ΛΑΜΠΡΙΝΗ ΡΟΡΗ*

Αρχιτεκτονική και φυσιογνωμία της πολιτικής βίας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο Δεκέμβριος του 2008 υπήρξε ορόσημο για την πολιτική βία στην Ελλάδα. Η δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου και η εξέγερση που την ακολούθησε, γέννησαν μια νέα γενιά πολιτικής βίας. Σε έρευνα που εκπονήσαμε με τους Βασιλική Γεωργιάδου (Πάντειο Πανεπιστήμιο) και Κώστα Ρουμανιά (Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών), καταγράφοντας μιντιακές αναφορές στην πολιτική βία της περιόδου που εκτείνεται από τον Ιανουάριο του 2008 έως και τον Νοέμβριο του 2019, βρίσκουμε ότι αυτή αυξάνεται συνολικά. Η ακροαριστερή βία έχει μια σαφή αυξητική τάση και είναι 3,5 φορές μεγαλύτερη από την ακροδεξιά, η οποία ανακόπτεται μετά το 2018, με τη δίκη και την εκλογική συντριβή της Χρυσής Αυγής να έχει λειτουργήσει καθοριστικά προς αυτήν την κατεύθυνση.

Η ταξινόμηση 2.386 βίαιων περιστατικών με βάση σειρά χαρακτηριστικών, επιτρέπει να διακρίνουμε ομοιότητες και διαφορές μεταξύ των δύο ειδών βίας. Η ακροαριστερή βία είναι ένα κατεξοχήν αστικό φαινόμενο, ενώ η ακροδεξιά βία έχει μεγαλύτερη διασπορά στην Περιφέρεια, ιδίως στα νησιά του Βόρειου και του Ανατολικού Αιγαίου όπου υπήρξε έντονη παρουσία μεταναστών και προσφύγων. Οι ακροαριστεροί βίαιοι δρώντες χτυπούν ως επί το πλείστον υλικούς στόχους, ενώ οι ακροδεξιοί προτιμούν τους ανθρώπινους, διενεργώντας τα πιο σοβαρά χτυπήματα.

Διαφορετικά γεγονότα λειτουργούν καταλυτικά για τα δύο είδη βίας: η ψήφιση μέτρων λιτότητας και τα επετειακά γεγονότα κορυφώνουν τα χτυπήματα της άκρας Αριστεράς, ενώ κομματικές εξελίξεις, όπως άρσεις της ασυλίας βουλευτών και εθνικά θέματα, όπως η Συμφωνία των Πρεσπών, πυροδοτούν την ακροδεξιά βία.

Υπάρχουν, όμως, γεγονότα κομβικής σημασίας στα οποία οι βίαιοι δρώντες «συναντιούνται»: τα κινήματα των Αγανακτισμένων, των Σκουριών και της Κερατέας ήταν τόποι που προσείλκυσαν και τους δύο τύπους πολιτικής βίας.

Εστιάζοντας στην οργανωμένη βίαιη δράση, βλέποντας δηλαδή τόσο χτυπήματα οργανώσεων για τα οποία έχει αναληφθεί ευθύνη, όσο και συνδικαλιστικών φορέων της άκρας Αριστεράς, αλλά και χτυπήματα για τα οποία έχει υπάρξει ταυτοποίηση της οργάνωσης στην άκρα Δεξιά, εντοπίζουμε μεγάλη σύγκλιση μεταξύ των δύο ειδών βίας, ειδικά μεταξύ του 2015 και του 2018.

Ο Δεκέμβριος του 2008 περιγράφεται από τους βίαιους δρώντες ως η κορυφαία πολιτική ευκαιρία για την ανάπτυξη του αντιεξουσιαστικού χώρου. Μεγάλος αριθμός μαθητών και φοιτητών αποκτά εμπειρία βίαιης δράσης, ενώ στο οργανωτικό επίπεδο, μια πανσπερμία οργανώσεων βλέπει το φως. Στο δείγμα μας βρίσκουμε συνολικά 73 ακροαριστερές οργανώσεις, κάποιες από τις οποίες χάνονται στην υπό μελέτη περίοδο. Μόνο για το 2019, εντοπίσαμε 24 νέες οργανώσεις. Το γεγονός αυτό μπορεί να σχετίζεται με σειρά παραγόντων όπως εσωτερικοί ανταγωνισμοί που οδηγούν σε διασπάσεις ή διαφοροποίηση της στρατηγικής προϋπαρχουσών οργανώσεων: οργανώσεις που έχουν έντονη δημοσιοποιημένη δράση, ενδέχεται να προτιμούν να συνεχίσουν με διαφορετικό όνομα προκειμένου να ελαφρύνουν τις κατηγορίες σε περίπτωση συλλήψεων. Ενώ εμφανίζεται μόλις το 2015, ο «Ρουβίκωνας» έχει την πιο έντονη και συστηματική παρουσία στα 12 υπό μελέτη έτη.

Ο Δεκέμβριος του 2008 γοητεύει και ριζοσπάστες της Δεξιάς, κυρίως ως προς την αντισυστημικότητά του, ενώ οι βανδαλισμοί του αποδίδονται σε μετανάστες. Στην άκρα Δεξιά υπάρχει επίσης αύξηση των οργανώσεων, οι οποίες όμως δεν ξεπερνούν τις οκτώ, αλλά οι περισσότερες πράξεις δεν είναι ταυτοποιημένες. Ενεργότερη όλων η Χρυσή Αυγή, που κορυφώνει τη δράση της το 2012, ενώ μετά αναδιπλώνεται λόγω της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα, που άνοιξε τον δρόμο για τη δικαστική διερεύνηση της δράσης στελεχών και βουλευτών της, επιβάλλοντας διαφοροποίηση της βίαιης στρατηγικής. Μετά το 2015, η ακροδεξιά βία αυξάνεται εκ νέου. Τα ίχνη της ακροδεξιάς οργανωμένης βίας σβήνουν με την εκλογική καθίζηση του κόμματος.

Η συστηματική μελέτη πρωτογενών πηγών των βίαιων οργανώσεων, αναδεικνύει σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο ειδών οργανωμένης βίας, αλλά και στο εσωτερικό κάθε είδους ως προς την ιδεολογία, την οργανωτική διάρθρωση, τους στόχους και το ρεπερτόριο δράσης. Σε κάθε περίπτωση, όμως, μαρτυρά το απόθεμα σημαντικών ανθρώπινων και υλικών πόρων που επιτρέπουν υψηλή συχνότητα και ένταση στη δράση των οργανώσεων αυτών. Είναι σαφής η διαρκής ηλικιακή ανανέωση του χώρου τα τελευταία 12 χρόνια, καθώς και οι δυνατότητες δικτύωσης και στρατολόγησης σε συγκεκριμένα περιβάλλοντα. Οποιαδήποτε στρατηγική πρόληψης της οργανωμένης βίας είναι σημαντικό να λάβει υπόψη, πέρα από μακροχρόνιες πολιτικές αποριζοσπαστικοποίησης, δεδομένα που σχετίζονται με την οργανωτική φυσιογνωμία και στρατηγική του ακροδεξιού και του ακροαριστερού χώρου.

* Η κ. Λαμπρινή Ρόρη είναι επίκουρη καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Exeter.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ