ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η κοσμοσυρροή για την «Τζοκόντα» απειλεί την εύρυθμη λειτουργία του μεγαλύτερου μουσείου στον κόσμο και επισκιάζει άλλα αριστουργήματα που την περιβάλλουν.

Τρία πολύ σημαντικά καλλιτεχνικά γεγονότα «τρέχουν» αυτή την περίοδο στο Παρίσι. Η ρετροσπεκτίβα του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου στο Grand Palais (έως 10/2/20), η παρουσίαση του έργου της Charlotte Perriand στον χώρο του ντιζάιν και της αρχιτεκτονικής στο Ίδρυμα Louis Vuitton (έως 24/2/20) και η μεγάλη έκθεση για τα 500 χρόνια από τον θάνατο του Λεονάρντο ντα Βίντσι στο Λούβρο (έως 20/2/2020), η οποία προετοιμαζόταν δέκα χρόνια. Oι υπεύθυνοι για την οργάνωσή της ταξίδεψαν σε όλο τον κόσμο, εντοπίζοντας 160 σχέδια και πίνακες, ενώ τέσσερις από τους πέντε πίνακες του Λεονάρντο, που ανήκουν στη συλλογή του μουσείου, μετεγκαταστάθηκαν και αυτοί στο Napoleon Hall. Και ενώ όλα αυτά συμβαίνουν στις κάτω αίθουσες, επάνω, όπου βρίσκεται η αινιγματική κυρία, επικρατεί πάντα το αδιαχώρητο.

Επισκέπτες δίχως χαμόγελα

Το Λούβρο στεγάζει μία από τις πιο σημαντικές συλλογές τέχνης στην Ευρώπη σε ένα αριστουργηματικό παλάτι. Το 2018 είχε δέκα εκατομμύρια επισκέπτες, τριπλάσιο αριθμό από εκείνους που επισκέφτηκαν το Πομπιντού και το Μουσείο Ορσέ. Τα τρία τέταρτα ήταν τουρίστες. Η αύξηση σε σχέση με το 2017 αγγίζει το 25%. Παρ’ όλα αυτά, το εμβληματικότερο μουσείο της γαλλικής πρωτεύουσας εξακολουθεί να παραμένει δέσμιο της Κιμ Καρντάσιαν του 16ου αιώνα: της Λίζα Γκερντίνι, της Τζοκόντα, που οφείλει το παρωνύμιο στον σύζυγό της. Σύμφωνα με έρευνα του Λούβρου, το 80% όσων επισκέπτονται το μουσείο θέλουν να δουν την Τζοκόντα, αλλά οι περισσότεροι από αυτούς αποχωρούν απογοητευμένοι (έπειτα από το στρίμωγμα και την προσπάθεια για να δουν το αινιγματικό της χαμόγελο). Ο συγκεκριμένος πίνακας, στην εποχή του μαζικού τουρισμού και του ψηφιακού ναρκισσισμού, έχει γίνει η μαύρη τρύπα της «αντιτέχνης», φέρνοντας το Λούβρο αντιμέτωπο με ένα ερώτημα: τι θα γίνει με τη Μόνα Λίζα;

Φέτος το καλοκαίρι, με την αφόρητη ζέστη, οι υπεύθυνοι αποφάσισαν να ανακαινίσουν την αίθουσα Salle des États, όπου μαζί με άλλα αριστουργήματα του 15ου αιώνα εκτίθεται η Μόνα Λίζα. Για μερικούς μήνες ο πίνακας μεταφέρθηκε στην πτέρυγα Ρισελιέ. Η κοσμοσυρροή και σε αυτό το σημείο ήταν ασύλληπτη. Οι φύλακες πανικόβλητοι προσπαθούσαν να βάλουν στη γραμμή τους επισκέπτες, που είχαν μόνο λίγα δευτερόλεπτα για να βγάλουν μια σέλφι μπροστά στο έργο. Εκτός αυτού, όμως, κανείς τους δεν αφιέρωνε λίγα λεπτά για τα θαυμάσια έργα των Φλαμανδών ζωγράφων που βρίσκονται στον ίδιο χώρο.

Η «Τζοκόντα», αφού η αίθουσα όπου εκτίθεται ανακαινίστηκε, επέστρεψε στη γνωστή της θέση, έναν ελεύθερο τοίχο που έχει βαφτεί σε ένα υπέροχο πρωσικό μπλε. Ο Λουί Φρανκ, ένας από τους επιμελητές της ρετροσπεκτίβας, μου είπε ότι δεν υπήρχε καμία περίπτωση η «Τζοκόντα» να συμπεριληφθεί στην έκθεση, μαζί με τα άλλα εκθέματα, καθώς ο χώρος μπορεί να υποδεχτεί έως 5.000 άτομα ημερησίως, ενώ η Salle des États έχει δυναμική έως 30.000.


Τα στιλό είναι ένα από τα δεκάδες είδη με το πρόσωπο της Μόνα Λίζα στο πωλητήριο του μουσείου.  (Φωτογραφία: Elliott Verdier/The New York Times)


Ποιος είδε τη Μόνα Λίζα;

Πρόσφατα επισκέφτηκα την «κυρία». Στάθηκα στην ουρά. Τίποτα δεν έχει αλλάξει. Για να την απολαύσει κανείς, θα πρέπει να περάσει από έλεγχο ασφαλείας παρόμοιο με εκείνο των αεροδρομίων και, τελικά, θα βρεθεί σε απόσταση περίπου 3,6 μέτρων από το έργο του Ντα Βίντσι, δηλαδή πολύ μακριά, από τη στιγμή που μιλάμε για έναν μικρού μεγέθους πίνακα, και ακόμη μακρύτερα... για μια καλή σέλφι. Και όλα αυτά όταν στην ίδια αίθουσα υπάρχουν αριστουργήματα των Βενετών δασκάλων, όπως «Η κυρία με τον καθρέφτη» του Τισιανού και «Ο γάμος στην Κανά» του Βερονέζε, τα οποία η Μπιγιονσέ και ο σύζυγός της Τζέι Ζι ανέδειξαν σε ένα ιδιότυπο μουσικό μάθημα ιστορίας της τέχνης, μέσα από τα γυρίσματα για το βιντεοκλίπ τους «Apes**T». Είναι αξιοσημείωτο ότι το διάσημο ζευγάρι σε ένα πλάνο εμφανίζεται με στραμμένα τα νώτα στη Μόνα Λίζα.


Οι υπηρεσίες που προσφέρονται στους επισκέπτες αυτής της αίθουσας, εξαιτίας της αδυναμίας να ελεγχθεί η μαζική προσέλευση, κάνει την εξυπηρέτηση που προσφέρει μια χαμηλού κόστους αεροπορική εταιρεία να φαίνεται βασιλική. Αν νομίζετε ότι είμαι σνομπ και είρων, δεν έχετε παρά να εμπιστευθείτε τους αριθμούς. Σε μια δημοσκόπηση που έγινε σε Βρετανούς τουρίστες στις αρχές του 2019, η «Μόνα Λίζα» χαρακτηρίστηκε το «πιο απογοητευτικό αξιοθέατο», ξεπερνώντας το Τσεκπόιντ Τσάρλι στο Βερολίνο, τη Σκαλινάτα στη Ρώμη και το Μάνεκεν Πις στις Βρυξέλλες.

Ο Ζαν-Λικ Μαρτινέζ, διευθυντής του Λούβρου, επισημαίνει ότι το μουσείο θα πρέπει να λάβει περισσότερα μέτρα τα επόμενα χρόνια, προκειμένου να διαχειριστεί την εμμονή με την «Τζοκόντα», όπως νέες είσοδοι, εισιτήρια για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα κ.ά. Στην πραγματικότητα, αυτό δείχνει ότι το μουσείο παρερμηνεύει την κατάσταση. Το Λούβρο δεν αντιμετωπίζει συνολικά πρόβλημα συνωστισμού, αλλά «πρόβλημα “Μόνα Λίζα”». Άλλοι διάσημοι πίνακες, όπως «Η γέννηση της Αφροδίτης» του Μποτιτσέλι στο Ουφίτσι της Φλωρεντίας, το «Φιλί» του Κλιμτ στο Μπελβεντέρε της Βιέννης ή η «Έναστρη νύχτα» του Βαν Γκογκ στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης, δεν μονοπωλούν το ενδιαφέρον του κόσμου τόσο όσο η «Μόνα Λίζα».

Καιρός για δύσκολες αποφάσεις

Είναι ώρα να απομακρυνθεί η «Μόνα Λίζα». Χρειάζεται τον δικό της χώρο. Έφτασε το πλήρωμα του χρόνου ώστε το Λούβρο να παραδεχθεί την ήττα του όσον αφορά τη διαχείριση αυτού του εμβληματικού πίνακα και να τον μετακινήσει κάπου αλλού, ίσως σε κάποιο περίπτερο στον Κήπο του Κεραμεικού (Jardin des  Tuileries), το οποίο θα συνδέεται υπογείως με το μουσείο. Θα μπορούσε, μάλιστα, κανείς να επισκεφθεί και τους δύο χώρους με ένα εισιτήριο και, αν ενδιαφέρεται πέρα από το να βγάλει μια σέλφι, να μπορεί να πάρει περισσότερες πληροφορίες για τη μυστηριώδη «Τζοκόντα», μέσω περιοδικών εκθέσεων και προηγμένων τεχνολογικών εφαρμογών.

Αυτή η σημαντική αλλαγή θα μπορούσε να γίνει με αφορμή τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων το 2024 στην Πόλη του Φωτός και τον νέο χώρο να εγκαινιάσουν, για παράδειγμα, ο ποδοσφαιριστής Κιλιάν Μπαπέ με την τραγουδοποιό Κάρλα Μπρούνι. Είναι σίγουρο ότι χρειάζεται κάτι μεγάλο και ρηξικέλευθο, και για να επιτευχθεί θα πρέπει να συγκεντρωθούν κεφάλαια με κάθε τρόπο. Το περίπετρο της «Μόνα Λίζα» θα μπορούσε να εξελιχθεί στο σημαντικότερο αξιοθέατο στον κόσμο, με τη μεγαλύτερη επισκεψιμότητα. Έχοντας δαπανήσει ένα δισεκατομμύριο δολάρια για τη δημιουργία του «Λούβρου του Άμπου Ντάμπι», ενός αρχιτεκτονικού κομψοτεχνήματος που προβάλλει σε όλο τον κόσμο τον αραβικό πολιτισμό, οι κροίσοι των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων θα μπορούσαν να δουν με καλό μάτι την υλοποίηση ενός τόσο σημαντικού πρότζεκτ, τη στιγμή μάλιστα που θα έφερε και το όνομά τους. Για παράδειγμα, «Sheikh Zayed Mona Lisa Pavilion».

Παραδείγματα προς μίμηση

Υπάρχουν, πάντως, μοντέλα για το πώς μπορεί να υλοποιηθεί αυτό το σχέδιο. Η «Γκερνίκα» του Πάμπλο Πικάσο στεγαζόταν με μεγάλη επιτυχία σε δικό της, ξεχωριστό περίπτερο, πριν λειτουργήσει το Εθνικό Μουσείο Τέχνης Βασίλισσα Σοφία. Ένα πιο σχετικό παράδειγμα, που αποδεικνύει ότι στις μέρες μας η «Μόνα Λίζα» είναι κάτι περισσότερο από έργο τέχνης, ένα αντικείμενο λατρείας, είναι η «Παναγία της Γουαδελούπης», που φιλοτεχνήθηκε το 1531, το ιερότερο έργο τέχνης της Πόλης του Μεξικού, που δέχεται εκατομμύρια προσκυνητές κάθε χρόνο, οι οποίοι περνούν από μπροστά της πάνω σε κυλιόμενους διαδρόμους. Μπορώ να φανταστώ να συμβαίνει το ίδιο και με την «Τζοκόντα». «Ευσεβείς» επισκέπτες θαυμάζουν τη διάσημη κυρία χωρίς να στριμώχνονται και εν συνεχεία οδηγούνται προς το πωλητήριο του μουσείου.


Υψωμένα κινητά απαθανατίζουν τον διάσημο πίνακα. (Φωτογραφία: Elliott Verdier/The New York Times)

Το περίπτερο «Μόνα Λίζα» στο Παρίσι, όπως και η βασιλική στην Πόλη του Μεξικού, θα μπορούσε να αναδειχθεί σε τόπο λατρείας της τέχνης, όπου οι θιασώτες της, με απόλυτο σεβασμό στον χώρο, θα απολαμβάνουν υψηλής ποιότητας υπηρεσίες. Μια ενδιαφέρουσα ιδέα θα ήταν να επιλέξουν μια εταιρεία ηλεκτρονικών ειδών, η οποία θα εγκαταστήσει κάμερες υψηλής ευκρίνειας που θα τραβούν φωτογραφίες τους επισκέπτες την ώρα που περνούν μπροστά από το έργο και στη συνέχεια θα μπορούν να τις κατεβάζουν στα κινητά τους.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, μαζί με τα εγκαίνια της γυάλινης πυραμίδας του Σινοαμερικανού αρχιτέκτονα Ιεό Μινγκ Πέι, που κοσμεί την είσοδο του μουσείου, και την επέκταση της πτέρυγας Ρισελιέ, οι επιμελητές του μουσείου πρότειναν τη μετεγκατάσταση της «Μόνα Λίζα». Η πρόταση δεν έγινε αποδεκτή. Προκρίθηκε η άποψη η «Μόνα Λίζα» να μείνει στον ίδιο χώρο, για να περιβάλλεται από τα «αδέλφια» της, τα άλλα σπουδαία έργα της Αναγέννησης. Πλην όμως οι εποχές έχουν αλλάξει. Το 1990, οι επισκέπτες ήταν πολύ λιγότεροι. Στο σημερινό Λούβρο των δέκα εκατομμυρίων επισκεπτών ετησίως, το να παραμένει η «Τζοκόντα» στη διαχρονική θέση της είναι λάθος. Δεν προσφέρει καμία αισθητική απόλαυση έτσι όπως ακριβώς εκτίθεται, δεν μπορεί να αξιοποιηθεί εκπαιδευτικά και υπάρχει αυξημένος κίνδυνος κλοπής της.

Και ασφαλώς δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η τέχνη οφείλει, εκτός όλων των άλλων, να κάνει χαρούμενους τους ανθρώπους. Και για να το επιτύχουν αυτό τα μουσεία, πρέπει να χρησιμοποιήσουν όλα τα διαθέσιμα μέσα, ώστε τα εκατομμύρια των επισκεπτών στο Παρίσι του μέλλοντος να απολαμβάνουν την τέχνη, τα ψώνια, τα γλυκά και τις σέλφι στο Sheikh Zayed-Louis Vuitton-Samsung Galaxy-Ladurée Macarons Mona Lisa Pavilion.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ