Γράμματα Αναγνωστών

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Γραμματα Aναγνωστων

Αν (λέμε) ο Οσκαρ Ουάιλντ ανέβαινε σε τρόλεϊ;

Κύριε διευθυντά
Επανελθών προσφάτως εις το κλεινόν άστυ από την ελληνική ύπαιθρο, διεπίστωσα, για μία ακόμη φορά, ότι όσοι ατυχείς Αθηναίοι χρησιμοποιούν για τις μετακινήσεις τους τα δημόσια λεωφορεία και τρόλεϊ, καθημερινώς υφίστανται ιδιαίτερα για να επιστρέψουν οίκαδε, έναν, ούτως ειπείν, μικρό γολγοθά. Τούτο διότι υπόκεινται, κυριολεκτικώς, εις τας ορέξεις οργανωμένων μειοψηφιών ανηκουσών, κατά το πλείστον, εις ποικιλώνυμες ομάδες της αριστεράς των «δικαιωμάτων» (άνευ όμως ουδεμιάς απολύτως υποχρεώσεως), οι οποίες (ομάδες) διαδηλώνουν ακαταπαύστως, επικαλούμενες «συνταγματικά δικαιώματα», αποκλείουν το κέντρο της πόλης και κατα-ταλαιπωρούν, θα έλεγα μετά σαδισμού, χιλιάδες συμπολίτες μας, οι οποίοι βεβαίως ανήκουν, κατά πλειοψηφία εις τα πτωχότερα και πιο αδύναμα στρώματα των κατοίκων της πρωτευούσης και αδυνατούν να επιστρέψουν στις εστίες τους με άλλο μέσο, παρά μόνον με τις δημόσιες συγκοινωνίες.

Οι διαδηλώσεις αυτές κατακλύζουν την πόλη ακόμη και τα Σάββατα. Υποτίθεται ότι το πράττουν για την επίλυση κάποιων αιτημάτων τους. Το μόνο όμως που κατορθώνουν είναι, ως προελέχθη, να καταταλαιπωρούν κυρίως τους εργαζομένους για τους οποίους, τόσο, υποτίθεται κόπτονται... Ετσι, θα έλεγα, επαληθεύεται κατά κάποιον τρόπο, ο δηκτικός υπαινιγμός του Βρετανού αριστοκράτη, Οσκαρ Ουάιλντ, κατά τον οποίον «κάποτε υπήρξαν μεγάλες προσδοκίες για τη δημοκρατία, αλλά αυτή απλώς σημαίνει τον εκφοβισμό (θα προσέθετα και την ταλαιπωρία) του λαού, από τον λαό, διά του λαού».

Αντωνης Ν. Βενετης


Γεννήθηκε αριστοκράτης (πρώτα ξαδέλφια οι γονείς του), χτυπημένος από σπάνια ασθένεια των οστών. Το σωματικό άλγος –«μισός άνδρας, μισός παιδί»– βασάνιζε και την ψυχή του με αγωγό την ελεεινότητα των πολλών. Αθυρμά τους για το σπιθαμιαίο ανάστημα, ο Ανρί Τουλούζ-Λοτρέκ (1864-1901) δραπέτευσε κάνοντας χρήση του μαγευτικού ταλέντου του, ανταποδίδοντας την αποδοχή των μποέμ, έγινε εξερευνητής της πλουμιστής Μονμάρτρης, αφέθηκε στην απατηλή θαλπωρή των καμπαρέ και των χαμαιτυπείων. Ζωγράφιζε πυρετωδώς, αγαπούσε με πάθος να αποτυπώνει πρόσωπα από «εκείνες» που έδειχναν –έτσι νόμιζε– ότι τον αγαπούσαν. Πλανεύτηκε. Βυθίστηκε σε μια θάλασσα από κρασί, αψέντι και κονιάκ. Επέστρεψε, σαν έτοιμος από καιρό, στην αγκαλιά της πικρής μάνας, για να ξεψυχήσει, ετών 37. Επάνω, η ελαιογραφία του «Στο Μουλέν Ρουζ, ο χορός».

Η φαντασία της αμαρτίας, η ανεκτική έκλυτη Μονμάρτρη, η αυτοκαταστροφική δίψα του Λοτρέκ

Kύριε διευθυντά
Το έργο του Χριστόφορου Χριστοφή «Τoulouse - Lautrec» «Η φαντασία της αμαρτίας», εμπνευσμένο από τη ζωή του μεγάλου ζωγράφου, ανέβηκε για πρώτη φορά στη θεατρική σκηνή σε σκηνοθεσία Παναγιώτη Γεωργούλη. Ιδρυμα Β. και Μ. Θεοχαράκη («Καθημερινή» 31/10).

Δεν δόθηκε μεγάλη δημοσιότητα· όμως η ζωή του Τουλούζ Λοτρέκ είναι ένα ζωντανό παράδειγμα του πώς ο πόνος, σωματικός και ψυχικός, μπορεί να σε οδηγήσει στη δημιουργία. Και εάν ένας άλλος μεγάλος ζωγράφος, ο Μιγέ, έλεγε ότι «δεν θέλω να καταργήσω τον πόνο, γιατί πολλές φορές αυτός κάνει τους ζωγράφους να εκφραστούν όσο γίνεται πιο έντονα», η ζωή του Λοτρέκ τού φέρθηκε σκληρά «χαρίζοντάς του» μεγάλο και συνεχή πόνο.

Από μικρός δοκιμάζει την αρνητική πλευρά της ζωής, χτυπημένος από σπάνια κληρονομική ασθένεια των οστών. Και τη θέση της παιδικής χαράς παίρνουν τα συνεχή κατάγματα των κάτω άκρων, νάρθηκες, ιαματικά λουτρά και, μεγαλώνοντας δυσανάλογα, δημιουργείται ένα τραγελαφικό θέαμα που θα τον συνοδεύει στο υπόλοιπο της σύντομης ζωής του. Από τη μέση και πάνω, ένα φυσιολογικό ανδρικό σώμα και το μισό κάτω παιδικό, προκαλώντας τη θυμηδία και τον οίκτο, πληρώνοντας έτσι αιμομεικτικές αμαρτίες γενεών, αλλά και των ίδιων των γονέων του (ήταν πρώτα ξαδέλφια).

Με αυτή την εμφάνιση και κατάσταση, κατάλαβε ότι δεν είχε πλέον θέση στο αριστοκρατικό περιβάλλον του και θέλοντας να αξιοποιήσει το μοναδικό χάρισμά του, πηγαίνει για σπουδές ζωγραφικής στο Παρίσι κι εκεί παραδίδεται στη ζεστή αγκαλιά της έκλυτης Μονμάρτρης, με τους εκκεντρικούς μποέμ τύπους, οι οποίοι δεν δίνουν σημασία σε τέτοιες εμφανίσεις, και τον Λοτρέκ για πρώτη φορά να μην αισθάνεται κοινωνικά αποκλεισμένος, επαναλαμβάνοντας τη φράση «η ζωή είναι ωραία λοιπόν», πλάθοντας έτσι με το δικό του μυαλό έναν απατηλό ωραίο κόσμο. Κλείνεται μέσα στα διάφορα νυχτερινά κέντρα (καμπαρέ, καφέ-σαντάν, μιούζικ χολ και οίκους ανοχής) όπου οι διάφοροι νυχτόβιοι αναζητούσαν εφήμερες απολαύσεις. Ετσι οι κλειστοί αυτοί χώροι φωτισμένοι από το τεχνικό φως του γκαζιού γίνονται το ντεκόρ του, κάτι σαν αντίποδας του Βερμέερ, όπου εκεί μέσα ζωγραφίζει γυναίκες (χορεύτριες, ηθοποιούς, ακροβάτιδες, τραγουδίστριες και πόρνες, «εκείνες» όπως τις ονομάζει). Και όταν ένας φίλος του τον παρατηρεί τι δουλειά έχει αυτός στα πορνεία, τού απαντά: «Μα, αγαπητέ μου, εδώ μέσα βρήκα επιτέλους κορίτσια στο ύψος μου». Και ζωγραφίζει ασταμάτητα γυναίκες όπως τη Ζαν-Αβρίλ, την Ιβέτ Γκίλμπερτ, την Καό και τις ανώνυμες πόρνες, αποδίδοντας όχι το ιδανικό αλλά το δραματικά αληθινό, την ανθρώπινη πάλη και κυρίως τη γυναικεία εργασία σε αυτό το απάνθρωπο και σκληρό περιβάλλον, βγάζοντας όμως μιαν αθωότητα που έκρυβαν αυτά τα γυναικεία πρόσωπα, ρίχνοντας έτσι τον σπόρο του διαφορετικού από τους προηγηθέντες ιμπρεσιονισμό και ακαδημαϊσμό, ένα σπόρο που θα ανθίσει στη συνέχεια με τους εξπρεσιονιστές. Οταν όμως νόμισε ότι μπορούσε να συνδεθεί σαν άνδρας με τις μούσες του, δοκίμασε τη σκληρή πραγματικότητα και απογοητευμένος το έριξε στο αλκοόλ, το οποίο τελικά τον σκότωσε. Διαισθανόμενος το τέλος του αποχαιρετά τους φίλους του στις 15 Ιουλίου 1901 στο Ορλί. «Δεν θα με ξαναδείτε», τους λέει και γυρίζει σπίτι του για να πεθάνει εκεί όπου γεννήθηκε, σαν τις πέστροφες, κοντά στη μητέρα του, τη μόνη γυναίκα που εξιδανίκευσε και η οποία ήταν γεμάτη τύψεις, αισθανόμενη ενοχή για την τύχη του γιου της. Στις 15 Σεπτεμβρίου αφήνει την τελευταία του πνοή στην αγκαλιά της, ψιθυρίζοντας «Μaman! Vous! Rien que vous! C’ est bougrement dur de mourir!», δηλαδή «μαμά! Εσείς! Μόνον εσείς! Είναι τρομερά σκληρό να πεθαίνεις».

Ηταν ο καλλιτέχνης που μας κληροδότησε ένα σημαντικό έργο με 600 πίνακες, 330 λιθογραφίες, 30 αφίσες και χιλιάδες σχέδια.

Ι.Κ. Γεωργιου, Καρδιολόγος

Τα marginalia ενός εθισμένου αναγνώστη

Κύριε διευθυντά
Αφορμή για την παρούσα, το κείμενο της Γιούλης Επτακοίλη, «Τα πιο σημειωμένα με… μολύβι», ένα ανθολόγιο αποσπασμάτων από βιβλία, στα οποία στάθηκαν συνεργάτες της «Κ» στο φ. της 3ης/12.

Αντίθετα με άλλους που το χαρακτηρίζουν βανδαλισμό, πιστεύω ότι το να σημειώνεις κάτι που βρήκες ενδιαφέρον στις σελίδες ενός βιβλίου, αποτελεί την αμεσότερη μορφή επικοινωνίας μεταξύ αναγνώστη και συγγραφέα.

Συγχρόνως, υποδηλώνει ότι ξέρεις ότι έχεις κατακτήσει τα βιβλία σου. Κι ακόμα, ότι δίνει στον αναγνώστη την ευκαιρία για μια καταγραφή εντυπώσεων και αντιδράσεων της στιγμής. Που, βεβαίως, έχουν ένα γοητευτικό  ενδιαφέρον, όταν τις συναπαντά κανείς με το πέρασμα του χρόνου…

Η συνήθεια αυτή, γνωστή με τον όρο Marginalia, επικράτησε να σημαίνει τις παρασελίδιες σημειώσεις, σκέψεις, ερωτήματα, σχόλια του αναγνώστη ενός βιβλίου πάνω στο περιθώριο (margin) των σελίδων του. Σημάδι μιας, πάντοτε ευκταίας, στοχαστικής, αργής, μοναχικής ανάγνωσης.

Με τα παραπάνω να συνιστούν το λιγότερο, το περισσότερο είναι τα marginalia του αναγνώστη να αποτελούν, με το βάθος και την έκτασή τους, μια προέκταση του συγγραφικού περιεχομένου, μια δεύτερη, προσωπική αυτή, ανάγνωση-συγγραφή του βιβλίου. Mια ανάγνωση με το λεξικό δίπλα. Με τον αναγνώστη να σκύβει στις παραπομπές, να σπεύδει στη βιβλιογραφία, να σημειώνει, να μοιράζεται αυτά που διάβασε με άλλους. Σύμφωνα με την ευχή, μάλλον με την (προφανώς διαψευσμένη) προσδοκία του Σεφέρη: «Επιτέλους, ας κάνει κάτι και ο αναγνώστης...».

Καίρια, εν προκειμένω, η επισήμανση του Locke (;): «Reading furnishes the mind only with materials of knowledge; it is thinking that makes what we read ours» – «Το διάβασμα είναι απλώς το υλικό, το μέσον για την επαφή με τη γνώση. Ομως, είναι η σκέψη του αναγνώστη που κάνει την όποια γνώση δική του».

Γιωργος Ι. Κωστουλας, Βούλα

Δύο Ελλάδες χωρούν... στην ίδια σελίδα

Κύριε διευθυντά
Δυο Ελλάδες, την Κυριακή 1η Δεκεμβρίου, στην ίδια σελίδα της «Καθημερινής»: Η μία, του κ. Στάθη Καλύβα («Προς ένα πιο υγιές σημείο ισορροπίας»):

«[…] δεν έχει σταματήσει (η Ελλάδα) να αλλάζει προς το καλύτερο από τη στιγμή που εμφανίστηκε στο σύγχρονο προσκήνιο ως ανεξάρτητο κράτος».

Η άλλη του κ. Χρήστου Γιανναρά («Η ασχετοσύνη σε πανηγύρι»): Ο (κοσμοπολίτης και άρχοντας στο φρόνημα Ελληνας) «[…] ζώντας σήμερα την πιο ατιμωτική εξάρτηση στην οποία μπορεί να εξαναγκαστεί ένας λαός… […]  μεταμορφώθηκε με την κρατικοποίηση του Ελληνισμού σε Βαλκάνιο επαρχιώτη, λούμπεν στοιχείο του δυτικού “παραδείγματος”».

Ποια από τις δύο είναι η πραγματική;

Δεν κρίνεται ούτε λογοκρίνεται η πολυφωνία και η διαφωνία των απόψεων. Ισα ίσα, αυτή είναι μία από τις αρετές της «Κ». Συγκρίνεται όμως η ψυχραιμία με το πάθος. Η φλόγα με το φλέγμα. Και τι προκρίνεται;

Η Ελλάδα που είναι μία και έχει σε διαρκή σύγκρουση, αλλά και συνάρθρωση, τον βράχο και το κύμα του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, τη φλόγα του κ. Γιανναρά και το φλέγμα του κ. Καλύβα, χρειάζεται και τα δύο, τώρα που ξυπνούν οι μνήμες του ’21, όχι μόνο σ’ εμάς, αλλά, εκδικητικές κι αιμοδιψείς κι αιμοσταγείς, στο μεγάλο Σαράι της Αγκυρας.

Ανάμεσα στο Ζάλογγο ή το Ναυαρίνο, στον «Βασίλη κάτσε φρόνιμα» ή στο «καίω την κάπα για τον ψύλλο», ανάμεσα στα άκρα που το ένα τείνει να αποκλείσει το άλλο, η φρόνηση και η ιστορική αίσθηση επιβάλλουν τη διατήρηση ζωντανής και αναμμένης της φλόγας υπό την αυστηρή όμως εποπτεία του φλέγματος και του καθαρού μυαλού.

Εξάλλου, παρά τα καταλογιζόμενα, εν πολλοίς δικαίως, αμαρτήματα της πολιτικής τάξης και τα ελαττώματα των Ελλήνων, «του Κακού η σκάλα» έχει για την Ελλάδα σκαλοπάτια και προς τα πάνω… Αλλωστε, ο ίδιος αυτός Ελληνας που έφτασε «[…] ...να πλένει πιάτα στα εστιατόρια της Αμερικής, να γδέρνει ψάρια στα μικροφαγάδικα της Αυστραλίας, ευτελισμένος […]», είναι ο ίδιος, χάρη στον οποίο δεν «[…] υπάρχει χωριό στην Ελλάδα, που να μη χρωστάει την πλατεία του, το σχολειό του, την εκκλησιά του, την ύδρευσή του σε απόδημους ντόπιους “δωρητές” και “ευεργέτες”» (Χρήστος Γιανναράς).
Ας θυμόμαστε κι ας γρηγορούμε. Δεν υπάρχει δίλημμα, υπάρχει λήμμα: Ισχύς (η), ως πρωταρχικό και μέγιστο καθήκον και μάλιστα ισχύς εν τη ενώσει όλων των Ελλήνων, η οποία επειδή κατά τον Αισχύλο («Πέρσες») «συζυγεί» με το δίκαιον είναι ακαταμάχητη.

Γερασιμος Μιχαηλ Δωσσας, Θεσσαλονίκη

Εδώ έζησε, εδώ έδωσε τέλος ο Λαπαθιώτης

Κύριε διευθυντά
Στην περιοχή της πλατείας Εξαρχείων και στη συμβολή των οδών Οικονόμου 30 και Κουντουριώτου, υψώνεται ένα διώροφο οικοδόμημα, σε ημιερειπωμένη κατάσταση, καλυμμένο με πρόχειρο περιτύλιγμα για προστασία των περαστικών, εξαιτίας των κομματιών που καταρρέουν. Το νεοκλασικό αυτό κτίριο, του προπερασμένου αιώνα (1860), με το αρχαιοπρεπές αέτωμα στην πρόσοψη, τους παλαιικούς μαρμάρινους εξώστες, με μια σκάλα σχεδόν ετοιμόρροπη και την αυλή κατάφυτη από αγριόχορτα και υψηλές, πυκνόφυλλες αγριοκαρυδιές, ήταν κάποτε η κατοικία της οικογένειας Λαπαθιώτη. Του στρατηγού και πολιτικού Λεωνίδα Λαπαθιώτη, κυπριακής καταγωγής, υπουργού Στρατιωτικών επί Βενιζέλου, της Βασιλικής Παπαδοπούλου, από το Μεσολόγγι, ανιψιάς του Χαρίλαου Τρικούπη, και του μοναδικού τους γιου Ναπολέοντα Λαπαθιώτη (1888-1944), ποιητή, ο οποίος αυτοκτόνησε μέσα σε αυτό το σπίτι (7/1/44), πυροβολώντας το στήθος του, μ’ ένα περίστροφο που βρέθηκε δίπλα του.

Τραγική κατάληξη μιας ζωής που την περιέβαλλε η αχλύς του μύθου: Αριστοκρατική καταγωγή, ωραίο νεανικό παρουσιαστικό, νυχτερινές περιπλανήσεις για αναζήτηση τεχνητών παραδείσων, δηλωμένη ερωτική απόκλιση. Ποιητής λεπταίσθητος, με εξαιρετική μόρφωση, γλωσσομαθής και μεταφραστής, επηρεασμένος από τους Γάλλους συμβολιστές, αποτύπωσε στα πενήντα Ποιήματά του (Πυρσός, 1939 - Φέξης, 1964), με μελαγχολικούς μουσικούς τόνους, υποβλητικό λυρισμό και αρτιότητα στίχων, μια λεπτή ευαισθησία, γεμάτη νοσταλγία και τρυφερότητα. (Ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί, ενώ το Νυχτερινό –έκφραση της μοναξιάς του– ανθολογείται στα Κ.Ν.Λ. Γ΄ Γυμνασίου. Βλ. Ναπολέων Λαπαθιώτης. «Η ζωή μου. Απόπειρα συνοπτικής αυτοβιογραφίας». Φιλολογική επιμέλεια: Γιάννης Παπακώστας, Κέδρος 2009.)

Ο φιλόλογος, πεζογράφος και ποιητής Γιώργος Ιωάννου (1927-1985) είχε απευθυνθεί, με σχετική αναφορά, στο υπουργείο Πολιτισμού και στον Δήμο Αθηναίων για να κηρυχθεί το κτίριο διατηρητέο. Ωστόσο, το θέμα δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί και το οίκημα κινδυνεύει να καταρρεύσει και, επιπροσθέτως, δεν έχει εντοιχισθεί μια πλάκα για ενημέρωση του κοινού, που αγνοεί την ιστορική του σημασία. (Βλ. Κάτια Μητροπούλου «Αθήνα. Μνήμες και κτήρια», Ι. Σιδέρης, 2004.)

Αναστασιος Αγγ. Στεφος, δ.φ., Ειδικός γραμματέας Πανελλήνιας Ενωσης Φιλολόγων

Η ταξιαρχία του Ρίμινι, Τσακαλώτος,  Λουτεράκης

Κύριε διευθυντά
Στην επιστολή του κ. Αντώνη Βενέτη που δημοσίευσε η «Καθημερινή» την 16ην Νοεμβρίου, επιθυμώ να συμπληρώσω τον κατάλογο των αξιωματικών που συγκρότησαν την ηρωική ταξιαρχία του Ρίμινι και να συμπεριλάβω σε αυτόν τον ταγματάρχη Πεζικού Ανδρέα Λουτεράκη, διοικητή του ΙΙΙ τάγματος και πρωταγωνιστή της μάχης.

Με την προσθήκη αυτή λαμβάνω την αφορμή ―ως έχων το αρχείον,  τις τιμητικές διακρίσεις και τα παράσημα του ανωτέρω αξιωματικού– να καταθέσω δύο προσωπικές βιωματικές μαρτυρίες.

Η πρώτη εκτυλίσσεται στο πατρικό μου σπίτι στην οδό Καρνεάδου, την περίοδο της Κατοχής όταν ο Λουτεράκης με παραλλαγή ναυτικού-ψαρά ήλθε να αποχαιρετήσει την πρωτοξαδέλφη του και μητέρα μου λίγες ώρες πριν από το μεγάλο ταξίδι, μέσω Τουρκίας, προς Μέση Ανατολή. Είχε προηγηθεί το έπος ’40-’41 όπου πολέμησε υπερασπιζόμενος ένα από τα οχυρά της γραμμής Μεταξά, ουδέποτε καταληφθέν από τους Γερμανούς.

Η δεύτερη ανάμνηση είναι από το Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών όταν το βλέμμα μου σταματά στον στρατηγό Τσακαλώτο να λυγίζει επάνω στο φέρετρο με την ελληνική σημαία να καλύπτει τον στρατηγό Λουτεράκη, τον συμπολεμιστή του και τον διά βίου φίλον του.

Α. Αθανασιαδης, Κηφισιά

Ενώπιον μιας «οστεοδεξαμενής»

Κύριε διευθυντά
Θα ήθελα να αναφερθώ σε άρθρο της «Κ» στις 30 Νοεμβρίου 2019 με τίτλο «Λεπτομερής ενημέρωση για την αποτέφρωση», το οποίο αναφέρεται στη σχετική ανακοίνωση της ΔΙΣ η οποία εστιάζει στο θέμα του τι απογίνονται τα οστά μετά την καύση του σώματος. Δηλαδή αναφέρεται με υπερ-ρεαλιστικό τρόπο ότι οι πιστοί πρέπει να γνωρίζουν ότι τα οστά του θανόντος κατ’ αρχάς τεμαχίζονται και στη συνέχεια «ρίχνονται σε μίξερ» και παραδίδονται στους συγγενείς σε μορφή σκόνης σε τεφροδόχο.

Ας δούμε τώρα τι απογίνονται τα οστά στα κοιμητήριά μας: Οι πολύ λίγοι που έχουν οικογενειακό τάφο, φυλάνε τα οστά στα υπάρχοντα οστεοφυλάκια. Στη μεγάλη πλειονότητα τα δημοτικά κοιμητήρια παραχωρούν τάφους για 3 χρόνια. Μετά γίνεται υποχρεωτικά εκταφή και τα οστά παραδίδονται στους συγγενείς, οι οποίοι μπορούν να ενοικιάσουν οστεοφυλάκια για τη φύλαξή τους. Αν δεν το επιθυμούν ή δεν μπορούν, τι γίνονται τα οστά; Ιδού:

Πριν από μερικά χρόνια γύρευα έναν ιερέα στο κοιμητήριο Π. Φαλήρου για να τελέσω ένα τρισάγιο. Μου είπαν να τον αναζητήσω στην περιοχή των οστεοφυλακίων όπου και πήγα.

Εκεί βρέθηκα μπροστά σε μία διαδικασία που θα μου μείνει αξέχαστη. Οι υπάλληλοι του κοιμητηρίου είχαν ανοίξει μία σιδερένια καταπακτή και άδειαζαν, με κινήσεις σαν να πετούν μπάζα, κουτιά με οστά από οστεοφυλάκια για τα οποία οι συγγενείς δεν είχαν ενδιαφερθεί για καιρό. Κοιτάζοντας από την καταπακτή μέσα στην υπόγεια «οστεοδεξαμενή» είδα πεταγμένα αμέτρητα ανθρώπινα οστά και πλήθος από κατσαρίδες να περιφέρονται.

Αυτό προς γνώσιν της πραγματικότητας και αντικειμενική σύγκριση του τι απογίνονται τα οστά μετά τον θάνατο.

Θ. Τσουρης

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ