Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Κλέων Γρηγοριάδης: Αλατα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Η θεατρικότητα είναι το άλας της κοινοβουλευτικής ζωής. Γι’ αυτό και όταν παίζεται σκέτο θέατρο, η Βουλή γίνεται λύσσα. Ανοστο θεατρικά και παράταιρο κοινοβουλευτικά, το νούμερο που ανέβασε ο βετεράνος του θεάματος, Κλέων Γρηγοριάδης, στο βήμα της Βουλής έδειξε ότι, αν και νέος στην πολιτική, έχει αφομοιώσει τον πρώτο κανόνα στην άγρα της δημοσιότητας: Θα «παίξεις» παντού, αρκεί να είσαι διατεθειμένος να καταβάλεις το κόστος της αυτογελοιοποίησης.

Ο βουλευτής του ΜέΡΑ25 προσπάθησε τάχα να παραστήσει έναν συλληφθέντα στα Εξάρχεια, που, σε ένα από τα βίντεο από τα επεισόδια της 6ης Δεκεμβρίου, εμφανίζεται να φωνάζει επανειλημμένα «παραδίνομαι» στους άνδρες των ΜΑΤ που τον χτυπούν. Παραδινόμενος στον οίστρο του, με τις παλάμες στο κρανίο, ο ηθοποιός κέρδισε έτσι και το χειροκρότημα των λίγων βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ.

Βοηθούν άραγε αυτές οι σκηνικές υπερβολές τον σκοπό της εξάλειψης των φαινομένων αυθαιρεσίας στους κόλπους της αστυνομίας; Τον βοηθούν ή τον ευτελίζουν; Το ερώτημα πρέπει να τεθεί αναδρομικά: Οξυνε η πάγια στάση της Αριστεράς τις αντιστάσεις της κοινής γνώμης απέναντι στα κρούσματα αυθαιρεσίας; Ή μήπως προκάλεσε το αντίθετο αποτέλεσμα;

Αυτή τη στιγμή  φαίνεται –και από τις δημοσκοπήσεις– να έχει σχηματιστεί μια κοινωνική πλειοψηφία έτοιμη να ανεχθεί, αν όχι να πανηγυρίσει, υπερβάσεις στην άσκηση της νόμιμης βίας. Αν υπάρχει ικανό μέρος της κοινής γνώμης που γλυκαίνεται με τις κλομπιές της αναγκαστικότητας, αυτό οφείλεται μάλλον στη χρεοκοπία της κυρίαρχης επί 40 χρόνια πολιτικής κουλτούρας.

Ταυτισμένος συμβολικά με περιόδους πολιτικής ανωμαλίας, ο «μπάτσος» λογιζόταν για πολύ καιρό χρησιμότερος ως ζωντανός στόχος κοινωνικής εκτόνωσης. Η ενοχοποίηση της αστυνομίας δεν ήταν μονοπώλιο της Αριστεράς. Ο υπουργός που στη μεγαλύτερη κρίση δημόσιας τάξης της Μεταπολίτευσης δήλωνε ότι προτιμά «μια αστυνομία αμυνόμενη, ακόμη και προπηλακιζόμενη» ήταν υπουργός της Δεξιάς. Εκείνης της Δεξιάς που είχε υποκύψει στα στερεότυπα των αντιπάλων της.

Η ιδεολογικοποίηση της αστυνομίας γυρίζει τώρα μπούμερανγκ. Οχι επειδή η κυβέρνηση έχει τάχα σχέδιο να πουλήσει καταστολή. Αλλά επειδή η υπερβάλλουσα καταστολή έφτασε, αντανακλαστικά, να γίνει κοινωνικό αίτημα. Εφτασε να ταυτίζεται με τη νομιμότητα.

Αυτό το κλίμα δεν μπορεί παρά να διαποτίζει και τα όργανα της ΕΛ.ΑΣ. που, εκτός από την πολιτική ενθάρρυνση στελεχών της συμπολίτευσης, ακούν και τη βουή των κοινωνικών δικτύων. Κινδυνεύει να παρασυρθεί από αυτό το κλίμα η πολιτική ηγεσία των Σωμάτων Ασφαλείας;

Η απάντηση στην «αριστερή» –ενοχοποιημένη– αστυνομία δεν μπορεί, πάντως, να είναι μια «δεξιά» –αποχαλινωμένη– αστυνομία. Ενα ατύχημα θα έθετε πάλι σε κίνηση το εκκρεμές. Από την αποχαλινωμένη θα επιστρέφαμε στην ενοχοποιημένη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ