Θοδωρής Γεωργακόπουλος ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Η ανακάλυψη της Γαλλίας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Μυστικά και άγνωστα πολλά, κάτω από τη λάμψη των Παρισίων.

Καθώς το 2021 και ο εορτασμός των στρογγυλών 200 χρόνων από την έναρξη του πολέμου της ελληνικής ανεξαρτησίας πλησιάζει, και καθώς πρέπει σιγά σιγά να αρχίσουμε να προετοιμαζόμαστε για μια οπτικοακουστική καταιγίδα ερεθισμάτων αβέβαιης αισθητικής ποιότητας και ιστορικής ακρίβειας, αξίζει τον κόπο να σκεφτούμε θέματα ενδιαφέροντα και γιορτινά, όπως το τι είναι στ’ αλήθεια η “εθνική ταυτότητα”, πόσο χρήσιμοι είναι οι μύθοι και τα ψέματα για τη διαμόρφωσή της και το κατά πόσο αυτό που εννοούμε όταν χρησιμοποιούμε λέξεις όπως “πατρίδα”, “έθνος” ή “λαός” είναι κάτι πραγματικό ή ένα θεωρητικό κατασκεύασμα που για πολιτικούς ή άλλους λόγους κάποιοι κάποτε αποφάσισαν κι επέβαλαν. Για να το κάνουμε αυτό, σκέφτηκα να μην γυρίσουμε στην ελληνική ιστορία, όχι ακόμα. Θα έχουμε τόσες ευκαιρίες κι αφορμές για να το κάνουμε τους επόμενους μήνες, θέλουμε δε θέλουμε. Υπάρχει ένα βολικό βιβλίο από το 2007 (εγώ το διάβασα φέτος), το οποίο κάνει αυτή τη δουλειά υποδειγματικά για μια άλλη χώρα, και μάλιστα μια χώρα που γνωρίζουμε καλά, που έπαιξε ρόλο στη δική μας απελευθέρωση και που γενικά τη συμπαθούμε πολύ: τη Γαλλία.

Ο συγγραφέας Γκράμ Ρομπ, το λοιπόν, ο οποίος έχει γράψει βιογραφίες των Ρεμπό, Ουγκό και Μπαλζάκ, πήρε στις αρχές του αιώνα μας το ποδήλατό του και έκανε 20.000 χιλιόμετρα στη Γαλλία, διασχίζοντας πέρα δώθε τη χώρα για τέσσερα χρόνια, γνωρίζοντάς την απ’ έξω κι ανακατωτά και κάνοντας μια εξαντλητική έρευνα στην ιστορία των διάφορων περιοχών της. Στο βιβλίο του “The Discovery of France” αποτύπωσε τα πολύ ενδιαφέροντα ευρήματά του τα οποία καταρρίπτουν ένα σωρό μύθους για αυτό που όλοι εμείς -και πολλοί Γάλλοι- αποκαλούμε “Γαλλία” σήμερα.

Ενώ όλοι νομίζουν ότι η “Γαλλία” είναι ένα συνεκτικό, πολιτισμένο έθνος με λαμπρή ιστορία, δημοκρατική παράδοση και εξαιρετικού επιπέδου πολιτισμό, λοιπόν, ο Ρομπ στο βιβλίο του εξηγεί ότι στην πραγματικότητα πριν από τον 20ο αιώνα “Γαλλία” δεν υπήρχε. Υπήρχε το Παρίσι και μια αχανής γεωγραφική έκταση γεμάτη με απομονωμένες μικρές πόλεις και χωριά στις οποίες κατοικούσαν εκατομμύρια εξαθλιωμένοι και πάμπτωχοι άνθρωποι οι οποίοι δεν μιλούσαν γαλλικά, δεν “αισθάνονταν” “Γάλλοι" και δεν γνώριζαν τίποτε για τα κοσμοϊστορικά γεγονότα, τις επαναστάσεις και τους Ναπολέοντες, που αργότερα θα μαθαίναμε ως “ιστορία της Γαλλίας”.

Φανταστείτε ότι το 1880, την ώρα που ο Κλοντ Μονέ ζωγράφιζε ομίχλες δίπλα στο Σηκουάνα, επτά χρόνια πριν από την κατασκευή του Πύργου του Άιφελ στο Παρίσι και δεκαοκτώ χρόνια μετά την κυκλοφορία των “¨Αθλιων” του Βίκτορος Ουγκό, μια εποχή στην οποία τα γαλλικά ήταν η γλώσσα του πολιτισμού και της καλλιέργειας για την πολιτισμένη Ευρώπη, το ποσοστό των κατοίκων της Γαλλίας που τα μιλούσε ήταν περίπου 20%. Οι υπόλοιποι μιλούσαν πολυάριθμες άλλες διαλέκτους και γλώσσες, και δεν καταλαβαίνονταν ούτε μεταξύ τους.

“Το να είσαι Γάλλος εκείνη την εποχή δεν ήταν πηγή εθνικής υπερηφάνειας”, γράφει ο Ρομπ, “ούτε καν βάση μιας κοινής ταυτότητας. Πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα ελάχιστοι είχαν δει ένα χάρτη της Γαλλίας και ελάχιστοι είχαν ακουστά τον Καρλομάγνο ή τη Ζαν Ντ’ Αρκ”.

Η ίδια η χώρα ήταν άγνωστη, ειδικά πριν από την επέκταση του σιδηρόδρομου, που άργησε πολύ -ένα από τα πιο εντυπωσιακά γεωλογικά τοπία της Ευρώπης, το φαράγγι του Βερντόν, ανακαλύφθηκε από τον υπόλοιπο κόσμο μόλις το 1906. Ένας ποδηλάτης που προσπάθησε να διασχίσει το χώρα το 1842, λέει, συνάντησε ένα εντελώς άγριο και αδάμαστο μέρος, και χρειάστηκε κατά σειρά να γλιτώσει από την επίθεση μιας αρκούδας, να ξεφύγει από Ισπανούς λαθρέμπορους, να ξεκολλήσει από ένα βάλτο και να γλιτώσει από πνιγμό σε παλιρροιακό κύμα. βιβλίο αναφέρει τη θεωρία που λέει ότι η ανακάλυψη του ποδηλάτου οδήγησε στην αύξηση του μέσου ύψους των Γάλλων, καθώς έτσι μειώθηκε πολύ το ποσοστό των γάμων ανάμεσα σε συγγενείς. Ο κόσμος μπορούσε ευκολότερα να βρει ταίρι από πιο μακριά.

Και ο πληθυσμός, εκτός από γλωσσολογικά ετερόκλητος ήταν και εθνολογικά παράταιρος και, κυρίως, πάμπτωχος. Την ώρα που στο Παρίσι ξεκινούσε η Μπελ Επόκ, η υπόλοιπη χώρα ζούσε σε κατάσταση που θύμιζε την εποχή του χαλκού. Σε μεγάλες περιοχές το προσδόκιμο ζωής το 1850 (είκοσι χρόνια μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, θυμίζω, και πέντε χρόνια πριν ανοίξει το πολυκατάστημα Bon Marché στο Παρίσι) ήταν τα 25 χρόνια. Εκείνη την εποχή τα υποτυπώδη νοσοκομεία είχαν ειδικές προθήκες στην πρόσοψή τους όπου οι άνθρωποι πήγαιναν και άφηναν τα μωρά που δεν ήθελαν ή δε μπορούσαν να μεγαλώσουν. Υπήρχαν και γυναίκες που αποκαλούνταν “δημιουργοί αγγέλων” που αναλάμβαναν να κάνουν, λέει, “εκτρώσεις μετά την κύηση” -δηλαδή να σκοτώνουν μωρά. Τους χειμώνες στα τέλη του 19ου αιώνα οι χωρικοί στην επαρχία έπεφταν σε κάτι σαν χειμερία νάρκη, σχεδόν δεν κινούνταν για να αντέξουν την πείνα, την απόλυτη ανέχεια και το τσουχτερό κρύο.

Και πολιτικά αυτή η συνάρθροιση δεν είχε καμία συνοχή. Οι μικροεπαναστάσεις και οι αποσχίσεις ήταν συνεχείς. Το 1871, σχεδόν 100 χρόνια μετά τη Γαλλική Επανάσταση, το Παρίσι έγινε ανεξάρτητο κράτος. Οι διάφορες περιοχές της Γαλλίας έπρεπε να επανακαταλαμβάνονται ξανά και ξανά από το χαλαρό “κεντρικό” κράτος, ώστε στη συνέχεια να πληρώνουν φόρους.

“Δεν υπάρχει προφανής λόγος για τον οποίο αυτοί οι άνθρωποι θα έπρεπε να φτιάξουν ένα ενιαίο έθνος”, γράφει ο Ρομπ. Οι ιστορικοί Ερβέ Λε Μπρα και Εμανουέλ Τοντ το 1981 έγραφαν ότι “από ανθρωπολογικής άποψης, η Γαλλία δεν θα έπρεπε να υπάρχει”. “Η μεγάλη μάζα του γαλλικού έθνους διαμορφώνεται από την απλή άθροιση παρόμοιων οντοτήτων, όπως ένας σάκος με πατάτες περιέχει πολλές πατάτες πεταμένες σ’ ένα σάκο” σημείωνε, δε, ο Καρλ Μαρξ.

Τελικά όμως η Γαλλία έγινε “έθνος” και μέχρι το 1914 και την έναρξη του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου και γαλλική ταυτότητα είχε δημιουργηθεί, και η ενιαία γλώσσα είχε εξαπλωθεί, έστω και με το ζόρι. Ο σιδηρόδρομος που επιτέλους συνέδεσε τις αχανείς εκτάσεις, η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία, η κυκλοφορία των εφημερίδων και η άνοδος του τουρισμού βοήθησαν τις απομονωμένες περιοχές να έρθουν πιο κοντά στο κεντρικό κράτος, δηλαδή στο Παρίσι και, αργότερα, και σε άλλες πόλεις που μεγάλωσαν. Ένα επιθετικό πρόγραμμα στα σχολεία ανάγκασε τις νέες γενιές -με την απειλή σωματικής τιμωρίας- να σταματήσουν να χρησιμοποιούν τις λέξεις που μάθαιναν στο σπίτι τους και να μιλούν αποκλειστικά γαλλικά. Και έτσι, με το ζόρι και με την επιβολή και με τρομερή ταχύτητα, χτίστηκε μια ενιαία ταυτότητα η οποία έναν αιώνα μετά έχει φτάσει να θεωρείται κάτι το αυτονόητο, συμπαγές, διαχρονικό και αιώνιο. Έχει τρομερό ενδιαφέρον για εμάς (για όλους, φαντάζομαι, αλλά για εμάς ιδιαιτέρως), το ότι δεν είναι τίποτε από όλα αυτά. Κι αν κοιτάξει κανείς μέσα από αυτό το πρίσμα την πρόσφατη ιστορία της χώρας αυτής, από την εξολόθρευση της Παρισινής κομμούνας το 1871 και τις αγριότητες του καθεστώτος του Βισί μέχρι τα "κίτρινα γιλέκα”, πολλά πράγματα δικαιολογούνται από αυτό τον παράδοξο τρόπο σύστασης αυτής της εθνικής ταυτότητας. Το βιβλίο του Ρομπ εξηγεί με λεπτομέρειες το γιατί η “Γαλλία” δεν ήταν “έθνος”. Είναι ένα εφεύρημα, ένα κολάζ, μια μπαλωμένη κουρελού, μια σαλάτα ή, καλύτερα, μια βισισουάζ. Σ’ αυτό αναφερόταν κι ο Σαρλ Ντε Γκολ όταν αναφωνούσε, απηυδησμένος, πολύ αργότερα, “πώς να κυβερνήσεις μια χώρα που έχει 246 διαφορετικά είδη τυριού;”.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ