Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Αφροδίτη Παναγιωτάκου: Φωταψίες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Τελικά, τα φώτα πέτυχαν. Ενας στολισμός που έμοιαζε σχεδιασμένος για να μείνει αόρατος, κατέστησε πάλι ορατές τις γνωστές φοβίες για την αποθρησκειοποίηση της γιορτής. Κατόπτρισε ταυτόχρονα και τις αντίπαλες λαχτάρες όσων ήταν έτοιμοι να λατρέψουν ως πρωτοποριακό οτιδήποτε μη χριστουγεννιάτικο – οτιδήποτε στυλιζαρισμένο έτσι ώστε να υπονομεύσει το συμβατικό στυλιζάρισμα. Κι ας μην είναι τολμηρό. Κι ας είναι συμβατικώς αντισυμβατικό.

Παραδόξως, αυτό το αμελητέο θέμα έδωσε τροφή σε μια συζήτηση ενδιαφέρουσα. Μια πόλη που μόλις έχει αποφύγει τις τελετουργίες πυρπόλησής της αισθάνεται την ανάγκη να κοιταχτεί στον νυχτερινό ουρανό της. Αντί να σκαλώνει στα πεζοδρόμια, σκαλώνει στα ψηλά.

Για τη διευθύντρια Πολιτισμού του Ιδρύματος Ωνάση, που είχε την ευθύνη για την παραγωγή στη Βασιλίσσης Σοφίας, το θέμα είναι πιο σοβαρό. Οσοι δυσφόρησαν ψάχνουν, σύμφωνα με την Αφροδίτη Παναγιωτάκου, παρηγοριά στη νοσταλγία – «εξωραΐζουν το παλιό», τη μετακατοχική Ελλάδα του ’50, τότε που «ο κόσμος έτρωγε ποντίκια». Οσοι, αντιθέτως, χάρηκαν με τη φαντεζί λιτότητα, είναι οι «νεότερες γενιές», το «κοινό της Στέγης», η οποία «υποστηρίζει τον σύγχρονο πολιτισμό» και προτείνει τη «σύγχρονη αισθητική».

Η Παναγιωτάκου επιβεβαίωσε έτσι την αρχική υποψία ότι, μέσω και πέραν του στολισμού, επιδιωκόταν μια «δήλωση» – η εγκατάσταση μιας πολιτιστικής ατζέντας. Είναι άλλο να υπηρετεί αυτή την ατζέντα ο οργανισμός που διευθύνει η Παναγιωτάκου· και άλλο αυτή να προβάλλεται αξιωματικά στον δημόσιο χώρο και μάλιστα να φορτίζεται ως πεδίο πόλωσης μεταξύ προοδευτικών και οπισθοδρομικών. Είναι άλλο να πηγαίνεις εσύ στη Στέγη. Και άλλο να σου έρχεται η Στέγη στο κεφάλι.

Η γκρίνια για τα φώτα είναι, λένε, και πολιτικά οπισθοδρομική. Είναι συντηρητική αντίδραση στη συνεργασία του Δημοσίου –εν προκειμένω του δήμου– με ιδιωτικούς φορείς. Οι συμπράξεις αυτές έχουν δώσει καρπούς όχι μόνο στον πολιτισμό. Απόδειξη, το νέο Κέντρο Μεταμοσχεύσεων που θεμελίωσε χθες το Ιδρυμα Ωνάση. Ομως, όπως στην αναδοχή του στολισμού η κοινή ωφέλεια δεν είναι δυνατόν να ξεχωρίσει από την εκπολιτιστική αυταρέσκεια, έτσι και παντού: Μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού σκοπού δεν υπάρχουν στεγανά.

Τι είναι η αποστολή που έχει αναλάβει το Ιδρυμα Ωνάση, ως φύλακας ενός εθνικού θησαυρού – του αρχείου Καβάφη· δημόσια ή ιδιωτική; Σε τίνος το γούστο υπόκειται; Και τι είναι η απόφαση της προηγούμενης κυβέρνησης να απαλλάξει το Ιδρυμα από τον ειδικό φόρο στην ακίνητη περιουσία του, αναδρομικά από το 2013 – απαλλαγή που η παρούσα κυβέρνηση επέκτεινε σε όλα τα ιδρύματα, με προχθεσινή τροπολογία; Ποιος ευεργετεί και ποιος ευεργετείται;

Στον χώρο όπου τέμνονται το δημόσιο και το ιδιωτικό μπορεί να συγκατοικεί η πολιτιστική με τη φορολογική πρωτοπορία. Και η πρωτοπορία με την αναδρομικότητα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ