Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Ολγκα Τοκάρτσουκ: Παράσιτα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Ο Πέτερ Χάντκε ήταν ο αντιστάρ. Από τα δύο Νομπέλ Λογοτεχνίας που δόθηκαν μαζεμένα φέτος, ο Αυστριακός ήταν το διαρκές σκάνδαλο που απορρόφησε όλη την προσοχή. Αμετανόητος για την υποστήριξή του προς τον Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, στην κηδεία του οποίου εκφώνησε και τον επικήδειο, ο Χάντκε δεν προσπάθησε και πολύ να προστατεύσει την τέχνη του από την περσόνα του. «Να σας φέρω ένα σφυράκι, να παίξετε τον δικαστή;» είπε χολωμένος στον δημοσιογράφο που του πήρε τη μόνη εκτενή συνέντευξη μετά τη βράβευσή του.

Στη σκιά του σκανδάλου, που αφορούσε τις διαμάχες του προηγούμενου αιώνα, η Ολγκα Τοκάρτσουκ, η 57χρονη Πολωνή, παρέλαβε το βραβείο της μιλώντας για το σήμερα.

Στη διάλεξή της –που, όχι τυχαία, η κρατική πολωνική τηλεόραση επέλεξε να μη μεταδώσει, συντονιζόμενη με τις συντηρητικές φωνές που καταγγέλλουν τις απόψεις της ως «αντιπολωνικές»– η Τοκάρτσουκ βγαίνει από το κοστούμι του «εθνικού συγγραφέα». Δεν μιλάει ούτε για τη μητρική της γλώσσα, ούτε για τη λογοτεχνική της παράδοση, ούτε για την τραυματική ιστορία του έθνους της. Προσπαθεί, αντιθέτως, να περιγράψει την κατάσταση του homo digitalis – την ανθρώπινη κατάσταση στον ψηφιακό κόσμο.

Οι διαπιστώσεις στην αρχή ακούγονται τετριμμένες. Δεν είμαστε ικανοί να επωμιστούμε τον όγκο πληροφορίας που μας φέρνει το Διαδίκτυο. Η πληροφορία, «αντί να ενώνει και να απελευθερώνει, διαφοροποιεί, διχάζει· μας κλείνει σε μικρές ατομικές φούσκες, δημιουργώντας μια πληθώρα ιστοριών, που είναι ασύμβατες μεταξύ τους ή και ανοιχτά αντικρουόμενες, αμοιβαία ανταγωνιστικές».

Η Τοκάρτσουκ θυμάται το ραδιόφωνο – το πρώτο Μέσο που τη συνέδεε με τον κόσμο. Θυμάται και τα ρίγη που διαπερνούσαν τη σπονδυλική στήλη της όταν ο ήχος του ραδιοφώνου κοβόταν, σαν να πέφτει σε μαύρες τρύπες.

Περίπου έτσι ακούει και σήμερα τον κόσμο, «σαν αφόρητα παράσιτα μέσα από τα οποία προσπαθούμε απεγνωσμένα να διακρίνουμε κάποια ήρεμη νότα, έναν ασθενή παλμό». Στο Ιντερνετ, λέει, ταιριάζει όσο σε τίποτε άλλο ο σαιξπηρικός στίχος: είναι ένας μύθος, ιστορημένος από έναν ηλίθιο, όλος βοή και μανία.

Το αποκαλυπτικό ύφος θα μπορούσε να αποδοθεί σε ποιητική υπερβολή. Θα μπορούσε, αν δεν ήταν ακριβώς αυτός ο κούφιος ήχος της ψηφιακής μας ρουτίνας.

Η Τοκάρτσουκ δεν μένει στον θρήνο, ούτε μπαίνει στον πειρασμό να φανταστεί κάποια πολιτική λύτρωση. Τελειώνει με μια έκκληση για μια νέα φωνή. Οχι τον πρώτο ενικό που μιλούν τα όντα των κοινωνικών δικτύων. Οχι τη γλώσσα των αλγοριθμικών ζόμπι. Αλλά τη φωνή του «τετάρτου προσώπου» – ενός αποστασιοποιημένου, αλλά «τρυφερού αφηγητή», που θα είναι διάτρητος στον κόσμο.

Ο κόσμος, λέει, είναι φτιαγμένος από λέξεις.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ