Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

«Μη χαίρεσαι ευτυχή, μη λυπάσαι δυστυχή»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Ο Μπουγιάρ Αλιμάνι θεωρεί την Ελλάδα «σπίτι του». Είναι η χώρα «που έμαθε σινεμά και γύρισε τις πρώτες ταινίες του». Το 2014, ύστερα από 22 χρόνια στην Αθήνα, μετακόμισε με την οικογένειά του στη Νέα Υόρκη. Εκεί ζει, πλέον, και ταξιδεύει στην Ευρώπη και όπου χρειαστεί για τις κινηματογραφικές υποχρεώσεις του. Αρχές του ’90, έφθασε στην Αθήνα με δύο πτυχία, ζωγραφικής και σκηνοθεσίας θεάτρου, από τη Σχολή Καλών Τεχνών των Τιράνων, και μια σακούλα στο χέρι στην οποία είχε τα προσωπικά του αντικείμενα και μια ξυριστική μηχανή. Ηξερε μόνο ένα πράγμα: έπρεπε να επιβιώσει. «Καλλιτεχνικά όνειρα δεν υπήρχαν, ξεκίνησα από το μηδέν, να βρω στέγη, να εργαστώ, να μάθω τη γλώσσα», έχει πει ο ίδιος στο παρελθόν. «Ο άνθρωπος κάνει πολλά πράγματα για να ζήσει, αλλά δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποδεχθεί ότι αυτή θα είναι η ζωή του».

Από την περασμένη Πέμπτη προβάλλεται η νέα, τρίτη μεγάλου μήκους, ταινία του «Η αντιπροσωπεία», συμπαραγωγή Αλβανίας, Ελλάδας, Γαλλίας και Κοσόβου. Διαδραματίζεται το 1990 στην Αλβανία και έχει ως κεντρικό ήρωα έναν, επί 16 χρόνια, πολιτικό κρατούμενο, τον οποίο το καθεστώς της χώρας επιχειρεί να μεταφέρει, από την απόμακρη, ορεινή φυλακή του στα Τίρανα. Σκοπός της μετακίνησης να εμφανιστεί σε μια ομάδα διπλωματών από τη Δύση, σε μια προσπάθεια της κομμουνιστικής κυβέρνησης να κατασκευάσει εικόνα φιλική προς την Ευρώπη ώστε να πείσει για τη μη καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Επικεφαλής της «αντιπροσωπείας» των Ευρωπαίων και ένας Γάλλος φίλος και συμφοιτητής του από τη δεκαετία του ’60. Ηρθε στην Αλβανία για να τον συναντήσει και να του παραδώσει προσωπικά μια φυσαρμόνικα που είχε ξεχάσει στο σπίτι του στο Παρίσι.

Η βραβευμένη ταινία –το 2018 προβλήθηκε στο 59ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης– χειρίζεται αριστοτεχνικά ένα θέμα όχι πρωτότυπο αλλά πάντα παρόν στις κοινωνίες: αναφέρεται –όπως το ορίζει ο σκηνοθέτης του– στην αντίσταση ενός ανθρώπου που δεν θέλει να γίνει εργαλείο του συστήματος. Η κάμερα του Μπουγιάρ Αλιμάνι αποδίδει τις θερμοκρασίες των ηρώων, ακολουθώντας τις συγκρούσεις, υπόγειες και φανερές, καταγράφοντας τον απόλυτο παραλογισμό και τη γελοιότητα του καθεστώτος. Οπως είχαμε γράψει («Κ» 10/11/2018), «η  φύση παρεμβαίνει ως στοιχείο της δραματουργίας, τοπία και πρόσωπα συνθέτουν μια υποβλητική και επιβλητική ατμόσφαιρα».

Ενώ το ταξίδι του κρατουμένου προς τα Τίρανα εξελίσσεται επεισοδιακά με διάφορα απρόοπτα, η επίσκεψη της «αντιπροσωπείας» στο επινοημένο για την περίσταση σπίτι του, με «δανεική» μητέρα και αντικείμενα που έχουν μεταφερθεί επί τούτου, δηλώνει τις δύο όψεις μιας παρωδίας. Το σκηνικό μιας στημένης παράστασης, τόσο στον εξωτερικό όσο και στον εσωτερικό χώρο, καθορίζεται από την ανθρώπινη φύση. Κανένα σύστημα δεν είναι ισχυρότερο της ανθρώπινης δυνατότητας να επιλέγει, μοιάζει να υποστηρίζει ο σκηνοθέτης. Οποιο κι αν είναι το τίμημα της επιλογής.

Τα έπιπλα θα επιστραφούν, ένας υπάλληλος τσεκάρει με επιμέλεια οτιδήποτε έχει μεταφερθεί στη δήθεν κατοικία του κρατουμένου, τραπέζια, καρέκλες, βιβλία, μια γυάλα με ένα χρυσόψαρο. Το ντεκόρ διαλύεται. Τι απομένει;

«Μη χαίρεσαι ευτυχή, μη λυπάσαι δυστυχή», συμβουλεύει μια αλβανική παροιμία (ή μήπως δημώδες τραγούδι), είχε επαναλάβει ο σκηνοθέτης στην παρουσίαση της ταινίας του. Και από τη μικρού μήκους του «Υγραέριο» (2006) μέχρι σήμερα, ο Μπουγιάρ Αλιμάνι, παίρνει αποστάσεις από το τυχαίο. Η πραγματικότητα είναι πάντα σκληρή και αφιλόξενη, τα σπίτια είτε είναι γυμνά και κρύα υπόγεια είτε «κανονικά» διαμερίσματα, είναι πάντα το σκηνικό της ζωής μας. Δηλώνουν επιθυμίες και φαντασιώσεις, ανεπάρκειες και αδυναμίες. Στο δικό του σύμπαν τα σπίτια είναι πάντα έτοιμα να διαλυθούν, να «ανατιναχτούν», από εσωτερική παρόρμηση, από απελπισία, από την επιβολή του καθεστώτος, από τη σκληρότητα ενός βίου που συχνά είναι ανελέητος, χωρίς χαρά, χωρίς απόλαυση. Τίποτα δεν πάει σύμφωνα με το σχέδιο, είτε καταστρώνεται από κυβερνήσεις που βασίζουν την εξουσία τους στην ανελευθερία είτε από ανθρώπους κατατρεγμένους που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα, είτε από προνομιούχους αξιωματούχους μιας στυγνής δικτατορίας. Η σπίθα είναι ο άνθρωπος. Με κάθε επιλογή του φτιάχνει ένα νέο «σπίτι». Αλλοτε το κατοικεί, άλλοτε το κουβαλάει. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ