Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΡΟΣΩΠΑ

Τζέρεμι Κόρμπιν: Στο ταμείο του 20ού αιώνα

Δεν ήταν μόνο ο Βαρουφάκης που αγάπησε τον Κόρμπιν. Ολες οι εκδοχές της ελληνικής Κεντροαριστεράς έφτασαν κάποτε να τον δουν σαν πρότυπο. Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε βγάλει μέχρι και ανακοίνωση στήριξής του στις εκλογές. Πολλοί από το ΠΑΣΟΚ έβλεπαν στον Κόρμπιν την απόδειξη ότι το κόμμα έπρεπε να επιστρέψει στις ρίζες του.

«Είναι ο μόνος που έκανε ταμείο», έλεγαν, μετά τις εκλογές του 2017. Και όχι αδικαιολόγητα. Τα ίδια έλεγαν και οι Γερμανοί του SPD, που μόλις το προηγούμενο Σαββατοκύριακο εξέλεξαν την πιο κορμπινική από τις υποψηφιότητες για την ηγεσία τους. Η ψυχορραγούσα ευρωσοσιαλδημοκρατία πίστευε μέχρι προχθές ότι δεν έκανε ταμείο επειδή δεν ήταν τόσο αριστερή όσο ο ηγέτης των Εργατικών.

Ο Κόρμπιν κατέληξε να αποδείξει το αντίθετο. Η συντριβή του δικαίωσε εκείνους που έλεγαν ότι η αναζωογόνηση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων δεν μπορεί να έλθει απλώς με την αναβάπτισή τους στα παλαιά τους προγράμματα, των μέσων του προηγούμενου αιώνα· ότι η επιστροφή σε μια ατζέντα επανεθνικοποιήσεων, αναδιανομής του εισοδήματος και παλινόρθωσης του κοινωνικού κράτους δεν αρκεί για να αφυπνίσει την ταξική συνείδηση της εργατικής τάξης. Δεν αρκεί, γιατί τέτοια ταξική συνείδηση δεν υπάρχει πια.

Η πρωτοφανής διείσδυση του Τζόνσον στην εκλογική ενδοχώρα των Εργατικών συνιστά προσωπική ήττα του Κόρμπιν. Εκείνος ήταν που επί τέσσερα χρόνια διατηρούσε τη γλώσσα του επιτήδειου επαμφοτερισμού στο θέμα του Brexit. Το σκεπτικό ήταν να μη μιλάμε για το θέμα που διχάζει τη βάση μας – τη σχέση με την Ευρώπη· να μιλάμε για την ατζέντα που την ενώνει – την οικονομία. Να μην ποντάρουμε στη διαχωριστική γραμμή μέσα - έξω. Να επενδύσουμε στη γραμμή πάνω - κάτω.

Εκ των υστέρων, το αποτέλεσμα φαίνεται φυσικό: Η «τάξη» ψήφισε αυτόν που είχε κάτι ξεκάθαρο να πει για το θέμα που την απασχολούσε και όχι εκείνον που προσπαθούσε απλώς να προσπεράσει το θέμα, για να μην του κοστίσει. Ο, ας πούμε, «ενδοταξικός» διχασμός αποδείχτηκε εκλογικά πιο κρίσιμος από τις παλιές διαχωριστικές γραμμές.

Μα, καλά. Ο Κόρμπιν ήταν τόσος. Αλλά τον Μπόρις; Δεν είναι καταθλιπτική η παράδοση της παλαιότερης δημοκρατίας του σύγχρονου κόσμου στα χέρια ενός μπουφόνου λαϊκιστή;

Αν υπάρχει εδώ ένα ιστορικό μοτίβο, είναι ότι η επικράτηση του χειρότερου δημαγωγού έρχεται μετά από παρατεταμένα κοινοβουλευτικά βραχυκυκλώματα. Βράζοντας επί τέσσερα χρόνια στο τέλμα του Brexit, το πολιτικό σύστημα έβγαινε από κάλπη σε κάλπη ολοένα και περισσότερο απονομιμοποιημένο. Στο τέλος, το εκλογικό σώμα επιλέγει μόνο από κόπωση. Από τη φρενήρη ακινησία, προτιμάει τον χοντροκομμένο βολονταρισμό. Προτιμάει το σάλτο.

Νίνα Κασιμάτη: Τεχνητοί παροξυσμοί

Η ατάκα στην οποία η Νίνα Κασιμάτη οφείλει την άχαρη διασημότητά της δεν ήταν ακριβώς δημόσια. Ηταν από εκείνες τις μπαλοθιές λόγου που εκσφενδονίζονται στην γκρίζα περιοχή μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας – όπου τα γραπτά είναι απομαγνητοφωνήσεις παρορμήσεων. Γραπτά με όρους προφορικότητας.

Ομως, η «διορθωτική» δήλωση της βουλευτού –με την οποία εννοούσε να προσπεράσει τον θόρυβο, αλλά κατέληξε να τον επιδεινώσει, προσθέτοντας οίηση στην προσβολή– δεν έχει κανένα μιντιακό ελαφρυντικό. Το Μέσο δεν φταίει για την Κασιμάτη.

Μήπως φταίει το κόμμα; Η στάση της κατά της αστυνομίας ερμηνεύτηκε σαν απότοκη της κομματικής κουλτούρας – σαν έκφανση της παλιάς καχυποψίας της Αριστεράς κατά των Σωμάτων Ασφαλείας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, ωστόσο, έδειξε να έχει επίγνωση της ζημιάς που του προκαλεί αυτή η ερμηνεία και μάζεψε, έστω και με καθυστέρηση, τη βουλευτή του.

Η αλήθεια είναι ότι ακόμη και τα στελέχη των πιο μπαχαλόφιλων συνιστωσών του κόμματος μπορούν να εκφράζονται σε μια γλώσσα πιο εξεζητημένη –και πιο προσεκτική– από το «μπάτσοι - γουρούνια». Η Κασιμάτη δεν μιλάει έτσι επειδή είναι τάχα πολύ αριστερή.

Μιλάει μια γλώσσα που δεν ακούγεται μόνο από συριζαϊκά χείλη. Οσο διαρκούσε –ναι, «διαρκούσε»– η κρίση, λέγαμε ότι η κασιματική πανίδα και οι εκφραστικοί της τρόποι είναι προϊόντα της εποχής. Τους έφερε στον αφρό μια παραφορά.

Τώρα όμως φαίνεται ότι η Κασιμάτη και οι ομόγλωσσοί της στον ΣΥΡΙΖΑ βρίσκονται σε πολιτική και αισθητική άμιλλα με ένα κομμάτι της Νέας Δημοκρατίας – αυτό που εμφανίστηκε πάλι στα τηλεπαράθυρα για να κάνει την Κασιμάτη παντιέρα, φτάνοντας να τη συγκρίνει ακόμη και με τους ναζί.

Αυτός ο διακομματικός θίασος του τεχνητού παροξυσμού –της διαρκούς πόλωσης που παρατείνεται, παρότι έχουν εκλείψει οι έκτακτες συνθήκες που τη δικαιολογούσαν– δεν πρόκειται να προσαρμοστεί στον σφυγμό της κανονικότητας. Θα βρίσκει τροφή σε καθημερινούς μικροδιχασμούς, από εκείνους που γέννησαν και συντηρούν φεϊσμπουκικές πολιτικές καριέρες.

Στην παρούσα φάση, η κίνηση σε αυτή τη δευτερότριτη σκηνή ζημιώνει περισσότερο την πλευρά που δεν έχει ακόμη κεντρικό, συνεκτικό αφήγημα. Ζημιώνει τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος καταλήγει να χαρακτηρίζεται μόνο από το ασύμμετρο επικοινωνιακό αποτύπωμα που αφήνουν οι εξάρσεις περιφερειακών στελεχών του.

Η Κασιμάτη και ο Μπαλάφας δίνουν ρόλο στους βουλευτές της πλειοψηφίας που μπορούν μόνο να αντιπολιτεύονται την αντιπολίτευση. Τους δίνουν αντίπαλο στα κιλά τους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ