ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Τζουμέρκα

Οι εραστές των βουνών και της ιστορίας δίνουν ραντεβού σε αυτή τη γωνιά της κεντρικής Πίνδου, που ισορροπεί ανάμεσα στον εκσυγχρονισμό και στην παράδοση, στο σήμερα και στο χθες.

O δρόμος που καταλήγει στο υπερήφανο Συρράκο είναι καλούτσικος, αλλά ακατάλληλος για ευαίσθητα στομάχια. Πολλές στροφές, γκρεμοί που χάσκουν πίσω από το προστατευτικό τοιχάκι, πέτρες από κατολισθήσεις και τριγύρω μια ορεινή πανδαισία, που όμως ο οδηγός καλά θα κάνει να... αγνοήσει και να μείνει συγκεντρωμένος στο τιμόνι. Εάν αγκομαχώντας προς τους Χουλιαράδες, έχεις ακούσει ή διαβάσει για το δυστύχημα του 1958, με το λεωφορείο που έπεσε σε μια χαράδρα παραμονές Χριστουγέννων, δεν τολμάς να πάρεις ανάσα. Στα βράχια του Αράχθου χάθηκαν 29 ψυχές και τα φαντάσματα θρηνούν ακόμη. Ένα μνημείο από τσαλακωμένο μέταλλο στήθηκε κοντά στο Τσίμποβο, για να θυμίζει την τραγωδία. Τότε, βέβαια, το δρομολόγιο γινόταν σε χωμάτινο κατσικόδρομο.

Σήμερα, τα Βόρεια Τζουμέρκα ακροβατούν ανάμεσα στον πλούτο και στη φτώχεια, στην ανάπτυξη και στη στασιμότητα, στον εκσυγχρονισμό και στην παράδοση, στο σήμερα και στο χθες. Το μόνο στοιχείο που παραμένει αμετάβλητο είναι η άγρια φυσική ομορφιά των βουνών και η γοητεία των πετρόχτιστων οικισμών. Σταματάμε μερικά ζαλισμένα χιλιόμετρα πριν φτάσουμε στον προορισμό μας, για να φωτογραφηθούμε με φόντο τα χιόνια του Λάκμου και το «δίδυμο» βλαχοχώρι Καλαρρύτες, στην απέναντι όψη της χαράδρας του Χρούσια.


Αγωγιάτες στους Καλαρρύτες. Το χωριό βρίσκεται στο παλιό μονοπάτι που οδηγεί στη Θεσσαλία. (Φωτογραφία: ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΜΕΡΑΚΟΣ)


Αφήνουμε το αυτοκίνητο πριν από την είσοδο του χωριού, διότι το Συρράκο δεν έχει αμαξιτούς δρόμους και παρόμοιες «πολυτέλειες». Η μοναδική προσπελάσιμη οδός είναι το πέτρινο γεφύρι, ένα από τα πολλά που φωλιάζουν σε αυτή τη γωνιά της Ελλάδας. Τα σπίτια, παλαιά αρχοντικά και σύγχρονα εξοχικά, μοιάζουν σκαρφαλωμένα στην πλαγιά – ζεστή όσο τη λούζει ο μεσημεριανός ήλιος, παγωμένη το βράδυ. Καθόμαστε στην κεντρική πλατεία για το πρώτο τσίπουρο της ημέρας, με λαχταριστό μεζέ και ηπειρώτικη χορτόπιτα.

«Εγώ δεν θα πιω», αποφασίζει ο προνοητικός οδηγός. Πετάγεται στο Λαογραφικό Μουσείο, συλλέγει ενημερωτικά φυλλάδια και βυθίζεται στην ανάγνωση. Από το Συρράκο, μαθαίνει, κατάγεται μια στρατιά οπλαρχηγών και καπεταναίων της Επανάστασης. Και ο ποιητής Κώστας Κρυστάλλης. Και ο Ιωάννης Κωλέττης, πρώην πρωθυπουργός της Ελλάδας. Και η φαμίλια Ζαλοκώστα. Και η Ολυμπιονίκης του βάδην Αθανασία Τσουμελέκα, που έκανε προπόνηση περπατώντας πέρα δώθε στα μονοπάτια του Καλαρρύτικου.

Μια καλοβαλμένη Γιαννιώτισσα κυρία σε παραδιπλανό τραπέζι καμαρώνει για το βραχιόλι Bulgari που λάμπει στη φθινοπωρινή λιακάδα. «Ξέρετε, ο Σωτήριος Βούλγαρης ήταν πλανόδιος κοσμηματοπώλης από τούτα τα μέρη», ενημερώνει τη συντροφιά. «Έφυγε για την Ιταλία στα τέλη του 19ου αιώνα και έστησε μια χρυσή αυτοκρατορία». Είχαν και καρδιά από χρυσάφι οι Βουλγαραίοι. Στις μέρες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, έκρυβαν στο σπίτι τους στη Ρώμη Εβραίους δραπέτες από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και κυνηγημένους  Έλληνες. Η  Ήπειρος ξέρει καλά από προσφυγιά, διωγμό και δυστυχία. Οι σκοποί, οι ηπειρώτικοι, είναι από κείνους που φέρνουνε το δάκρυ.

ΦΩΝΗ ΠΟΥ ΡΑΓΙΖΕΙ ΚΑΡΔΙΕΣ


Η σχεδόν αόρατη Μονή Κηπίνας του 13ου αιώνα, χτισμένη μέσα στον βράχο. (Φωτογραφία: ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΑΦΟΣ)


Αναχωρώντας για τους Καλαρρύτες, με τον δίδυμο καταρράκτη τους και το χτισμένο μέσα στον βράχο, σχεδόν καμουφλαρισμένο, μοναστήρι της Κηπίνας, κάποιος από την παρέα αναλαμβάνει τη μουσική επένδυση του οδοιπορικού. «Θα βάλω να ακούσουμε τον Γιώργο Μεράντζα, τον Ηπειρώτη. Που τραγουδάει τα “Ξεχωρίσματα” και ραγίζουν οι καρδιές», εξηγεί.

Αχ, τα «Ξεχωρίσματα», ο σπαρακτικός ύμνος του μετανάστη, ο θρήνος της μάνας που μένει πίσω. «Έλα, γιε μου, να φιληθούμε, γιατί έχουμε ζωή και θάνατο, ποιος ξέρει αν θα ανταμωθούμε. Εκεί, γιε μου, στην Αυστραλία, Αμερική και Γερμανία, στείλε το κορμάκι σου σε μια –γιε μου– φωτογραφία. Με τ’ εσένα θέλω να ’μαι, και στην  Ήπειρο καλά ’ναι». Πατροπαράδοτο φυσικά και όχι γέννημα κάποιας φαντασίας που καλπάζει. Βγαλμένο από τη ζωή, όχι των άλλων, αλλά τη δική μας. Σε τούτο τον τόπο το χαμόγελο δεν ήταν ποτέ εύκολο.

Στα Πράμαντα, το κεφαλοχώρι της περιοχής, μας υποδέχεται ο ίδιος ο Μεράντζας, μια εμβληματική μορφή της ορεινής Ηπείρου. Η μουσική βιομηχανία δεν χωράει πια τον παλαιό ερμηνευτή του Θάνου Μικρούτσικου, ο οποίος μάζεψε τα μπογαλάκια του και επέστρεψε στον τόπο του. Κατηφορίζει στην Αθήνα για σκόρπιες εμφανίσεις, μόνο σε χώρους όπου το εισιτήριο είναι φθηνό και ο ακροατής κάθεται σε απόσταση αναπνοής από τους μουσικούς. Τον υπόλοιπο καιρό φροντίζει τον παραδοσιακό ξενώνα που άνοιξε στην Τσόπελα, κοντά ένα χιλιόμετρο από το επίπεδο της θάλασσας.

Ο Γιώργος μοιάζει πιο νέος από ό,τι είναι, ίσως επειδή αναπνέει καθαρό οξυγόνο. Μας ετοιμάζει μια κολασμένη ομελέτα με παστουρμά και ανοίγει κουβέντα για την Αριστερά που τον πονάει και για το μπάσκετ που τον ιντριγκάρει. Το βράδυ, τον συναντάμε να τραγουδάει με τους γερόντους ενός καφενείου. Τροπάρια όχι για φονιάδες, όπως τότε, αλλά για τη δίκοπη ζωή της Ηπείρου. Για την πέτρα που δεν χορταριάζει.

ΟΛΟΙ ΣΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

Το επόμενο πρωινό δίνουμε ραντεβού στα έγκατα της γης. Το σπήλαιο της Ανεμότρυπας βρίσκεται στην είσοδο των Πραμάντων, πέντε βήματα από το πάρκινγκ των αυτοκινήτων. Το ανακάλυψαν δύο νέοι πριν από πενήντα με εξήντα χρόνια, όταν ένιωσαν να φυσάει δροσερό αεράκι από κάποια εσοχή του βράχου.


Το σπήλαιο της Ανεμότρυπας ανακαλύφθηκε τυχαία από ένα ανεπαίσθητο υπόγειο αεράκι. (Φωτογραφία: ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΜΕΡΑΚΟΣ)


Ο Μανώλης ο ξεναγός μάς οδηγεί σε βάθος 250 μέτρων, με σταλακτίτες, σταλαγμίτες, απόκοσμα χρώματα, ένα υπόγειο ποτάμι που δημιουργεί καταρράκτη και λίμνες – ένα όνειρο. «Αυτός που διασχίζουμε είναι ο Διάδρομος του Πλούτου», εξηγεί. Πλούτος ασύγκριτος η παρθένα φύση. Η βουή του αόρατου ποταμού, κάπου χαμηλά κάτω από τα τρεμάμενα πόδια μας, μας υπενθυμίζει ποιος κάνει κουμάντο εδώ στο απάτητο έρεβος.

Κάθε λίγο προσπερνάμε κάθιδρους πεζοπόρους με μπατόν και αθλητικά μποτάκια, καθώς και αναρριχητές που καταφτάνουν στα Τζουμέρκα για να αναμετρηθούν με τις ορθοπλαγιές της περιοχής. Τα μονοπάτια είναι πολυάριθμα και προσεκτικά χαραγμένα, ώστε να ταιριάζουν σε κάθε γούστο και σε κάθε πνευμόνι.


Λίγη χαλάρωση έξω από το ορεινό καταφύγιο των Μελισσουργών. (Φωτογραφία: ΜΑΡΙΚΑ ΤΣΟΥΔΕΡΟΥ)


Χρησιμοποιούμε ως αφετηρία το Καταφύγιο των Μελισσουργών, όπου αφήνουμε το αυτοκίνητο και διαβάζουμε τον χάρτη με τις προτεινόμενες διαδρομές. Κάποιες απαιτούν ορειβατική κατάρτιση και είναι πολύωρες, οπότε δεν προσφέρονται για τα καλομαθημένα μας πόδια. Επιχειρούμε πεζοπορία 2,5 χιλιομέτρων προς τον γειτονικό καταρράκτη, με υψομετρική διαφορά 350 μέτρων. Οι ντόπιοι και οι περπατημένοι δεν το θεωρούν καν περίπατο, αλλά τα περιφρονητικά βλέμματά τους δεν μας πτοούν.

Στην περίπτωσή μας, το ζητούμενο δεν είναι το ταξίδι, αλλά ο προορισμός. Δύο ώρες ρελαντί φυσιολατρίας και αρκετές πόζες αργότερα, το Καταφύγιο μας υποδέχεται ξανά, με το τζάκι αναμμένο. Τις πρώτες ανάσες ανάπαυσης τις παίρνουμε στην αυλή, διεκδικώντας με σθένος την αιώρα που κοιτάζει προς την κορυφή της Στρογγούλας.


Ο καταρράκτης των 300 μ. στο Κεφαλόβρυσο θεωρείται ο μεγαλύτερος της Ελλάδας. (Φωτογραφία: ΜΑΡΙΚΑ ΤΣΟΥΔΕΡΟΥ)


Σουρουπώνει στα Τζουμέρκα και η ψύχρα μάς στέλνει μέσα. Πρώτα φαγητό ή πρώτα Trivial Pursuit; Ή μήπως όλα τα ανωτέρω ταυτόχρονα, για να λαδώσουμε με τα δάχτυλά μας τις κάρτες; Πριν καλά καλά στηθεί το ταμπλό και πέσει το πρώτο ζάρι, γινόμαστε όλοι οι θαμώνες μία συντροφιά. Τα ορεινά καταφύγια μαζεύουν τον καλύτερο κόσμο. Ορισμένοι τακτικοί επισκέπτες μένουν, νοικιάζοντας κρεβάτι έναντι 15 ευρώ σε κάποιον από τους πέντε κοιτώνες του κτιρίου.

«Εδώ θα έρθω να αράξω για ένα δίμηνο, όταν αποφασίσω να γράψω βιβλίο», υπόσχεται ο ενθουσιασμένος της παρέας. «Το πρωινό θα ξαμολιέμαι στο Εθνικό Πάρκο και το βράδυ θα κάθομαι να γράφω μπροστά στη φωτιά. Έναν μήνα θα μείνω σε τούτο το καταφύγιο και έναν μήνα στο άλλο, στα Πράμαντα». Την ημερήσια τσιπουροκατάνυξη παρέλειψε να την αναφέρει, ως ευκόλως εννοούμενη.

Το τελευταίο βράδυ στα Πράμαντα μας βρίσκει στις χασαποταβέρνες της πανέμορφης πλατείας, φάτσα στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής και στη βρύση του Αράπη. Αρχικά στον περίφημο Μπούτζα, με τα σουβλιστά κρέατα που σκλαβώνουν και χορτοφάγο, και πιο αργά στο Πέτρινο του Τσαμπούλα, όπου η κυρία Κατερίνα κάθεται σε ένα τραπέζι όταν τελειώνει το ψήσιμο και τραγουδάει a cappella δημοτικά τραγούδια του πόνου.


Τα Τζουμέρκα αποτελούν πόλο έλξης για περιπατητές και φυσιολάτρες. (Φωτογραφία: ΜΑΡΙΚΑ ΤΣΟΥΔΕΡΟΥ)


Θα ανεβαίναμε στα Τζουμέρκα και μόνο για τη φωνή της. Κάποιοι τουρίστες δίπλα μας την ακούν και λιώνουν. Τους μεταφράζουμε τους στίχους, για να καταλάβουν περί τίνος πρόκειται. Και τότε λιώνουν ακόμη περισσότερο.

Το τοξωτό γεφύρι της Πλάκας, που κατέρρευσε για τρίτη φορά στις πλημμύρες του 2015, αλλά αναστηλώθηκε μεθοδικά και παραδόθηκε ξανά στους επισκέπτες πριν από λίγες μέρες, είναι το τελευταίο ενσταντανέ πριν από την επιστροφή στα Ιωάννινα. Περνάμε τη σιδερένια γέφυρα και ανανεώνουμε το ραντεβού με τα βουνά της πέτρας. Ποιος είπε ότι η Ελλάδα εξαντλείται στον ήλιο και στη θάλασσα και για ποιο λόγο κατεβάζουμε τους διακόπτες του τουρισμού κάθε Σεπτέμβριο; Η  Ήπειρος θα μπορούσε να γίνει σημαντικός χειμερινός προορισμός, με λίγη προσοχή στις υποδομές. Η απομόνωση, βέβαια, είναι το ήμισυ της μαγείας.

ΜΕΤΑΒΑΣΗ

Tο Συρράκο απέχει 52 χιλιόμετρα από τα Ιωάννινα και τα Πράμαντα 65 χλμ., αλλά η διαδρομή προς το πρώτο είναι πιο δύσκολη, ιδίως τον χειμώνα. Υπολογίστε ότι θα χρειαστείτε περίπου 1 ώρα από τα Ιωάννινα.

Η απόσταση μεταξύ των δύο χωριών είναι περίπου 20 χλμ. και διαρκεί μισή ώρα. Τα Ιωάννινα απέχουν 411 χλμ. από την Αθήνα και 260 χλμ. από τη Θεσσαλονίκη. Ο Δήμος Βορείων Τζουμέρκων παρέχει χρήσιμες πληροφορίες στην προσεγμένη ιστοσελίδα του (voreiatzoumerka.gr).

ΔΙΑΜΟΝΗ

Το Ξενείον του Γιώργου Μεράντζα (τηλ. 26590-62350, xenion.gr) βρίσκεται λίγο έξω από τα Πράμαντα και προσφέρει 10 ανεξάρτητα διαμερίσματα, ενώ για τους καλοκαιρινούς μήνες διαθέτει και πισίνα. Από 87 ευρώ τη χειμερινή περίοδο. Στην ίδια περιοχή υπάρχουν ανάλογων προδιαγραφών ξενοδοχεία, όπως τα Ορίζοντες Τζουμέρκων (τηλ. 26590-61002, orizontestzoumerkon.gr, από 105 ευρώ το δίκλινο) και Ανάβαση (τηλ. 26590-61141, anavasihotel.gr, από 79 ευρώ το δίκλινο). Στο Συρράκο λειτουργούν αρκετοί ξενώνες, όπως ο Σταυραετός (τηλ. 26510-53296, syrrakostavraetos.gr, από 42 ευρώ).

ΦΑΓΗΤΟ


Το Καταφύγιο των Πραμάντων, σημείο αφετηρίας για αμέτρητες πεζοπορίες. (Φωτογραφία: ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΑΦΟΣ)


Η περιοχή των Τζουμέρκων φημίζεται για το αγριογούρουνο, το κοντοσούβλι και γενικά τα ντόπια κρέατα, ενώ θα δοκιμάσετε επίσης ηπειρώτικες πίτες και τοπικό γαλοτύρι. Στην κεντρική πλατεία στα Πράμαντα θα βρείτε μπροστά σας τον Μπούτζα (τηλ. 26590-61235), το Πέτρινο του Τσαμπούλα (τηλ. 26590-61332) και τις χασαποταβέρνες του Αρλέτου (τηλ. 26590-61313) και του Σιαπλαούρα (τηλ. 26590-61032), ενώ καλό φαγητό σερβίρεται και στα Καταφύγια των Μελισσουργών (katafigiomelissourgwn.blogspot.com) και των Πραμάντων (katafigiopramanton.gr). Στους Καλαρρύτες αξίζει να πάτε για το θρυλικό καφενείο-εστιατόριο-παντοπωλείο-ξενώνα του Ναπολέοντα Ζάγκλη (τηλ. 26590-61518, xenonasnapoleon.com) και να αφεθείτε στα χέρια του οικοδεσπότη.

ΠΟΤΟ

Το ζεστό καφέ Χαγιάτι (τηλ. 26590-62074) στην πλατεία των Πραμάντων παίζει πάντοτε έντεχνη και τζαζ μουσική, ενώ συχνά οργανώνει live βραδιές στο ίδιο ύφος ή και με λαϊκορεμπέτικα. Στο Συρράκο τα βράδια είναι ήσυχα, αλλά το καφέ του ωραίου ξενώνα Casa Calda (τηλ. 26510-53540) είναι ό,τι πρέπει για ποτό μπροστά στο αναμμένο τζάκι, με καλή μουσική. Η ίδια οικογένεια έχει και την ταβέρνα Σάρικα (τηλ. 26510-53540), στην κεντρική πλατεία.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ