Κατερίνα Σώκου ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΩΚΟΥ

Σε δύσκολη συγκυρία επίσκεψη στον Λ. Οίκο

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Είναι μια δύσκολη συγκυρία για μια επίσκεψη στον Λευκό Οίκο. Στις 7 Ιανουαρίου, όταν ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης θα συναντηθεί στην Ουάσιγκτον με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, είναι πιθανόν εκείνος να έχει παραπεμφθεί ήδη σε δίκη στη Γερουσία. Ενα τέτοιο ενδεχόμενο θα δηλητηριάσει ακόμη περισσότερο το πολιτικό κλίμα στις ΗΠΑ, απορροφώντας όλη την προσοχή του προέδρου και του αμερικανικού πολιτικού κόσμου. Επιπλέον, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έχουν εισέλθει σε εκλογικό έτος, κάτι που αυξάνει ακόμη περισσότερο το διακύβευμα.

Ηδη σχεδόν κάθε πρωτοβουλία, συνάντηση ή δήλωση του Λευκού Οίκου διέπεται από μια προεκλογική λογική, ώστε να προωθεί τις υποσχέσεις του προέδρου προς την εκλογική του βάση και να επιβεβαιώνει την επιτυχία του στην ηγεσία των ΗΠΑ.

Υπό αυτό το πρίσμα, και χωρίς να είναι βέβαια υψηλά στο ραντάρ του ως προτεραιότητα, οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις συνιστούν ένα παράδειγμα επιτυχίας για τον πρόεδρο Τραμπ. Οι διμερείς σχέσεις είναι εξαιρετικές, η αμυντική συνεργασία επίσης, η οικονομική συνεργασία ενισχύεται, ενώ το διμερές εμπόριο είναι πλεονασματικό για τις ΗΠΑ, με τις αμερικανικές εισαγωγές στην Ελλάδα να υπερβαίνουν τις ελληνικές εξαγωγές στις ΗΠΑ. Το εμπορικό ισοζύγιο είναι σχεδόν τόσο σημαντικό για τον πρόεδρο όσο η δημιουργία θέσεων εργασίας στις ΗΠΑ. Το 2016, κατά την προηγούμενη συνάντησή του στον Λευκό Οίκο με τον τότε πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα, ο πρόεδρος Τραμπ εστίασε στην αναβάθμιση των ελληνικών F-16, μια συμφωνία που όσο μικρή και αν ήταν για τα αμερικανικά δεδομένα, παρουσιάστηκε ως ένα παράδειγμα δημιουργίας θέσεων εργασίας στις ΗΠΑ.

Οι σχέσεις με τον υπόλοιπο κόσμο, συμμάχους ή αντιπάλους των ΗΠΑ, εντάσσονται μέσα σε μια συναλλακτική λογική. Οσο απρόβλεπτος και αν είναι ο πρόεδρος Τραμπ, η προσέγγισή του είναι ξεκάθαρη: Τι μπορώ να πάρω που θα καταγραφεί θετικά στο πολιτικό μου ενεργητικό. Η ανακοίνωση της επίσημης επίσκεψης από τον Λευκό Οίκο δείχνει ποια θέματα τον απασχολούν. Η αναφορά στο ΝΑΤΟ δεν είναι τυχαία. Το γεγονός ότι η Ελλάδα δαπανά πάνω από το 2% του ΑΕΠ της για την άμυνα είναι θετικό, διότι για τον πρόεδρο Τραμπ αυτό σημαίνει ότι συνεισφέρει όσα της αναλογούν στη Συμμαχία.

Στην αμερικανική ατζέντα θα βρεθεί όμως και το ζήτημα της ανάπτυξης του δικτύου κινητής τηλεφωνίας 5G, καθώς οι ΗΠΑ προσπαθούν να μπλοκάρουν την τεχνολογία της κινεζικής  Huawei από τις συμμαχικές τους χώρες. Αυτό δεν συνιστά προτεραιότητα μόνον του προέδρου Τραμπ, αλλά και των συμβούλων ασφάλειας των ΗΠΑ – και συνδέεται με το δεύτερο ζήτημα, την κακόβουλη επιρροή δυνάμεων όπως η Ρωσία και η Κίνα στην περιοχή.

Θετικά εξακολουθεί να μετράει σε αυτό το επίπεδο η συνεισφορά της Ελλάδας στη σταθεροποίηση των Δυτικών Βαλκανίων, περιοχή που θεωρείται ιδιαιτέρως ευάλωτη στην κακόβουλη επιρροή της Ρωσίας. Η καλή εικόνα είναι αποτέλεσμα της συμφωνίας των Πρεσπών και της αποδοχής της και από τη Νέα Δημοκρατία ως κυβέρνηση, κάτι που άνοιξε τον δρόμο για την ένταξη της Βόρειας Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ. Η ελληνική διπλωματική πρωτοβουλία για την αναθέρμανση των διαπραγματεύσεων για την ένταξη Βόρειας Μακεδονίας και Αλβανίας στην Ε.Ε. δεν έχουν περάσει απαρατήρητες από την αμερικανική εξωτερική πολιτική και αξιολογούνται ως παράδειγμα του σταθεροποιητικού ρόλου της χώρας μας στην περιοχή, σε αντίθεση με τις τάσεις υπονόμευσης της συμφωνίας από άλλες περιφερειακές δυνάμεις. 

Η μεγαλύτερη δυσκολία της συνάντησης όμως κρύβεται σε αυτό που λείπει από την ανακοίνωση του Λευκού Οίκου: μια ξεκάθαρη αναφορά στην Τουρκία. Μπορεί η προοπτική μιας δήλωσης στήριξης της Ελλάδας στον Λευκό Οίκο να αποτελεί τη νούμερο ένα προτεραιότητα για την ελληνική πλευρά σε αυτή την επικίνδυνη συγκυρία, αλλά ακόμη και αν την επιτύχει χωρίς κάποια δυσάρεστη έκπληξη από τον πρόεδρο Τραμπ, ο οποίος έχει δηλώσει θαυμαστής του Τούρκου προέδρου, η σημασία της είναι σχετική: ο Αμερικανός πρόεδρος έχει κάνει ένα σωρό δηλώσεις για την Τουρκία μετά την επέμβαση στη βόρεια Συρία, απειλώντας ακόμη και να καταστρέψει την οικονομία της, αλλά μέχρι σήμερα οι απειλές του έχουν αποδειχθεί κενές περιεχομένου. Ακόμη και στο μείζον ζήτημα για τις ΗΠΑ της προμήθειας των ρωσικών πυραυλικών συστημάτων S-400, όπου οι κυρώσεις θα ήταν αυτόματες, ο πρόεδρος έχει μέχρι σήμερα επιτύχει να τις καθυστερήσει.

Η κατευναστική πολιτική του προέδρου Τραμπ έναντι της Τουρκίας δοκιμάζει τα όρια της στρατηγικής των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο. Τώρα που η Τουρκία απαντά με τις δικές της διεκδικήσεις, θα φανεί στην πράξη πόση αξία έχει η ενίσχυση των διμερών σχέσεων και των τριμερών συνεργασιών που καλλιέργησε η αμερικανική εξωτερική πολιτική στην Ανατολική Μεσόγειο.

* Η κ. Κατερίνα Σώκου είναι Nonresident Senior Fellow στο Atlantic Council.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ