Χρήστος Γιανναράς ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ

Λαθρεπιβάτες στη Γιορτή

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: EΠIΦYΛΛIΔA

Το «χριστουγεννιάτικο δέντρο» δεν είναι ούτε δέντρο ούτε χριστουγεννιάτικο. Φυσικό κλαδί ή τεχνητή απομίμηση, με τεχνουργημένη καλωδίωση και με λαμπιόνια, υπηρετεί τη διακοσμητική εντύπωση. Στη θέση του εόρτιου ευτρεπισμού το απατηλό υποκατάστατο, η συναισθηματική ψιμυθίωση. Ευρηματικό σύμβολο.

Συγκεφαλαιώνει τη θλιβερή επαρχιωτίλα μας των Ελληνωνύμων. Ιστορικοί συνεχιστές του αρχαιοελληνικού κάλλους και της «βυζαντινής» αυτοκρατορικής αρχοντιάς, έχουμε πνίξει την Ακρόπολη στην πλουτομανιακή, θρασύτατη πολυκατοικία. Απευθείας απόγονοι του Αισχύλου και του Αριστοτέλη, εθελούσια (δηλαδή αυτοκαταστροφικά) αποκοπήκαμε από τη γλώσσα που μας ταύτιζε συνεχιστές τους. Γεννήτορες της πολιτικής και της δημοκρατίας, έχουμε υποκαταστήσει το κατόρθωμα με την ευτελή μικρόνοια της παραποίησης και του ευτελισμού τους. Κληρονόμοι της μεγαλοσύνης των ελληνορθόδοξων Ρωμιών (Ρωμαίων), έχουμε βυθίσει τις εκκλησιές μας στο κιτσαριό της τυποποιημένης παραποίησης, στην ψυχοπαθολογία της θρησκοληψίας.

Ακόμα κι αν ο κάθε δήμαρχος αρνιόταν να πιθηκίσει τις εισαγόμενες φιοριτούρες της τυποποιημένης «χριστουγεννιάτικης» διακόσμησης, αν στις πλατείες χωριών και πόλεων, αντί για το αισθητικό αλαλούμ της βαγδατικής ασυδοσίας, στήναμε τα εγχώρια σύμβολα της εόρτιας παραδοσιακής μας εκφραστικής, ο στόχος θα ήταν και πάλι η ψευδαισθητική συναρπαγή. Γιατί; Επειδή είναι συντελεσμένη η αποξένωση των μπροστάρηδων, δημοτικών και πολιτικών μας αρχόντων, αλλά και της συντριπτικής πλειονότητας των επισκόπων μας, από την έκρηξη της βιωματικής ελπίδας που γεννάει τη Γιορτή.

Ο φορμαλισμός έχει νεκρώσει ευαισθησίες και βιώματα. Μπαίνουμε στην άλλοτε Γιορτή, όπως οι αγελαίοι τουρίστες στο άλλοτε «ιερό» του Παρθενώνα. Οι ξεναγοί φλυαρούν βαρετές αναλύσεις, στο πλήθος αρκεί ο θησαυρισμός ενός ακόμα τίτλου επίσκεψης σε κοινά θαυμαζόμενο αξιοθέατο. Τι ακριβώς θαυμάζουν στον Παρθενώνα οι αιώνες, ποια αλήθεια, ποιο «νόημα» του κόσμου και της ζωής έχει αποτυπωθεί σε αυτό το αρχιτεκτόνημα, γιατί αυτή η τέχνη ήταν «πολιτικό» κατόρθωμα; Ερωτήματα που δεν γεννιώνται σε αγελαίους τουρίστες. Ο Παρθενώνας λειτουργεί, όπως σήμερα το χριστουγεννιάτικο δέντρο: για συναισθηματική ψιμυθίωση των πρωταρχικών ενδιαφερόντων, που είναι η αργία, τα ψώνια, το καλό φαΐ. Τα Χριστούγεννα είναι ένα εμπορικό εφεύρημα για επιπλέον ικανοποίηση της καταναλωτικής μας βουλιμίας, όπως είναι και ο Παρθενώνας κράχτης για επιπλέον εισροή τουριστικού συναλλάγματος.

Οι λέξεις όμως αντιστέκονται καρφωμένες στην εμπειρία που τις γέννησε: Θεάνθρωπος, λύτρωση, νίκη καταπάνω στον θάνατο. Στεριώνουν το καράβι που περιφέρουν τα παιδιά ψέλνοντας τα κάλαντα και διαπλέοντας τους αιώνες. Οι λαθρεπιβάτες στο καράβι, δηλαδή στη Γιορτή, έρχονται και παρέρχονται. Οι αρμοί του νοήματος αντιστέκονται.

Πώς θα προσεγγίσει τους στέρεους αρμούς του νοήματος (αν ποτέ το θελήσει) το σημερινό παιδί, ο έφηβος, το κατ’ εξοχήν θύμα της νεοελληνικής εξαχρείωσης; Με τη νωχέλεια αραχτή στην καφετέρια, τη μοναξιά ανατριχιαστική στο ορθάδικο, το κενό των ανέραστων σχέσεων φαρμάκι στα σωθικά του;

Μια τηλεγραφική «κατήχηση» για λαθρεπιβάτες στη Γιορτή θα μπορούσε, ίσως, να συνοψισθεί στο συνωμοτικό ψιθύρισμα: Η οδός για την αλήθεια και τη ζωή, την αλήθεια της ζωής και τη ζωή της αλήθειας, είναι η αμηχανία, όχι η βεβαιότητα. Οι βεβαιότητες μυρίζουν ιδεολόγημα, εγωτική ψυχολογική θωράκιση, άρνηση της διακινδύνευσης, δηλαδή της ενηλικίωσης. Η ταπεινή αμηχανία είναι παραίτηση από κάθε πλασματική αυτασφάλιση, άρα ετοιμότητα σχέσης, αγαπητικής αυτοπροσφοράς.

Η ζωτική και ζωοποιός αμηχανία ξεκινάει με ερωτήματα: Αν το αδύναμο βρέφος στη φάτνη της Βηθλεέμ δεν είναι μια παραμυθένια γραφικότητα, αν είναι ο Θεός που έγινε άνθρωπος, τότε τι θα πει Θεός και τι θα πει άνθρωπος; Κι αν μόνο τον έρωτα (όποτε και αν μου χαριστεί) αληθινά τον γιορτάζω, πώς θα γίνει να ψηλαφήσω εμπειρικά τον Θεό εραστή και όχι χωροφύλακα του ανθρώπου; Μέσα σε τόση σκουριά, σε τόση αλλοτρίωση, ποια είναι η άσκηση για να ξεχωρίζει το αφτί «ήχο καθαρό εορταζόντων»;

Υπάρχει τρόπος να απορείς, ενώ εμπιστεύεσαι. Οταν οικειωθείς αυτόν τον τρόπο (συνήθως μέσα από απελπισμό για τις νοητικές και ψυχολογικές παρηγόριες), τότε τα ερωτήματα της ταπεινής αμηχανίας έχουν απαντηθεί δίχως απάντηση. Τα σημαινόμενα γνωρίζονται δίχως σημαίνοντα. Γίνονται απτά, στην εγγύτητα της άμεσης σχέσης. Εγκαταλείπεσαι στον πόθο κι αυτός σε βεβαιώνει αν ο Αλλος ποθεί τον πόθο σου.

Το υπαρκτό και πραγματικό προσεγγίζεται στην απροσδιοριστία της άμεσης σχέσης. Μεταγγίζει τη μάθηση η ίδια η περιπέτεια της σχέσης, όταν απελπιστεί ο άνθρωπος με συνέπεια από τις αντικειμενοποιημένες καταναλώσιμες βεβαιότητες.

Ο απελπισμός είναι εύκολος σε πρώτο στάδιο: Αρκεί να σταθεί κανείς κάτω από το πλασματικό δέντρο της Δημαρχίας και να κοιτάξει ολόγυρα την πλημμυρίδα της εμπορευματοποιημένης ψευτιάς: Εμπόριο οι γιορτινές ευχές, εμπόριο τα δώρα, τα αισθήματα, η παιδική τρυφεράδα της υπερβόρειας μουσικής, τα διαγγέλματα των αρχόντων, η ηθικολογική φλυαρία και τα δογματικά στερεότυπα των θρησκευτικών αξιωματούχων.

Το δύσκολο είναι να απελπιστείς με συνέπεια. Ο απελπισμός να συνδέσει για τον απελπισμένο, εμπειρικά, ψηλαφητά, τη σημασία Θεός με τη σημασία έρωτας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ