

Νομίζω ότι αυτό θα πρέπει να μας απασχολήσει σοβαρά, ενόψει του 2021, που προσφέρει μια σπουδαία ευκαιρία για αναστοχασμό της εθνικής μας πορείας. Διότι ο μύθος έχει σοβαρές επιπτώσεις στην πρόοδό μας. Οταν ξεκινάς με τη βαθιά πεποίθηση ότι το ιστορικό πεπρωμένο μας είναι πως είμαστε οι καλύτεροι, δηλαδή να κυριαρχούμε, πώς να εκτιμήσεις μετά τα επιτεύγματα αυτού του έθνους, στα τελευταία διακόσια χρόνια της ιστορίας του ως κράτους; Αναγκαστικά, εστιάζεις στην αποτυχία του ονείρου, π.χ. ο ξεριζωμός του μικρασιατικού και ποντιακού ελληνισμού και, την ίδια ώρα, αγνοείς το τεράστιο επίτευγμα της ενσωμάτωσης των προσφύγων και την ενδυνάμωση του εθνικού κορμού. Και μάλιστα, σε μια Ελλάδα που είχε μόλις περάσει ένα Διχασμό και ένα δεκαετή πόλεμο.

Επίσης, πώς να εκτιμήσεις ότι, έπειτα από έναν άλλο, σχεδόν δεκαετή πόλεμο, Παγκόσμιο και Εμφύλιο, καταφέραμε μόλις τριάντα χρόνια αργότερα να είμαστε μέσα στον πολιτικό πυρήνα της Ευρώπης, με την Ελλάδα πλήρες μέλος της τότε ΕΟΚ; Και ακόμη σήμερα, πώς να εκτιμήσεις ότι παρά την τεράστια απώλεια εθνικού εισοδήματος, είμαστε ακόμη μέσα στα είκοσι τόσα (δεν θυμάμαι τον ακριβή αριθμό) πλουσιότερα κράτη του ΟΟΣΑ; Οταν το πεπρωμένο μας είναι το μεγαλείο, πώς στο καλό να εκτιμήσουμε και να σεβαστούμε αυτά που πετύχαμε;

Η ρεαλιστική εκτίμηση των επιτευγμάτων της Ελλάδας τα τελευταία 200 χρόνια είναι ο ασφαλής τρόπος για να πετύχουμε την πρόοδο, γιατί έτσι θα χτίσουμε πάνω σε πραγματικές και στερεές βάσεις. Ο μηρυκασμός μύθων του 19ου αιώνα μάς εμποδίζουν να το κάνουμε. Αυτός είναι, νομίζω, ο σοβαρότερος λόγος για τον οποίο δεν πρέπει να ανανεωθεί η θητεία του σημερινού Προέδρου. Για τη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας, η χώρα χρειάζεται έναν άνθρωπο σύγχρονο, έναν Ελληνα του κόσμου. Κάποιον ο οποίος, πέραν των άλλων απαραιτήτων προσόντων, θα ξεπερνά τους ορίζοντες του εσωστρεφούς επαρχιωτισμού. Δεν είναι δυνατόν, λ.χ., ο Ελληνας Πρόεδρος να συναντά τον Κινέζο ομόλογό του και το μόνο που έχει να του πει να είναι η πασίγνωστη λίστα με τα παράπονα της πάντα αδικημένης Ελλαδίτσας!

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ